Ο άνθρωπος που άλλαξε το ποδόσφαιρο

Ο Γιώργος Κοντογεώργης γράφει για τον Ζαν Μαρκ Μπόσμαν, τον άνθρωπο που πριν 20 χρόνια άλλαξε για πάντα την ιστορία του ποδοσφαίρου.

Το 1983 ο διεθνής με τις μικρές ομάδες του Βελγίου έγινε παίκτης της Σταντάρ Λιέγης και επτά χρόνια αργότερα ξεκίνησε μία μάχη που έμελλε να αλλάξει τα πάντα. Τέτοιες μέρες το 1995, ο τότε 31χρονος θριάμβευσε στις αίθουσες των δικαστηρίων εξασφαλίζοντας για πάντα ένα πολύ πιο άνετο και από θέση ισχύος μέλλον για κάθε παίκτη. Αν και ποτέ δεν αγωνίστηκε στο top-level, ο Μπόσμαν μνομονεύεται μέχρι σήμερα στις ελεύθερες μεταγραφές και έχει περάσει για πάντα στα βιβλία της ιστορίας. Η υπόθεση που κράτησε 5.5 χρόνια έφερε τα πάνω-κάτω σε μια μέρα αλλάζοντας τον χάρτη του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου, με τους παίκτες να έχουν πλέον νέους ορίζοντες και πολλές φορές δύναμη σε βάρος των συλλόγων.

Το συμβόλαιο του Μπόσμαν με την Λιρς έληξε το 1990 και εκείνος ήθελε να πάρει μεταγραφή στην Δουκέρκη, όμως η ομάδα όχι μόνο δεν του το επέτρεψε αλλά μείωσε και το συμβόλαιό του κατά 70%. Ο Βέλγος μέσος προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και ύστερα από μια ζωή ολόκληρη στις αίθουσες πάρθηκε η ιστορική απόφαση για το ότι το να μην επιτραπεί στον Μπόσμαν να φύγει αποτελεί καταπάτηση του δικαιώματος της ελευθερίας μετακίνησης κάτι το οποίο συνέβαινε σε άλλα πεδία μέσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η απόφαση ήταν αποτέλεσμα τριών διαφορετικών νομικών υποθέσεων. Αυτή της βελγικής ομοσπονδίας κατά του Μπόσμαν και της Λιρς και της Ευρωπαϊκής Ενωσης και της UEFA κατά του παίκτη. Η FIFA το έκανε άμεσα διεθνή κανόνα. «Ηταν πραγματικά μια κατάσταση η οποία δεν γινόταν να παραμείνει και αποτέλεσε τεράστιο βήμα για τους παίκτες και τις καριέρες τους» είπε τότε ο καθηγητής sports management, Στέφαν Σιμάνσκι.

Οι παίκτες απέκτησαν το δικαίωμα της διαπραγμάτευσης με τον ίδιο η άλλο σύλλογο όταν τελείωνε το συμβόλαιό τους και έχουν τη δυνατότητα να υπογράψουν σε ομάδες της αρεσκείας τους ακόμα και 6 μήνες πριν την ολοκλήρωσή του. Εκτός από το ότι έπαψαν να είναι δέσμιοι των ομάδων, υπήρξε κάτι ακόμα που διέλυσε το υπάρχον σκηνικό. Αυτό ήταν η ελευθερία μετακίνησης εργαζομένων-ποδοσφαιριστών μέσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση αφού κάθε παίκτης που προερχόταν από χώρα-μέλος είχε δικαίωμα να παίξει σε οποιοδήποτε κλαμπ χωρίς περιορισμό. Σαν ‘κοινοτικός’ δηλαδή. Ο νέος κανονισμός άνοιξε την αγορά και μαζί ευκαιρίες για δεκάδες χιλιάδες ποδοσφαιριστές με τσουνάμι μετακινήσεων να ακολουθεί και τις λίγκες να προσαρμόζουν τους κανονισμούς τους στα νέα δεδομένα αφού μέχρι τότε τα κλαμπ μπορούσαν να έχουν μέχρι τρεις ξένους.

Οι πύλες για τους ποδοσφαιριστές κάθε ποιοτικού επιπέδου, σε κάθε γωνιά της γης, είχαν ανοίξει για πάντα, αφού μέχρι τότε οι πιθανότητες να βρουν δουλειά εκτός συνόρων ήταν ελάχιστες, όμως υπάρχουν και πράγματα που υπέστησαν ζημιά/φθορά από τον νόμο Μπόσμαν. Οπως το εγχώριο ταλέντο. Με τα κλαμπ από κάθε επαγγελματική κατηγορία να μπορούν να αναζητήσουν παντού φτηνές λύσεις, οι ευκαιρίες των παικτών από τις ακαδημίες μειώνονται, ενώ κατά συνέπεια οι ομάδες παύουν να έχουν τα χαρακτηριστικά της χώρας από την οποία προέρχονται.

