Το «παράδοξο» και η αχίλλειος πτέρνα της Λέστερ

Ο Θάνος Σαρρής διαβάζει την λεπτομερή ανάλυση όλων των φετινών επιθέσεων της Λέστερ και γράφει για το όχι και τόσο σύνηθες συμπέρασμα που προκύπτει από αυτή.

Το 10ο ετήσιο συνέδριο Sports Analytics του ΜΙΤ ήταν και πάλι sold out. Ανάμεσα στους πολλούς διακεκριμένους ομιλητές ήταν ο Ντάνιελ Άλτμαν, οικονομολόγος από το Χάρβαρντ και ιδρυτής της North Yard Analytics. H NYA χρησιμοποιεί ιδέες από τα οικονομικά, τα μαθηματικά, τη φυσική και τη στατιστική, προκειμένου να βοηθήσει τις ποδοσφαιρικές ομάδες σε Ευρώπη και ΗΠΑ σε πολλούς, διαφορετικούς στόχους με μία μεθοδολογία που ξεφεύγει από τα καθιερωμένα. Από την οικονομική διαχείριση μέχρι την ανάλυση και την αξιολόγηση ποδοσφαιρικών, τακτικών και μοντέλων για την πρόβλεψη αποτελεσμάτων. Performance Analysis, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του εκάστοτε κλαμπ και του εκάστοτε αθλήματος.

Ο Άλτμαν επέλεξε τη Λέστερ ως το case study που παρουσίασε στο συνέδριο. Η ανάλυσή του συγκεκριμένα είχε τίτλο: «Πώς σταματάς τη Λέστερ; Μια προχωρημένη τακτική ανάλυση στην αγγλική Premier League».

 Στο ξεκίνημα του 2016 γράφαμε για το πως η προηγούμενη σεζόν ανέδειξε σαφώς περισσότερο την αρχή των αντεπιθέσεων ως έναν πολύ αποδοτικό τρόπο διαχείρισης παιχνιδιών στην Premier League. Με τον σύλλογο των Μίντλαντς ως τον πιο επιτυχημένο εκφραστή της.

Η ομάδα του Ρανιέρι είναι εκπληκτική, πρωτίστως, χωρίς τη μπάλα και έχει το μεγαλύτερο ποσοστό μετουσίωσης ευκαιριών σε γκολ στην Premier. Διαθέτοντας απίστευτη τακτική οργάνωση και συμπαγή παρουσία, θωρακισμένη από παντού, χτυπάει αριστοτεχνικά στην κόντρα, δείχνοντας ότι η κατοχή δεν είναι συνώνυμο της επιτυχίας. Μολονότι είναι... κάτω από τη ζώνη στο ποσοστό ολοκληρωμένων πασών, έχει την καλύτερη επίθεση και επίσης τα περισσότερα κοψίματα στο πρωτάθλημα. Οι μέσοι της είναι εξαιρετικοί στο να επανακτούν την κατοχή και να βγάζουν γρήγορες μπαλιές προς τους Βάρντι και Μαχρέζ, οι οποίοι κατά μεγάλο ποσοστό στη συνέχεια θα δημιουργήσουν επικίνδυνη κατάσταση. Πώς λοιπόν μπορεί κανείς να τη σταματήσει;

Ο Άλτμαν αναφέρθηκε αρχικά στην περσινή ομάδα του Νάιτζελ Πίρσον. Ένα βασικό συμπέρασμα ήταν πως βάσει του τρόπου παιχνιδιού της, η Λέστερ είχε δείξει από πέρυσι ότι ήταν προορισμένη για καλύτερα πράγματα και σίγουρα όχι για να παλεύει την παραμονή στις τελευταίες αγωνιστικές. Σε καμία περίπτωση δεν προσπάθησε να τραβήξει τα φώτα δηλώνοντας ότι είχε προβλέψει πως η Λέστερ φέτος θα ήταν στην κορυφή, με ένα σημαντικό βαθμολογικό προβάδισμα, λίγες στροφές πριν το πέσιμο της καρό σημαίας. Δήλωσε διατεθειμένος, μάλιστα, να αποδώσει τα εύσημα σε όποιον το έκανε! Ωστόσο, στην προσομοίωση που παρουσίασε με βάση δεδομένα που συνέλεξε από την Opta, έδειξε μπορούσε να συγκεντρώσει περισσότερους βαθμούς. 

