TOP-5: Μεταγραφές που άλλαξαν... την ιστορία

Ο Δημοσθένης Γεωργακόπουλος παρουσιάζει πέντε μεταγραφικές κινήσεις από τη δεκαετία του ’90 κι έπειτα, που αποδείχθηκαν «λίρα 100» και άλλαξαν το ρου της ιστορίας για την ομάδα, που πραγματοποίησε τη μεταγραφή.

Το ποδόσφαιρο είναι ένα ομαδικό σπορ, στο οποίο αγωνίζονται 11 εναντίον 11. Ακόμη και με αριθμητικό μειονέκτημα ενός ποδοσφαιριστή να αγωνιστεί για λίγα λεπτά μία ομάδα, είναι αρκετό για να γίνει η διαφορά σε μία αναμέτρηση. Πόσο μάλλον να κάνει τη διαφορά ένας και μόνο παίκτης, απέναντι σε μία ολόκληρη ενδεκάδα. Σίγουρα υπάρχουν κι αυτοί (Μαραντόνα, Μέσι), όμως αποτελούν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.

Η διαφορά, όμως, δε γίνεται μόνο από ποδοσφαιριστές, που έχουν τη δυνατότητα να περνούν με ντρίμπλες 4-5 αντιπάλους. Στο σύγχρονο ποδόσφαιρο, όπου το τρέξιμο, η δύναμη και η αντοχή αποτελούν βασικά συστατικά επιτυχίας, το ένα... κλικ παραπάνω σε ένα σύνολο μπορεί να το δώσει και ένας ποδοσφαιριστής, που ούτε ντριμπλάρει ιδιαίτερα, ούτε αποτελεί μηχανή των γκολ. Όχι, βέβαια, πως όσοι τα κάνουν αυτά, δεν ανεβάζουν το επίπεδο μίας ομάδας. Κάθε άλλο.

Το FourFourTwo του gazzetta.gr παρουσιάζει πέντε παίκτες, οι οποίοι παίρνοντας μία μεταγραφή άλλαξαν την ιστορία της ομάδας που πήγαν, αλλά και σε μερικές περιπτώσεις της ομάδας που έφυγαν.

Ερίκ Καντονά (Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ – 1992)
Ένα τηλεφώνημα τον Νοέμβριο του 1992 από τον τότε προέδρο της Λιντς, Μπιλ Φαδερμπάι, στον αντίστοιχο της Γιουνάιτεντ, Μάρτιν Έντουαρντς, έμελλε να αλλάξει τη σύγχρονη ιστορία των «μπέμπηδων». Τα «παγώνια» ενδιαφέρονταν για την απόκτηση του Ντένις Έργουιν, όμως ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον, που βρισκόταν εκείνη την ώρα μαζί με τον πρόεδρο του συλλόγου, ήταν κατηγορηματικά αρνητικός. Την ίδια εποχή, η Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ έψαχνε να λύσει το επιθετικό της πρόβλημα, μια και βρισκόταν στην 10η θέση της βαθμολογίας, με 14 γκολ σε 15 αγώνες, ενώ είχε σπάσει το πόδι του ο νεοαποκτηθής Ντίον Ντάμπιλ και ήδη είχαν αρνηθεί τις προτάσεις των «μπέμπηδων» οι Ντέιβιντ Χιρστ, Ματ Λε Τισιέ και Μπράιαν Ντιν. Γι’ αυτό και εκτός από το «όχι» για τον Έργουιν, ο Φέργκιουσον ζήτησε τον Ερίκ Καντονά, που αγωνιζόταν στη Λιντς. Μετά από μερικές μέρες διαβουλεύσεων, η συμφωνία επετεύχθη και ο Γάλλος επιθετικός έγινε κάτοικος Ολντ Τράφορντ. Η έλευση του Καντονά άλλαξε τα πάντα και η «αύρα» του έκανε αμέσως τη διαφορά. Την ίδια σεζόν, οι «κόκκινοι διάβολοι» κατέκτησαν το πρώτο τους πρωτάθλημα, έπειτα από 26 χρόνια, ενώ στα πέντε χρόνια παρουσίας του στην ομάδα, πήρε συνολικά 4 πρωταθλήματα, 2 κύπελλα και 3 Λιγκ Καπ.

