Η δουλειά του Μπέντο έστειλε την ΑΕΚ αδιάβαστη

Η δουλειά του Μπέντο έστειλε την ΑΕΚ αδιάβαστη

Ο Βασίλης Σαμπράκος κοιτάζει προσεκτικά όσα έκανε ο Ολυμπιακός στο τερέν του Καραϊσκάκη και όσα δεν έκανε η ΑΕΚ, σε ένα ντέρμπι που είχε την αναμενόμενη εξέλιξη και κατάληξη, και αναρωτιέται πώς κρίνουν οι σύλλογοι τους προπονητές τους.

Η δουλειά του Μπέντο έστειλε την ΑΕΚ αδιάβαστη

Στα μάτια αυτού που ήθελε να μελετήσει και να δει, ο Ολυμπιακός και η ΑΕΚ είχαν δείξει από πριν τι επρόκειτο να συμβεί στο τερέν του Καραϊσκάκη. Απέναντι στον ΑΠΟΕΛ οι Ερυθρόλευκοι είχαν δείξει την πρόοδο και την εξέλιξη της δουλειάς του Πάουλο Μπέντο, μιας δουλειάς περίπου 50 ημερών. Απέναντι στον Ηρακλή οι Κιτρινόμαυροι είχαν φανερώσει τις αδυναμίες που έχει το θεωρητικό παιχνίδι που προτιμά να διδάσκει και να ζητάει ο Τιμούρ Κετσπάγια τόσο στη φάση της άμυνας όσο και στη φάση της επίθεσης. Και επειδή και τα δύο αυτά δείγματα ήταν αντιπροσωπευτικά της δουλειάς που κάνουν οι δύο ομάδες, αυτό που συνέβη το βράδυ της Κυριακής ήταν η φυσική συνέπεια, βάση της ποδοσφαιρικής λογικής.

Ο Ολυμπιακός του Πάουλο Μπέντο την είχε δείξει την ικανότητα να χτίζει γρήγορα επιθέσεις με πολλές πάσες χάρη στην συντονισμένη κίνηση των ποδοσφαιριστών του χωρίς την μπάλα προκειμένου να δημιουργούν ή να εκμεταλλεύονται κενούς χώρους. Απέναντι στον ΑΠΟΕΛ την είχε δείξει αυτή την επίθεση με τις πολλές πάσες, ένα copy & paste της επίθεσης που έχτισε στο 6'ο λεπτό, η οποία γέννησε το γκολ του Ιντέγε. Απλώς την προηγούμενη φορά ο Ιντέγε δεν ήταν εύστοχος.

Η ΑΕΚ του Κετσπάγια υποτίθεται ότι είχε μελετήσει τον τρόπο που χτίζει τις επιθέσεις του ο Ολυμπιακός. Μόνο που δεν είχε προβλέψει το τρικ του Μπέντο με την κίνηση του Ελιονούσι στον άξονα προκειμένου να δημιουργήσει υπεραριθμία. Και μέχρι να διαβάσει ο προπονητής της τη νέα κατάσταση που δημιουργούσε στην άμυνά του αυτή η τακτική, το σκορ ήταν 1-0, διότι ο Νορβηγός πάσαρε στον Φορτούνη και έστειλε την ΑΕΚ αδιάβαστη.

Ο Ολυμπιακός είχε δείξει και απέναντι στον ΑΠΟΕΛ την εφαρμογή της ιδέας του προπονητή του για την κίνηση του Ιντέγε προς το πλάι στη στιγμή που ο στόπερ ξεκινά να χτίζει μια επίθεση, προκειμένου να “φορτώνει” μια πλευρά δημιουργώντας αριθμητικό πλεονέκτημα για την ομάδα του και την ίδια ώρα να τραβά εκτός περιοχής έναν στόπερ και να δημιουργεί ελεύθερο χώρο κίνησης για τους συμπαίκτες του. Της ΑΕΚ όμως της πήρε τουλάχιστον 35' λεπτά για να αρχίσει να προσαρμόζεται και να αμύνεται αποτελεσματικά σε αυτή την κατάσταση. Κι ήταν τυχερή που δεν δέχθηκε περισσότερα γκολ σε αυτό το διάστημα που ο Ολυμπιακός έφτανε με άνεση στην περιοχή της.