Όσον αφορά τη φετινή πορεία; Ο Αμερικανός αναλυτής πέρασε από το μικροσκόπιο ΚΑΘΕ επίθεση της Λέστερ της φετινής σεζόν, η οποία ξεκίνησε από το δικό της μισό γήπεδο. Εξέτασε το μήκος σε κάθε πάσα, την κάθε κίνηση, το αν η κατοχή οδήγησε σε τελική προσπάθεια, ενώ αξιολόγησε και την ποιότητα της ευκαιρίας που δημιουργήθηκε στο τέλος. Συγκριτικά, παρατήρησε την αμεσότητα των επιθέσεων και το πως η ταχύτητά τους επηρέασε τη δημιουργία ευκαιριών. Ο τρόπος που ξεκίνησε τη διάλεξή του περικλείει και την ουσία της μοιάζει με παράδοξο, όμως κρύβει μια βασική αρχή του παιχνιδιού της: «Όσο περισσότερο πασάρει η Λέστερ, τόσο λιγότερο σκοράρει».

Σημαντικά κομμάτια της παρουσίασής δημοσίευσε ο Guardian. Ας τα πάρουμε από την αρχή. Από την ανάλυση του Αμερικανού αποδείχθηκε ότι οι «Αλεπούδες» δημιουργούσαν πολύ καλύτερες ευκαιρίες στις άμεσες επιθέσεις. Το ποσοστό των γκολ ανά κατοχή ήταν μεγαλύτερο, όταν πριν το σουτ προηγούταν βαθιά μπαλιά, 70άρες με 50άρες μακρινές πάσες. Όταν η επίθεση γινόταν με περισσότερο «κανονικές» συνθήκες και μεγαλύτερη κυκλοφορία, ο δείκτης σκοραρίσματος ήταν αρκετά πιο χαμηλός. Εξού και η παραπάνω αρχή.

Στην ανάλυση δεδομένων ξεχωρίζουν οι ρόλοι του Ντάνι Ντρικγοόυτερ και του Ενγκολό Καντέ. Για τον τελευταίο και τις επιδόσεις του τόσο ανασταλτικά, όσο και δημιουργικά μπορείτε να δείτε περισσότερα εδώ. Στην πραγματικότητα ο ρόλος και των δύο στο αμυντικό σκέλος του παιχνιδιού είναι ξεκάθαρος. Ο Άλτμαν υπογράμμισε την συμμετοχή τους στη δημιουργία. Στα πρώτα 16 παιχνίδια της σεζόν οι πιο επικίνδυνες επιθέσεις των παικτών του Ρανιέρι ξεκίνησαν από τα πόδια των δύο βασικών μέσων, ενώ είναι χαρακτηριστικό πως στο συγκεκριμένο κομμάτι ξεχώρισε και ο Κάσπερ Σμάιχελ με τις μακρινές του πάσες. 

Επιστρέφοντας λοιπόν στον τίτλο της διάλεξης. Πώς σταματάς της Λέστερ; Σύμφωνα με τα όσα προκύπτουν από την ανάλυση δεδομένων ένας καλός τρόπος είναι προσαρμόζοντας την τακτική με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπλοκάρει το άμεσο παιχνίδι από τον άξονα και να αναγκαστούν οι επίδοξοι πρωταθλητές να κάνουν παιχνίδι από τα άκρα. Όχι φυσικά επειδή εκεί δεν έχουν ικανές μονάδες, αλλά επειδή έτσι θα γίνει πιο αργή η ανάπτυξη και άρα λιγότερο αποδοτική. Η περισσότερη πίεση στους «μοχλούς», τον Καντέ και τον Ντρινκγούοτερ είναι επίσης ένας καλός τρόπος για τον αποσυντονισμό.

