Δύο τύποι που κάνουν το ποδόσφαιρο να μοιάζει με μπάσκετ!

Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για τις πινελιές του Πεπ Γκουαρδιόλα και του Λουίς Ενρίκε σε ένα παιχνίδι – έργο τέχνης που παρουσίασαν το βράδυ της Τρίτης στο Etihad, που έμοιαζε – στις προπονητικές στρατηγικές – με αγώνα μπάσκετ.

Τον καιρό που αυτοί οι δύο τύποι σκέπτονταν να γίνουν προπονητές, και μοιράζονταν τις σκέψεις και τις ιδέες τους στο δωμάτιο που μοιράζονταν ως ποδοσφαιριστές στην Μπαρτσελόνα, στα τέλη της δεκαετίας του '90, πιθανόν ούτε οι ίδιοι να φαντάζονταν την επιρροή που θα μπορούσαν να ασκήσουν στην σημερινή εποχή του ποδοσφαίρου. Πολύ πιθανόν δηλαδή αυτό που μας έδειξαν χθες στο τερέν του Etihad Stadium να έχει κατά πολύ ξεπεράσει την προ 15ετίας φαντασία τους. Διότι είναι δύσκολο εκείνη την εποχή να φαντάζονταν ότι σήμερα θα συμπεριφέρονταν περίπου ως προπονητές μπάσκετ, σε σχέση με την συμμετοχή που έχουν σε ένα ματς από τον πάγκο. Εννέα ή δέκα χρόνια πίσω, όταν και οι δύο τους ξεκινούσαν στην προπονητική, δεν κυκλοφορούσαν στον πλανήτη ποδόσφαιρο προπονητές που πείραζαν τόσο πολύ και τόσο συχνά το παιχνίδι της ομάδας τους κατά την εξέλιξή του. Και γι' αυτό αμφότεροι λογίζονται ως καινοτόμοι προπονητές, που προσπαθούν να τρυπήσουν το ταβάνι και τους τοίχους της προπονητικής του ποδοσφαίρου και να βάλουν την φύση της προπονητικής σε άλλη διάσταση. Κι όσο αυτοί το προσπαθούν και οδηγούνται σε υπερβάσεις και καινοτομίες, τόσο εμείς απολαμβάνουμε το προνόμιο της τύχης που έχουμε να είμαστε σύγχρονοι του Πεπ Γκουαρδιόλα και του Λουίς Ενρίκε, και γευόμαστε εμπειρίες ποδοσφαίρου σαν αυτή που ζήσαμε ως τηλεθεατές το βράδυ της Τρίτης.

Το δεύτερο ματς ήταν συνέχεια του πρώτου, αυτού που είχε γίνει πριν από 15 μέρες στη Βαρκελώνη. Και για να εκτιμήσει ο θεατής το χθεσινό όσο του πρέπει θα έπρεπε να έχει δει και το πρώτο μέρος, αυτό του Camp Nou. Στο πρώτο δεκάλεπτο οι μονομάχοι έμοιαζαν με θηρία που, μετά από έναν γερό καυγά, κοιτάζονταν περιμένοντας ο ένας την επίθεση του άλλου, κι αυτό συνέβη λόγω της επιλογής που έκαναν και οι δύο προπονητές να αφήσουν ο ένας στον άλλο την πρωτοβουλία και να κρατήσουν ο καθένας για τον εαυτό του την επιλογή να ξαφνιάσουν τον αντίπαλο. Ο Γκουαρδιόλα δεν έβαλε στο τερέν τη Σίτι να κάνει επιθετική άμυνα στο αμυντικό τρίτο της Μπαρτσελόνα, όπως είχε ξεκινήσει στη Βαρκελώνη. Κι ο Ενρίκε, που είχε προαναγγείλει ότι θα δώσει χρόνο στον εαυτό του για να διαβάσει το ματς και την τακτική του Πεπ, δεν δοκίμασε τίποτα διαφορετικό από τα συνηθισμένα, με προσεκτικό passing game, της Μπαρτσελόνα.

