Η Μπαρτσελόνα φίμωσε την ιστορία της

Ο Γιώργος Καραμάνος διαβάζει την κενή σελίδα στην ιστορία του συλλόγου, συνέπεια της λανθασμένης απαγόρευσης έκφρασης των οπαδών και τη σιγή που την απομάκρυνε από την έννοια του «Més que un club».

Η πιο περιβόητη ποδοσφαιρική φράση στην Ισπανία και ίσως στην υφήλιο, έχει συγκεκριμένη ημερομηνία εμφάνισης και φυσικά κάποιον που την ξεστόμισε πρώτος. Δεν είναι λίγοι όσοι υποστηρίζουν ότι ήταν στις 15 Γενάρη του 1968, όταν ο Ναρσίς ντε Καρέρας, θέλοντας να δώσει έμφαση στη σχέση της Μπαρτσελόνα με την Καταλονία, είπε το περίφημο «Més que un club». Για την ακρίβεια το έκανε στην τελική ομιλία του πριν την κάλπη για τις προεδρικές εκλογές του συλλόγου και νίκησε.

Ωστόσο, οι ιστορικοί της Μπάρτσα έχουν καταλήξει στο ότι τα… πνευματικά δικαιώματα της ατάκας ανήκουν στον τότε αντιπρόεδρο του Ντε Καρέρας, τον Αγουστί Μοντάλ Κόστας, ο οποίος λίγο αργότερα, από το 1969 έως το 1977 υπήρξε με τη σειρά του πρόεδρος των Μπλαουγκράνα. Ο Μοντάλ λοιπόν σε μία δική του ομιλία, στην προσπάθεια για επανεκλογή τον Ιούνιο του 1973, έγινε ο πραγματικός πατέρας του «Κάτι περισσότερο από ένας σύλλογος».

Βέβαια οι Ντε Καρέρας και Μοντάλ υπήρξαν απλά εκείνοι που μπόρεσαν να συμπυκνώσουν σε τρεις λέξεις όλα αυτά που από την ίδρυση της πρέσβευε για τους πιστούς της η Μπαρτσελόνα. Ηταν η ριζωμένη αίσθηση της δημοκρατίας, της πολιτιστικής και κοινωνικής της διάστασης, της στάση στο πλευρό των αδικημένων. Επιχείρησαν δηλαδή να δώσουν νόημα και ουσία στην κεντρική ιδέα που θεμελίωσε ο Χανς ή καταλανικά ο Τζουάν Γκαμπέρ. Ο Ελβετός ιδρυτής γνώριζε την διττή σημασία της φράσης πολύ πριν αυτή ειπωθεί. Για εκείνον αρχικά το θέμα ήταν ότι το club ασχολούνταν με όλα τα αθλήματα κι όχι μόνο με το ποδόσφαιρο. Ηξερε βέβαια ότι το ζήτημα ήταν και εθνολογικό.

Ο Γκαμπέρ ένιωθε πως οι βαθιά δημοκρατικοί Καταλανοί ενδόμυχα είχαν ανάγκη μία ομάδα, γύρω από την οποία θα μπορούσαν να συνασπιστούν και να εκφράσουν τις ανησυχίες, την αντίδραση τους. Κάπως έτσι η Μπάρτσα έγινε το κέντρο της διακήρυξης του καταλανισμού, των εθνικών δικαιωμάτων και της αυτονομίας, που η πλειονότητα των πολιτών αυτής της περιοχής της Ιβηρικής αξίωνε. Το παλιό «Λες Κορτς» άρχισε να γίνεται ταυτόχρονα πεδίο μπάλας και αντίστασης. Εκεί όπου οι γηγενείς μπορούσαν να απλώσουν την τοπική σημαία (senyera), δίχως να συλληφθούν στα χρόνια που προηγήθηκαν του Εμφυλίου και της επακόλουθης δικτατορίας του Φρανθίσκο Φράνκο, σε εκείνα που υπήρξαν ακόμα πιο σκληρά και αφορούσαν την εποχή του δυνάστη Μιγκέλ Πρίμο ντε Ριβέρα.

Ωσπου ο Λαντισλάο Κουμπάλα απογείωσε στα 50s το παιχνίδι και υποχρέωσε να δημιουργηθεί το γιγαντιαίο «Καμπ Νόου». Εκεί η ιστορία συνέχισε να γράφεται. Μόνο που την Κυριακή το μεσημέρι μία σημαντική σελίδα της ιστορίας έμεινε κενή. Οσο άδειες ήταν και οι εξέδρες. Η διοίκηση του συλλόγου πήρε τη λάθος απόφαση, επειδή φοβήθηκε. Ισως ήταν οι παροτρύνσεις των ριζοσπαστικών, που ζητούσαν από τους οπαδούς να πατήσουν το χορτάρι και να χαλάσουν το παιχνίδι, εφόσον αυτό ξεκινούσε. Ισως τα επεισόδια και οτιδήποτε θα μπορούσε να συμβεί στις εξέδρες, που θα ξέφευγε από τον έλεγχο. Αυτά έχουν τη λογική τους, αλλά στέρησαν από την ίδια την Μπαρτσελόνα την πραγματική φωνή της και ακύρωσαν το αντιδραστικό παρελθόν της.