Γκαμπριέλ Μπατιστούτα (Ρόμα - 2000)
Ήταν η αρχή της νέας χιλιετίας και η Ρόμα είχε να κατακτήσει σχεδόν 20 χρόνια το πρωτάθλημα Ιταλίας. Τελευταία φορά που το είχε καταφέρει ήταν τη σεζόν 1982-83, ενώ από το 1988 κι έπειτα δεν είχε τερματίσει ποτέ ούτε καν στην πρώτη τριάδα. Την ίδια εποχή, στη Φιορεντίνα αγωνιζόταν για μία δεκαετία ένας επιθετικός, που «διψούσε» για τίτλους. Ο λόγος για τον Γκαμπριέλ Μπατιστούτα. Παράλληλα, στη Ρόμα προπονητής ήταν ο Φάμπιο Καπέλο, ο οποίος έψαχνε την εξιλέωση για τα δύο προηγούμενα αποτυχημένα περάσματά του από Ρεάλ και Μίλαν. Γι’ αυτό και βρήκε τη λύση στα μάτια του Μπατιστούτα. Ο Αργεντινός επιθετικός μπορεί να ήταν ήδη 31 ετών, όμως ο Καπέλο επέμεινε στην απόκτησή του, πιέζοντας μαζί με τους φιλάθλους τον πρόεδρο του συλλόγου. Και τα κατάφερε, με τη Ρόμα να δίνει στη Φιορεντίνα 32 εκατομμύρια ευρώ, ένα πόσο που αποτελεί ακόμη και σήμερα ρεκόρ για απόκτηση ποδοσφαιριστή άνω των 30. Ο Καπέλο, όμως, ήξερε τι έκανε. Στην πρώτη του χρονιά με τη φανέλα των «τζιαλορόσι», ο Μπατιστούτα σημείωσε 20 τέρματα στο Καμπιονάτο, οδηγώντας την ομάδα του στον πολυπόθητο τίτλο. Τα επόμενα δύο χρόνια, που έμεινε στη Ρώμη, μπορεί να έδωσε πολύ λιγότερα, όμως ο Μπατιστούτα έμεινε στην ιστορία για τα επιτεύγματά του σε μία μόλις σεζόν.

Ζουνίνιο (Λυών – 2001)
Πριν την έλευσή του Βραζιλιάνου στο Ζερλάν, η Λυών δεν είχε κατακτήσει ποτέ στην 100χρονη – τότε – ιστορία της το πρωτάθλημα Γαλλίας. Και τα κατάφερε στην πρώτη χρονιά παρουσίας του Ζουνίνιο Περναμπουκάνο στην ομάδα. Και αυτό ήταν μόνο η αρχή. Επί ημερών Ζουνίνιο, η Λυών κατέκτησε έξι ακόμα διαδοχικά πρωταθλήματα και συνολικά 14 τρόπαια, ενώ εκείνη τη δεκαετία ήταν μία από τις καλύτερες ομάδες της Ευρώπης. Τρεις φορές έφτασε μέχρι τα προημιτελικά του Τσάμπιονς Λιγκ (2004, 2005, 2006) και μία φορά στα ημιτελικά (2010). Τι συμμετοχή είχε σε όλα αυτά ο Βραζιλιάνος βιρτουόζος μέσος; Είχε 100% καταλυτικό ρόλο στο παιχνίδι της ομάδας. Η Λυών «χτίστηκε» γύρω από αυτόν, η μπάλα περνούσε πάντα από τα πόδια του, ενώ η ηγετική του φυσιογνωμία τον έκανε αρχηγό της ομάδας. Φυσικά, το δυνατό του σημείο ήταν οι εκτελέσεις φάουλ. Ο Ζουνίνιο αποτελεί έναν από τους κορυφαίους ποδοσφαιριστές όλων των εποχών στις στημένες φάσεις. Από τα 100 τέρματα που σημείωσε με τη φανέλα της Λυών, τα 44 ήταν από απευθείας εκτελέσεις φάουλ. Είτε από μακρινή, είτε από κοντινή απόσταση, κάθε φάουλ που κέρδιζε η Λυών ήταν σαν... πέναλτι. Με την αποχώρησή του το 2009, άρχισε και η αγωνιστική πτώση του συλλόγου.