Μετά από 11' λεπτά παιχνιδιού όμως το σκηνικό άλλαξε. Η Σίτι άρχισε ξαφνικά να κάνει επιθετική άμυνα όταν δεν είχε τη μπάλα, αλλά φανέρωσε και μια έκπληξη προς τον Ενρίκε. Ο Καμπαγιέρο και οι Οταμέντι – Στόουνς άρχισαν να σηκώνουν την μπάλα ψηλά και να τη μεταφέρουν με μεγάλες μπαλιές προς την επιθετική και όχι την μεσαία γραμμή. Ηταν το πρώτο σημάδι που έδινε ο Γκουαρδιόλα για τα διδάγματα που του έδωσε το ματς της Βαρκελώνης. “Παίξαμε με μεγάλες μπαλιές επειδή δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι να κρατάμε διαρκώς τη μπάλα και να χτίζουμε επιθέσεις με πολλές πάσες”, εξήγησε μετά το παιχνίδι ο Πεπ. Τόσο απλά, τόσο φυσικά, ο τύπος απέδειξε σε ένα βράδυ ότι είναι πολύ πιο ευέλικτος από όσο νομίζαμε, δηλαδή λιγότερο εμμονικός στα δόγματα της αντίληψής του για τον ιδανικό τρόπο ανάπτυξης παιχνιδιού.

Οταν άρχισε να πιέζει ψηλά η Σίτι, ο Ενρίκε άρχισε να δείχνει στο τερέν την δική του έκπληξη προς τον Γκουαρδιόλα: ο Ουμτιτί, ο Μαστσεράνο, ο Τερ Στέγκεν άρχισαν να ψάχνουν με διαγώνιες μπαλιές τον Νέιμαρ, τον Μέσι, τον Ράκιτιτς και τον Αντρε Γκόμεζ, οι οποίοι περίμεναν ακροβολισμένοι στο μεσαίο τρίτο του γηπέδου και προς τα εμπρός για να πάρουν τη μπάλα και να επιτεθούν. Κάτι που δεν είχαν δοκιμάσει στο Camp Nou. “Αυτή η αλλαγή μας ξάφνιασε και μας έβαλε σε μεγάλο πρόβλημα”, παραδέχθηκε μετά το ματς ο Γκουαρδιόλα. Διότι ναι, δύο προπονητές που γνωρίζονται τόσο καλά μπορούν ακόμη και σήμερα να εκπλήσσουν ο ένας τον άλλο, ακριβώς επειδή αλλάζουν στρατηγικές και δημιουργούν νέα δεδομένα με πολύ μεγάλη συχνότητα κατά τη διάρκεια ενός παιχνιδιού.

Από το 21'ο λεπτό, που ο Μέσι και ο Νέιμαρ εκδήλωσαν αποτελεσματικά μια τόσο γρήγορη κόντρα επίθεση, εμφανίζοντας το – κατά τον Μέσι – μεγαλύτερο σημάδι εξέλιξης και διεύρυνσης του επιθετικού ρεπερτορίου της Μπαρτσελόνα στον καιρό του Λουίς Ενρίκε, η Μπαρτσελόνα άρχισε να κυριαρχεί τόσο όσο δείχνουν τα ποσοστά κατοχής της μπάλας στο 39'ο λεπτό: 28%-72%. “Σε αυτό το διάστημα είδαμε την καλύτερη ομάδα στον κόσμο”, είπε ο Γκουαρδιόλα. “Αυτό το 40'λεπτο ήταν ίσως το καλύτερό μας στη σεζόν”, είπε ο Ενρίκε.

Κι ήρθε το λάθος του Σέρτζι Ρομπέρτο, το οποίο προκάλεσε η Σίτι χάρη στην επιθετική άμυνά της. Παρόλο που στα χέρια του Ενρίκε η Μπαρτσελόνα έχει δείξει την ευελιξία της να καταργεί όποτε χρειάζεται τον κανόνα του passing game και να ξεπερνά την πίεση μιας επιθετικής άμυνας με μεγάλες μπαλιές, ο Ισπανός, ένας χαφ που παίζει μπακ, λειτούργησε σαν χαφ και επιχείρησε να παίξει οριζόντια και όχι να απομακρύνει τη μπάλα. Και κάπως έτσι ήρθε το 1-1, που αποδείχθηκε ότι ήταν το σημείο καμπής σε αυτή τη ματσάρα που είδαν τα μάτια μας, όπως σχολίασαν οι δύο προπονητές. Διότι αυτό το γκολ τόνωσε ψυχολογικά την Σίτι τόσο που αυτή κατάφερε να ξαναμπεί στο ματς. Στο 45' τα ποσοστά της κατοχής της μπάλας είχαν γίνει 40%-60%. “Μετά το 1-1 νιώσαμε και καταλάβαμε ότι το κακό διάστημα είχε περάσει”, είπε ο Πεπ.