Χάρη στη δουλειά του, δηλαδή την τακτική και την ψυχοπνευματική προετοιμασία των ποδοσφαιριστών του ο Μπέντο εξασφάλισε πολύ νωρίς το προβάδισμα στο σκορ και πέρασε στη φάση διαχείρισής του. Αν ερχόταν από νίκες, ο Πορτογάλος θα επέλεγε να πιέσει διαρκώς ψηλά την ΑΕΚ και να την αναγκάσει σε ακόμη περισσότερα λάθη, σαν αυτό από το οποίο ήρθε το 2ο γκολ του Ολυμπιακού χάρη στην αποτελεσματικότητα της επιθετικής άμυνας των Ερυθρόλευκων. Ο Μπέντο δεν το έκανε κυρίως λόγω της παράνοιας που ζει στην Ελλάδα. Προτίμησε μια συντηρητική επιλογή εφαρμογής αυτού του πλάνου προκειμένου να μη ρισκάρει να αφήσει χώρους στην άμυνά του. Το έκανε προκειμένου να εξασφαλίσει ότι δεν θα βρεθεί εκτεθειμένος ο Ολυμπιακός στην περίπτωση που η ΑΕΚ είχε μάθει πώς να εξουδετερώνει την επιθετική άμυνα του αντιπάλου και να χτίζει σωστά τις επιθέσεις της υπό αυτές τις συνθήκες. Η ΑΕΚ όμως δεν το έχει μάθει αυτό, και γι' αυτό δέχθηκε το δεύτερο γκολ.

Ο πολύς κόσμος ρίχνει το ανάθεμα στον Λαμπρόπουλο. Το ίδιο μεγάλη ευθύνη όμως έχει στη φάση ο Γκάλο, ο οποίος υπό την πίεση που δέχεται από τον Φορτούνη αποφασίζει λανθασμένα να πασάρει στον Λαμπρόπουλο, ο οποίος αφενός βρίσκεται σε επικίνδυνο χώρο και αφετέρου έχει παίκτη, τον Μάρτινς, στην πλάτη του. Η ασφαλής επιλογή του Γκάλο ήταν το γέμισμα δίνοντας ύψος στη μπάλα. Αυτή την αντίδραση ζητούν οι προπονητές σε αυτές τις καταστάσεις παιχνιδιού. Ο Γκάλο δεν την έκανε. 2-0.

Ο Ολυμπιακός του Μπέντο είχε δείξει και στα προηγούμενα παιχνίδια του το σχέδιο με την μετατόπιση του Σεμπά στην περιοχή, με τον Ντε λα Μπέγια να δίνει πλάτος στο επιθετικό παιχνίδι, όταν η μπάλα βρίσκεται στα πόδια του κεντρικού μέσου (του Μάρτινς ή του Καμπιάσο), ο οποίος έτσι αποκτά δύο επιλογές για να παίξει τη μπάλα στην περιοχή. Και σε αυτό η ΑΕΚ ήταν αδιάβαστη, ασχέτως αν δεν το πλήρωσε με γκολ.

Ο Ολυμπιακός του Μπέντο είχε δείξει ακόμη έναν τρόπο ανάπτυξης, με την μετατόπιση ενός ακραίου μπακ στον άξονα. Κι αν ο Φιγκέιρας, που έκανε σωστά αυτή την κίνηση, είχε δει την κίνηση του Ντε λα Μπέγια και τον είχε προτιμήσει, ο Ολυμπιακός θα έφτανε με άνεση σε ακόμη ένα γκολ απέναντι σε μια αδιάβαστη ΑΕΚ.

Ο Ολυμπιακός του Μπέντο είχε επίσης δείξει ότι δουλεύει προκειμένου να βελτιώσει την μετάβασή του από την φάση που κυνηγά τη μπάλα στη φάση που επανακτά την κατοχή. Αυτή η δουλειά, που απαιτεί επιμονή στις προπονήσεις τακτικής με πολλές επαναλήψεις, όπως μπορεί να βεβαιώσει όποιος έχει παρακολουθήσει έστω μια προπόνηση της Ατλέτικο Μαδρίτης, η οποία υπό τον Σιμεόνε έχει αναγάγει αυτού του είδους το παιχνίδι σε επιστήμη, βγήκε στη φάση του 79'ου λεπτού και γέννησε το τρίτο γκολ. Το γκολ δεν ήρθε επειδή η μπάλα βρήκε, στο διώξιμο του Λαμπρόπουλου, στο πόδι του Φορτούνη. Ο Ολυμπιακός στάθηκε τυχερός στη φάση απλώς επειδή φρόντισε να προκαλέσει την τύχη του. Ο Φορτούνης ξεκινά το σπριντ του αμέσως μόλις ο Ελιονούσι γίνεται κάτοχος της μπάλας χάρη στο λάθος του Ντίντακ, το οποίο έχουν προκαλέσει με την πίεσή τους ο Φιγκέιρας και ο Καμπιάσο. Σε ελάχιστο χρόνο ο Ολυμπιακός περνά από την φάση “αμύνομαι” στη φάση “κάνω επίθεση”, την ίδια ώρα που η ΑΕΚ αργεί να κάνει το αντίθετο, με συνέπεια να έχουν αργές επιστροφές οι ποδοσφαιριστές της. 3-0.