Οταν ο Μπόσμαν ξεκίνησε τον τεράστιο αγώνα του, τα κλαμπ είχαν το πάνω χέρι στο ποδόσφαιρο. Αν το συμβόλαιο ενός παίκτη τελείωνε, η ομάδα του είχε ακόμα το δικαίωμα να πάρει αποζημίωση. Αν παρότι υπήρχε ενδιαφερόμενη ομάδα οι δύο δεν κατέληγαν σε συμφωνία, ο ποδοσφαιριστής ήταν αναγκασμένος να υπογράψει μονοετές συμβόλαιο με την παλιά του και πολλές φορές με πολύ χαμηλότερες αποδοχές από το προηγούμενο.

Είκοσι χρόνια μετά, όλα είναι αλλιώς. Τα κλαμπ αναγκάζονται να κάνουν τα πάντα για να κρατήσουν απόλυτα ικανοποιημένα τα αστέρια τους, τα οποία έχουν όλη τη δύναμη δική τους αφού μπορούν να απειλήσουν ότι θα φύγουν και με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζουν ακόμα μεγαλύτερα συμβόλαια χρησιμοποιώντας τον κανονισμό σαν μέτρο πίεσης. Μαζί με τους παίκτες, κυρίαρχοι είναι και οι μάνατζερ που παίρνουν τεράστια ποσά απλά για να μετακινήσουν τους πελάτους σε συγκεκριμένα κλαμπ ενώ τα διάφορα bonus έχουν εκτοξευθεί και οι προμήθειες κόβουν την ανάσα.

Οι παίκτες βγάζουν περισσότερα χρήματα από ποτέ, όμως ο σήμερα 51χρονος μάλλον δεν ξεπέρασε ποτέ το ότι δεν εκμεταλλεύτηκε τον θρίαμβο του στον βαθμό που άξιζε. Μετά το τέλος της υπόθεσης, ουσιαστικά δεν μπόρεσε να ξαναπαίξει μπάλα και κρέμασε τα παπούτσια του νωρίς. «Είμαι περήφανος γιατί δημιούργησα πολλές δουλειές, όμως και απογοητευμένος γιατί δεν κέρδισα τίποτα από αυτό».

Τα επόμενα χρόνια έλαβε περίπου ένα 1.5 εκατ. δολάρια ως αποζημίωση για τα τα έξοδα κατά τη διάρκεια της υπόθεσης όμως το ποσό που πήρε φορολογήθηκε από το κράτος και αναγκάστηκε να δώσει μεγάλο μέρος του. «Υπάρχουν παίκτες που βγάζουν 300.000 τον μήνα. Εγώ ποτέ δεν το είχα αυτό. Αν το είχα για έναν χρόνο, θα ζούσα άνετα για το υπόλοιπο της ζωής μου». Η εξέλιξη ήταν σοβαρό ψυχολογικό πλήγμα και η ζωή του πέρασε στο στάδιο του αλκοολισμού και της κατάθλιψης.

«Για 12 χρόνια έκανε λίγα πράγματα από το να πίνει στο μικρό μπαρ που χώριζε την κουζίνα από το σαλόνι του. Μια μέρα κατέρρευσε, χτύπησε το κεφάλι του κάτι που οδήγησε σε μία σειρά από επιληπτικές κρίσεις» έγραψε πρόσφατα δημοσιογράφος που είχε συζήτηση μαζί του. Η ψυχολογική ζημιά ήταν μεγάλη. Τα προβλήματα έγιναν περισσότερα το 2011 όταν συνελήφθη για βιαιοπραγία. Η 15χρονη κόρη της κοπέλας του αρνήθηκε να του βάλει ακόμα ένα ποτό και έγινε βίαιος σε βάρος της ίδιας και της μητέρα της.

Τον τελευταίο χρόνο όλα έχουν πάει καλύτερα για τον άνθρωπο που άλλαξε το ποδόσφαιρο. «Ελπίζω να μπορέσει να ζήσει με το ότι ήταν αυτός που άλλαξε το σύστημα μεταγραφών. Υστερα από 20 χρόνια πρέπει να αρχίσει μια νέα ζωή. Θα είναι κάτι πολύ σημαντικό για τον ίδιο, τα παιδιά και το μέλλον του. Δεν μπορείς να ζεις στο παρελθόν» είπε πρόσφατα ο Γενικός Γραμματέας της FIFPro. «Ανοιξε την πόρτα σε τόσους παίκτες, νιώθουμε υπεύθυνοι γι’ αυτόν».