Την μεγαλύτερη και, τελικώς, πιο καθοριστική έκπληξη στο ματς την έκανε ο Γκουαρδιόλα στον Λουίς Ενρίκε. Δούλεψε με την ομάδα του στην εκδήλωση κόντρα επιθέσεων και τις εμφάνισε, ουσιαστικά για πρώτη φορά, απέναντι στην Μπαρτσελόνα. Ετσι δημιούργησε το φάουλ – γκολ του Ντε Μπρόινε, χάρη στην πολύ γρήγορη μετάβαση της Σίτι από την άμυνα στην επίθεση, η οποία έφερε το φάουλ που κέρδισε ο Νταβίντ Σίλβα από τον Μπουσκέτς. Με τον ίδιο τρόπο έφτιαξε και το τρίτο γκολ στο 74', σε ακόμη μια επίδειξη πνευματικής ευελιξίας του Γκουαρδιόλα, ο οποίος μέχρι πρότινος έδινε την εντύπωση ότι αποτάσσει τις κόντρα επιθέσεις. “Εμαθα πράγματα για τις ικανότητες των ποδοσφαιριστών μου απόψε. Είδα πόσο καλά μπορούμε να παίξουμε τις κόντρα επιθέσεις και συνειδητοποίησα ότι μπορούμε να τις χρησιμοποιούμε ως ένα επιπλέον όπλο στο μέλλον”, είπε μετά το ματς ο Γκουαρδιόλα. Η λάμψη στο πρόσωπό του φανέρωνε ενθουσιασμό προπονητή που μόλις ανακάλυψε τον “αιφνιδιασμό” των προπονητών του μπάσκετ. Αυτή η αλλαγή επιβεβαίωσε το βασικό συμπέρασμα που έχει εξάγει παρακολουθώντας τον στενά την τελευταία περίπου τετραετία ο προπονητικός βιογράφος του, ο Μάρτι Πεναρνάου, ότι όσα έζησε στη Γερμανία και όσα ήδη ζει στην Αγγλία τον αλλάζουν και τον κάνουν καλύτερο και πιο ευέλικτο προπονητή. Αυτή τη λύση, των κόντρα επιθέσεων ο Πεπ την χρησιμοποίησε ακριβώς επειδή έμαθε στο Camp Nou, όσο η ομάδα του δεινοπαθούσε, ότι η Σίτι δεν είναι ακόμη έτοιμη για να υπηρετήσει το δικό του passing game. Χρειάστηκε να το πληρώσει ακριβά αυτό το μάθημα, με τη βαρύτερη ήττα της Σίτι στο Champions League. Αυτά τα μαθήματα όμως ο Ισπανός τα αντιλαμβάνεται ως αναγκαία για την ωρίμανση της ομάδας που φτιάχνει. Και έχει το θάρρος να τη βάζει την ομάδα του σε τέτοιες δοκιμασίες. Από πού το αντλεί αυτό το κουράγιο; “Θέλουμε χρόνο, η Σίτι δεν ζούσε στο Champions League τα τελευταία 30 χρόνια, δεν είναι εύκολο να ανεβεί και να σταθεροποιηθεί σε αυτό το επίπεδο. Οι άνθρωποι δεν μας δίνουν χρόνο, αλλά το κλαμπ μας δίνει”, είπε μετά το ματς. Και αυτή είναι η εξήγηση. Σε αντίθεση με τα αγγλικά media και ίσως και τον υπόλοιπο πλανήτη ποδόσφαιρο, που ενθουσιάστηκαν με τα πρώτα δείγματα της Σίτι του Πεπ και βιάστηκαν να πιστέψουν ότι την έχει ήδη μεταμορφώσει με το μαγικό του ραβδί, με συνέπεια να αρχίσουν με το ίδιο μεγάλη ένταση εκ των υστέρων να αμφισβητούν την συμβατότητα των μεθόδων του με το αγγλικό ποδόσφαιρο μόλις ήρθαν τα πρώτα στραβά αποτελέσματα, το κλαμπ του δείχνει πόσο τον εμπιστεύεται. Και μέχρι εδώ αυτό του είναι αρκετό για να τον κρατά ήρεμο.