«Η Μπαρτσελόνα καταδικάζει τα γεγονότα που διαδραματίζονται σε μέρη της Καταλονίας και που σκοπό έχουν να αποτρέψουν τους πολίτες από το να εξασκήσουν το δημοκρατικό δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης», έγραφε η επίσημη ανακοίνωση του club. Στην ουσία όμως αυτό έκανε ακριβώς το ίδιο με την απόφαση του να κρατήσει 98.000 εκτός γηπέδου: δεν τους επέτρεψε να εκφραστούν στο παραδοσιακό σημείο συγκέντρωσης, εκεί όπου για πάνω από έναν αιώνα ακούγεται η φωνή τους και η ίδια η ομάδα τους τη σίγησε.

«Προσωπικά δεν θα έπαιζα στο παιχνίδι. Θα το έκανα μόνο μπροστά στους οπαδούς», ήταν η άποψη του εμφανώς ενοχλημένου Πεπ Γκουαρδιόλα. Στο γήπεδο επικρατούσε απόλυτη σιγή και στο ταμπλό εμφανίστηκε η λέξη «Δημοκρατία». Η βουβή λέξη δηλαδή που θα μπορούσαν να της δώσουν ψυχή τόσες χιλιάδες στόματα. Την ίδια στιγμή απ' έξω, οι οπαδοί έβριζαν τον πρόεδρο και ακουγόταν η ιαχή «Μπαρτομέου παραιτήσου». Ο ισχυρός άνδρας μόλις τους είχε σταματήσει από δύο πράγματα: το να φωνάξουν υπέρ της ανεξαρτησίας όσοι το αισθάνονταν και το να γουστάρουν με την μπαλίτσα, όσοι απλά ήθελαν να δουν τον Μέσι.


 

Μέσα από όλες αυτές τις δύσκολες καταστάσεις, το «Més que un club» ήρθε μέχρι τη δικιά μας εποχή, έχοντας απολέσει στην πραγματικότητα μεγάλο κομμάτι του ρομαντισμού και της σκληρότητας, μέσα στην οποία γαλουχήθηκε και έφτασε να γίνει συνώνυμο ενός τόσο μεγάλου club. Η αλήθεια είναι πάντως πως πλέον έχει φτάσει στο σημείο να αμφισβητείται ή ακόμα και να γίνεται αντικείμενο ειρωνείας από τους αντιπάλους, καθώς η Μπαρτσελόνα έχει μετατραπεί σε έναν πολυεθνικό κολοσσό, μία παγκόσμια εταιρεία που κάνει τεράστιο τζίρο κάθε χρόνο.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι η φράση είναι ένα πετυχημένο σλόγκαν για το marketing. Με την απαγόρευση εισόδου κυκλοφόρησαν αμέσως ιστορίες για ποδοσφαιρόφιλους που χάλασαν όλες τις οικονομίες τους, για να ταξιδέψουν από την άλλη άκρη του κόσμου και να δουν την αγαπημένη τους ομάδα, αλλά ξέμειναν κι αυτοί απ' έξω. Το εν λόγω γήπεδο είναι κατά ένα σημαντικό ποσοστό γεμάτο από Ασιάτες και Λατίνους τουρίστες, καθώς το brand του club έχει φτάσει στα πέρατα του κόσμου, με αρνητική συνέπεια πολλοί Καταλανοί να μην πηγαίνουν καν να δουν την ομάδα από κοντά. Αφενός δεν μπορούν, λόγω, των οικονομικών συνθηκών, αφετέρου νιώθουν ότι πλέον δεν χωρούν συναισθηματικά.
 
Ωστόσο, υπάρχει ακόμα ζωντανός ένας σημαντικός αντίλογος, που είναι ικανός να κρατήσει ζεστή τη σχέση της ομάδας με την αγαπημένη φράση της. Προφανώς, το πιο σοβαρό παράδειγμα είναι το ίδιο το καταλανικό ζήτημα. Δεν μπορεί να καίγεται η Βαρκελώνη και η Μπάρτσα να απέχει με βουβαμάρα στις εξέδρες. Γι' αυτό και η αυτή η σύγχρονη μορφή που έχει πάρει ο σύλλογος, έλαβε τη χειρότερη απόφαση. Με αυτό τον τρόπο ισχυρίστηκε ότι θα κοινωνήσει το πρόβλημα στον υπόλοιπο κόσμο.

Δεν είναι όμως έτσι. Στην πραγματικότητα με την απαγόρευση στους οπαδούς της να εκφραστούν, η Μπαρτσελόνα αυτοακυρώθηκε και ήταν λες και διαχωρίστηκε από τον λαό, ενώ ανέκαθεν πορεύτηκαν μαζί. Ετσι βρέθηκε πιο μακριά από ποτέ όσον αφορά την ίδια τη σχέση της με την Καταλονία, με το «Més que un club» και την επαφή με τις αξίες που έθεσε έναν αιώνα πριν ο Τζουάν Γκαμπέρ. Και τώρα θα πρέπει να βρει τρόπο να καλύψει το κενό και πάνω απ' όλα ν' αποφασίσει πιο ξεκάθαρα τι ακριβώς θα ήθελε η ίδια να συμβεί με το καυτό ζήτημα, κάτι που δεν την βολεύει ποδοσφαιρικά και ως οικονομικό κολοσσό...

ΥΓ. Οπως δαβάζω στα σχόλια και στο Facebοok και κατάλαβα κι εδώ, μάλλον κάτι δεν έγραψα καλά. Δεν λέω στο κείμενο ότι δεν θα έπρεπε να γίνει το παιχνίδι, αλλά να γινόταν κανονικά με οπαδούς. Αυτό είχα την αίσθηση ότι εννοούσα.

Follow me: @jorgkeraman