Ο Άλτμαν σημείωσε και κάτι ακόμα: Την πίεση στον Σμάιχελ. «Είναι συχνά πολύ σημαντικός στο ξεκίνημα των επιθέσεων, οπότε οι αντίπαλοι επιθετικοί θα έπρεπε να τον πιέζουν περισσότερο», τόνισε, ενώ βάσει των στοιχείων που συνέλεξε εντόπισε την Αχίλλειο πτέρνα του: «Παρότι είναι καλός στις αποκρούσεις, βρίσκεται κάτω από τον μέσο όρο στο να καθαρίζει τις δεύτερες ευκαιρίες από σουτ που δεν έγιναν γκολ, οπότε οι αντίπαλοι πρέπει να είναι πάντα εκεί και να περιμένουν το "ριμπάουντ"».

Σχετικά με το μπλοκάρισμα του άξονα και την πίεση στα δύο χαφ, ο Άλτμαν έδειξε πως οι υπόλοιπες ομάδες έχουν ήδη αρχίσει να κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση. Συγκρίνοντας τα πρώτα 16 ματς της σεζόν με τα υπόλοιπα 12, βρήκε ότι επειδή οι Καντέ και Ντρίνκγουοτερ άρχισαν να πιέζονται περισσότερο, οι επιθέσεις ξεκίνησαν να είναι λιγότερο αποδοτικές. Το παιχνίδι άρχισε να ανοίγεται στα άκρα, με τον Φουχς να αποκτά όλο και μεγαλύτερο ρόλο στην ανάπτυξη. 

Συγκεκριμένα, από το 17ο μέχρι το 28ο φετινό ματς, οι επιθέσεις από το δικό τους μισό (δηλαδή οι πιο αποδοτικές) μειώθηκαν κατά 50%, ενώ τα γκολ από αυτές τις κατοχές έπεσαν κατά 25%. Η πίεση βέβαια στον άξονα εγκυμονεί τον κίνδυνο του να βρουν οι «Αλεπούδες» λιγότερους αμυντικούς μπροστά τους σε περίπτωση που ξεφύγουν από το πρέσινγκ. Σουτ, δηλαδή, με καλύτερες προϋποθέσεις.

Ακόμα όμως και με τις ομάδες που καταφέρνουν να περιορίσουν τα ατού της, η Λέστερ βρίσκει τον τρόπο. Ένα ψαλίδι του Οκαζάκι, μια μαγική ενέργεια του Μαχρέζ, ένα αδιανόητο σπριντ ή εκτέλεση του Βάρντι. Δεδομένα έχει την τύχη με το μέρος της, έχει όμως και τα ατομικά χαρακτηριστικά των παικτών για να τσακίσουν όποια άμυνα βρουν ανοχύρωτη, το work rate που την κρατά μέχρι το τέλος στα ματς και την ψυχολογία που λειτουργεί ως ασπίδα στην πίεση, γεγονός που είχαμε την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ιδίοις όμμασι στην πρόσφατη επίσκεψη στο King Power Stadium. 

Παρότι τα στατιστικά της μοιάζουν να οδηγούν σε παράδοξα συμπεράσματα, μολονότι υπολείπεται σε ολοκληρωμένες πάσες και κατοχή, παρά το ότι μέσα από το Performance Analysis οι αντίπαλοι μπορούν να διαβάσουν πλέον περισσότερο τα τρωτά της σημεία, αρνείται πεισματικά να πέσει από την κορυφή και να λυγίσει από την πίεση. Και δείχνει απόλυτα έτοιμη να κρατήσει μέχρι το τέλος...