Προκειμένου να διαχειριστεί αποτελεσματικά τη νέα κατάσταση παιχνιδιού μετά το 2-1, ο Γκουαρδιόλα προχώρησε σε αλλαγή σχηματισμού. Εφυγε από το 4-1-4-1 μετά το 60' και πήγε στο 4-2-3-1 με στόχο να κάνει στην Μπαρτσελόνα ότι του είχε κάνει εκείνη στο Camp Nou μετά το 60': χρησιμοποίησε δύο κεντρικούς μέσους, τον Φερνάντο και τον Γκιντογκάν για να πιέσουν πολύ την Μπάρτσα στις πρώτες της επαφές με τη μπάλα έξω από τη μεγάλη της περιοχή, δηλαδή σε κάθε ξεκίνημα εκδήλωσης επίθεσης, προκειμένου να κλέβουν την μπάλα και να δίνουν στη Σίτι το δικαίωμα να παίξει στην κόντρα. Ο εκνευρισμός των ποδοσφαιριστών της Μπαρτσελόνα μεγάλωσε, και κάπως έτσι αυτοί δεν κατάφεραν να αντιδράσουν μετά από το 74', σε ένα ματς το οποίο θα μπορούσαν με άνεση να έχουν καθαρίσει από το πρώτο ημίχρονο.

Η λήξη αυτού του ματς έδωσε στον Γκουαρδιόλα μια στατιστική απεικόνιση – μάθημα. Η ομάδα του νίκησε τη Μπαρτσελόνα παρόλο που κράτησε μόνο κατά 41% τη μπάλα στα πόδια της (στο Camp Nou την είχε κρατήσει στο 48% του χρόνου). Με λιγότερο χρόνο κατοχής, η Σίτι εκδήλωσε μεγάλο αριθμό επιθέσεων (33 έναντι 39 της Μπάρτσα) και είχε περισσότερες τελικές προσπάθειες (13) από την αντίπαλό της (9). Παρότι κατάφερε περίπου τις μισές εύστοχες πάσες (240) από αυτές που είχε η Μπαρτσελόνα (498), και είχε λιγότερες πάσες στο κρίσιμο κομμάτι του τερέν, στην επίθεση (84 έναντι 123 της Μπάρτσα) η Σίτι τα κατάφερε. Δεν νίκησε με τον κλασσικό τρόπο του Γκουαρδιόλα. Νίκησε με έναν νέο τρόπο του Γκουαρδιόλα.

Το ποδόσφαιρο που γεννούν με τις επινοήσεις, την ανησυχία τους, την ευρύτητα στο πνεύμα, την λαχτάρα να εκμεταλλευτούν στο έπακρο όλα τα δυνατά σημεία των ποδοσφαιριστών τους και όλα τα αδύνατα σημεία των αντιπάλων τους, δημιουργεί ένα θέαμα πρωτόγνωρο. Αμυνες που πιέζουν αφόρητα έναν παίκτη και αφήνουν έναν άλλο αμαρκάριστο, λες και είναι ο ψηλός που δεν ευστοχεί σε τρίποντα, η άμεση εκδήλωση επιθέσεων, η εναλλαγή στα μέτρα που στήνουν τις αμυντικές τους γραμμές κατά την εξέλιξη του ματς, τα διπλά μαρκαρίσματα, οι υπερφορτώσεις πλευρών, η επιλογή να αφήνουν έναν παίκτη στην αντίθετη πλευρά από αυτή που παίζεται το παιχνίδι (χθες το δοκίμασε πολλές φορές, όχι αποτελεσματικά, ο Γκουαρδιόλα με τον Ντε Μπρόινε) είναι στοιχεία που δανείζονται και μεταφέρουν στο ποδόσφαιρο από την προπονητική του μπάσκετ και άλλων ομαδικών αθλημάτων. Και επειδή το κάνουν τόσο καλά και τόσο αποτελεσματικά, δημιουργούν μεγάλο ρεύμα στην προπονητική της εποχής. Και βρίσκουν μιμητές, όπως κανείς μπορεί εύκολα να διαπιστώσει αν παρακολουθήσει προσεκτικά αγώνες των μεγάλων ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων. Ακόμη και αν κάποιες φορές το παρακάνουν, είμαστε πολύ τυχεροί που το κάνουν. Διότι αλλάζουν την ποιότητα του θεάματος του ποδοσφαιρικού παιχνιδιού που λαμβάνει το γυμνό μάτι, του τηλεθεατή. Φτιάχνουν ομάδες που κινούνται με συγχρονισμό και αρμονία μπαλέτου, αφήνουν ελεύθερο το πνεύμα ποδοσφαιριστών της κορυφαίας ποιότητας, και κάπως έτσι γεννούν και παράγουν ποδόσφαιρο της υψηλότερης τέχνης.