Κλοντ Μακελελέ (Τσέλσι – 2003)
«Σίγουρα δε θα μας λείψει ο Μακελελέ. Η τεχνική του είναι κάτω από το μέσο όρο, δεν έχει τη δυνατότητα να ντριμπλάρει, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό μεταβιβάσεών του είναι προς τα πίσω ή τα πλάγια και δεν μπορεί να βγάλει πάσα μεγαλύτερη από τα τρία μέτρα. Με τους παίκτες που θα έρθουν στην ομάδα, είναι δεδομένο πως οι φίλαθλοι θα τον ξεχάσουν γρήγορα». Αυτά ήταν τα λόγια του προέδρου της Ρεάλ Μαδρίτης, Φλορεντίνο Πέρεθ, όταν ο Γάλλος αμυντικός μέσος αποχώρησε από το Σαντιάγο Μπερναμπέου το 2003 για λογαριασμό της Τσέλσι. Η ειρωνεία; Ο Φλορεντίνο Πέρεθ είχε απόλυτο δίκιο, αναφορικά με τα αγωνιστικά χαρακτηριστικά του Μακελελέ, ο οποίος δεν είχε τη δυνατότητα να ξεσηκώνει το κοινό, όπως ο Ζιντάν ή ο Φίγκο. Αυτά που έκανε, όμως, ο Γάλλος δεν μπορούσαν να μετρηθούν με αριθμούς στις στατιστικές κατηγορίες. Η Ρεάλ Μαδρίτης, λοιπόν, αποφάσισε το 2003 να αποδεσμεύσει το καλύτερο γρανάζι της καλοκουρδισμένης – μέχρι τότε – μεσαίας γραμμής της, με την Τσέλσι να μη χάνει την ευκαιρία και να τον κάνει κάτοικο Στάμφορντ Μπριτζ. Αυτή η μεταγραφική κίνηση έμελλε να αλλάξει τη σύγχρονη ιστορία και των δύο ομάδων. H αποχώρηση του Μακελελέ από τη Ρεάλ Μαδρίτης αποτέλεσε την αρχή του τέλους των πρώτων galacticos, ενώ ταυτόχρονα η έλευσή του στην Τσέλσι ξεκίνησε τη δυναστεία των «μπλε». Τα λόγια των πρώην συμπαικτών του (Μακ Μάναμαν, Ιέρο) στη «βασίλισσα» ήταν ενδεικτικά της αξίας του και της χρησιμότητας του στον αγωνιστικό χώρο, ενώ όπως είχε πει και ο Ζιντάν: «Για ποιο λόγο να προσθέσεις άλλη μια στρώση χρυσού χρώματος σε μία Bentley, όταν χάνεις τον κινητήρα της;»

Αντρέα Πίρλο (Γιουβέντους – 2011)
Ένα ακόμη «δώρο» από μία ομάδα σε άλλη. Και μάλιστα από την ίδια χώρα. Το 2011 η Μίλαν έκρινε πως ο Πίρλο δεν μπορούσε να δώσει κάτι παραπάνω στην ομάδα. Για δέκα χρόνια ήταν παίκτης των «ροσονέρι», κατακτώντας τα πάντα. Πρωταθλήματα, κύπελλα, Τσάμπιονς Λιγκ. Ήταν, όμως, 32 ετών και οι αντοχές του δεν ήταν οι ίδιες με αυτές του παρελθόντος, σύμφωνα με τους ανθρώπους του συλλόγου. Δεν ήταν γρήγορος και δεν ήταν δυνατός πλέον. Γιατί, πότε είχε αυτά τα χαρακτηριστικά ο Πίρλο; Ο Ιταλός ήταν πάντα ένα δεκάρι, που αγωνιζόταν στη θέση του αμυντικού μέσου, λόγω του μαγικού δεξιού ποδιού του και του μυαλού του. Έτσι, η μεγάλη αντίπαλος της Μίλαν, η Γιουβέντους, δεν άφησε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Ο Πίρλο ήταν ελεύθερος, με αποτέλεσμα να τον αποκτήσει, χωρίς να δώσει ούτε ένα ευρώ στη Μίλαν. «Όταν ο Αντρέα μου είπε ότι υπέγραψε στη Γιουβέντους, είπα από μέσα μου “τελικά υπάρχει Θεός”.  Ένας παίκτης αυτού του επιπέδου, σίγουρα αποτελεί τη μεταγραφή του αιώνα». Αυτά ήταν τα λόγια του Τζιανλουίτζι Μπουφόν, τότε, με τον προπονητή της «Μεγάλης Κυρίας», Αντόνιο Κόντε να χτίζει την ομάδα γύρω από τον 32χρονο Πίρλο. Το τι κατάφερε η Γιουβέντους επί ημερών του «μαέστρου» είναι γνωστό. Τέσσερα συνεχόμενα πρωταθλήματα και επιστροφή στην ελίτ της Ευρώπης μετά από αρκετά χρόνια, ενώ δίπλα του αναδείχθηκαν ποδοσφαιριστές, όπως ο Βιδάλ και ο Μαρκίζιο.