Το ρεπορτάζ καταγράφει “ικανοποίηση του Ολυμπιακού” για τον Μπέντο και την απόδοση της ομάδας του, και “προβληματισμό στην ΑΕΚ” για τον Κετσπάγια και την απόδοση της ομάδας του. Ο Ολυμπιακός πρέπει να είναι από τον Μπέντο όσο ικανοποιημένος ήταν και στο ματς με τον ΑΠΟΕΛ, διότι η αποστολή του προπονητή φτάνει μέχρι την στιγμή που το προπονητικό σχέδιο αποδεικνύεται αποτελεσματικό για να βάλει την μπάλα στην αντίπαλη περιοχή με ευνοϊκές συνθήκες για την επίτευξη γκολ. Ο Ολυμπιακός αυτό το έκανε πολλές φορές και την Πέμπτη, μετά από οργανωμένη ανάπτυξη στην οποία ο παρατηρητής διάβαζε εύκολα ότι υπάρχει δουλειά προπονητή και όχι απλώς ατομικές εμπνεύσεις.

Η ΑΕΚ πρέπει να είναι από τον Κετσπάγια όσο προβληματισμένη ήταν και στα προηγούμενα παιχνίδια πρωταθλήματος. Διότι το πρόσωπο, η εικόνα, η απόδοση της ομάδας του είναι όμοια σε κάθε ματς. Και χθες, όπως και σε προηγούμενα παιχνίδια, οι κινήσεις των ποδοσφαιριστών της, είτε επρόκειτο για επιθετική άμυνα προς τους στόπερ και τον τερματοφύλακα του Ολυμπιακού, είτε επρόκειτο για κινήσεις των ποδοσφαιριστών χωρίς τη μπάλα για την ανάπτυξη του παιχνιδιού, είτε επρόκειτο για κινήσεις ποδοσφαιριστών στη φάση της άμυνας, ήταν ασυντόνιστες και ασυγχρόνιστες. Δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς με την μέθοδο που ακολουθεί ο Κετσπάγια. Και ο Κετσπάγια δεν άλλαξε μέθοδο στην πορεία. Ετσι δούλεψε από την αρχή, έτσι δούλευε και στις προηγούμενες δουλειές του. Συνεπώς η ΑΕΚ επέλεξε συνειδητά να δουλέψει με έναν προπονητή αυτής της φιλοσοφίας. Αν αποφασίσει να τον αλλάξει, θα δηλώνει ότι μετάνιωσε για την υιοθέτηση της μεθόδου του και όχι ότι τον κρίνει, αόριστα, αναποτελεσματικό. Θα τον αλλάξει επειδή θα αναγνωρίσει ότι κακώς τον διάλεξε, διότι ο Κετσπάγια αυτός ήταν και έτσι δούλευε.

 

Στο τερέν του Καραϊσκάκη, η διαφορά στη δουλειά της μιας ομάδας από την δουλειά της άλλης φαινόταν επί 90' λεπτά με γυμνό μάτι. Και ο προπονητής της μιας ομάδας δεν έχει συμπληρώσει δίμηνο, κι ενώ στο μεταξύ έχει διαφοροποιηθεί πολύ το ρόστερ, ενώ ο άλλος έχει συμπληρώσει τετράμηνο και συμμετείχε εξαρχής στον σχηματισμό του ρόστερ.

Ολα τα παραπάνω, που είναι ορατά με γυμνό μάτι, θα έπρεπε να βρίσκονται στο επίκεντρο της καθημερινής συζήτησης των media που παρατηρούν τη δουλειά του Ολυμπιακού και της ΑΕΚ. Οταν όμως τα media δεν μιλούν, δεν αναλύουν, δεν εξηγούν τη δουλειά ενός προπονητή, πώς να την καταλάβει ο κόσμος; Οσο οι αθλητικοί δημοσιογράφοι επιμένουμε να μην μελετάμε το ποδόσφαιρο, ο πολύς κόσμος στην Ελλάδα θα συνεχίσει να μην το καταλαβαίνει. Κι ο κόσμος, ακριβώς επειδή δεν πρόκειται για το επαγγελματικό αντικείμενό του, θα είναι πάντοτε δικαιολογημένος. Οι δημοσιογράφοι όμως είμαστε αδικαιολόγητοι. Πολύ περισσότερο από εμάς βεβαίως αδικαιολόγητοι είναι αυτοί που ασκούν διοίκηση σε συλλόγους τέτοιου βεληνεκούς και κρίνουν προπονητές, απολύοντας ή προσλαμβάνοντας, με μόνο κριτήριο το τελικό αποτέλεσμα ενός αγώνα. 

Best of internet