Οταν ο προπονητής δουλεύει καλά και η ομάδα δεν νικά

Ο Βασίλης Σαμπράκος γράφει για τη δουλειά του Στραματσόνι και του Ιβιτς, που ήταν πολύ καλή στα ματς με Παναιτωλικό και Ξάνθη, κι ας μη νίκησαν, αλλά και για την πολύ προβληματική εικόνα του Ολυμπιακού στη Λάρισα που βάζει πολλή δουλειά στον Μπέντο και αμφισβητεί το επιθετικό πλάνο του.

Οταν ο προπονητής δουλεύει καλά και η ομάδα δεν νικά

Συνηθίζουμε, όσοι δημιουργούμε εντυπώσεις για τους πρωταγωνιστές του ελληνικού πρωταθλήματος με τα λόγια μας, να κάνουμε βασικά λάθη και να παραβαίνουμε συχνά βασικούς νόμους της θεωρίας του ποδοσφαίρου. Κλασσικό τέτοιο παράδειγμα ήταν οι κρίσεις που διατυπώθηκαν μετά από δύο παιχνίδια πρωταθλήματος σχετικά με την απόδοση των διεκδικητών του τίτλου. Οι αναλυτές ήταν σαν να ξεχάσαμε ότι οι “μεγάλοι” αντιμετώπισαν “μικρούς” με το επιπλέον αβαντάζ που τους έδινε το γεγονός ότι είχαν ήδη επίσημα παιχνίδια στα πόδια τους σε αντίθεση με τους αντιπάλους τους, οι οποίοι δεν είχαν παίξει επίσημο αγώνα, διότι δεν συμμετείχαν σε ευρωπαϊκή διοργάνωση. Αν ρίξει κανείς μια ματιά σε όλα τα μεγάλα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα θα διαπιστώσει ότι συνέβη το ίδιο στις πρώτες αγωνιστικές σε όσα παιχνίδια αναμετρήθηκαν ομάδες με διαφορά στον ρυθμό λόγω ευρωπαϊκών υποχρεώσεων. Στα μάτια των – περισσότερων – ξένων αυτή η διαφορά εντοπίζεται, χαρακτηρίζεται φυσιολογική και γι' αυτό λειτουργεί αποτρεπτικά για όσους βιάζονται να ενθουσιαστούν ή να απογοητευτούν με την ομάδα τους. Εδώ όμως είναι Ελλάδα, όλοι νομίζουν ότι το φυσικό ποδόσφαιρο είναι ίδιο με το virtual και οι ομάδες μπορούν και είναι υποχρεωμένες να παρουσιάζονται πανέτοιμες από το πρώτο ματς, και γι' αυτό μια ομάδα Superleague άλλαξε ήδη προπονητή μετά από 2 αγωνιστικές, και μια ομάδα τον άλλαξε μετά από 3 επίσημα παιχνίδια. Ελλάδα είναι εδώ, τελευταίοι θα βάλουμε μυαλό και στο ποδόσφαιρο.

 

Εξετάζοντας με χρονική σειρά τα παιχνίδια των “μεγάλων”, ο παρατηρητής είδε έναν Παναθηναϊκό από του οποίου την ανάπτυξη δεν μπορεί να έχει παράπονο ούτε ο θεατής – οπαδός του ούτε, κυρίως αυτός, ο προπονητής του. Η αποστολή ενός προπονητή είναι να δημιουργεί μηχανισμούς στον χτίσιμο των επιθέσεων ώστε η μπάλα να φτάνει στο επιθετικό 1/3 του τερέν και τελικά στην αντίπαλη μεγάλη περιοχή. Το χτίσιμο των επιθέσεων του Παναθηναϊκού ήταν αξιοθαύμαστο σε τουλάχιστον 5 διαφορετικές φάσεις. Γι' αυτό και ο Αντρέα Στραματσόνι δεν θα μπορούσε να αλλάξει πολλά αν γύριζε τον χρόνο πίσω. Διάβασε καλά τον αντίπαλό του, κατάφερε να τον “ανοίξει” κάθετα, οριζόντια, διαγώνια. Δεν πανηγύρισε γκολ μόνο εξαιτίας των λαθών των βοηθών του διαιτητή, της ικανότητας του αντίπαλου τερματοφύλακα, αλλά και κάποιων κακών επιλογών των επιθετικών του στα “τελειώματα”. Αν κάτι από αυτά μπορεί να επηρεάσει ο προπονητής είναι μόνο το τελευταίο. Κι αυτή η συζήτηση όμως είναι πολύ σχετική, διότι υπήρξαν και φάσεις σαν την παρακάτω, όπου την λάθος επιλογή έκανε ο Μπεργκ, δηλαδή ένας επιθετικός της κορυφαίας ποιότητας.

Στη φάση αυτή του 5'ου λεπτού ο Σουηδός προτίμησε να τελειώσει από κακή θέση μια φάση στην οποία υπήρχαν δύο συμπαίκτες σε πλεονεκτικότερη θέση. Ηταν απλώς μια κακή επιλογή, κι όχι ένα λάθος που χρειάζεται την επιρροή του προπονητή για να διορθωθεί.

Ναι, προφανώς μια ομάδα που απαιτεί από τον εαυτό της να κάνει πρωταθλητισμό πρέπει να νιώθει άσχημα όταν αφήνει βαθμούς. Η εικόνα του Παναθηναϊκού όμως δεν ήταν προβληματική, και ο τρόπος που διαχειρίστηκε το ματς ο προπονητής του ήταν πολύ καλός, έστω και αν δεν αποδείχθηκε αποτελεσματικός.

 

Συμπτωματικά η συζήτηση είναι παρόμοια για τον ΠΑΟΚ. Το κύριο πρόβλημά του δεν ήταν το ξάφνιασμά του από το γεγονός ότι η Ξάνθη ήταν, φυσιολογικά, μια καλύτερη έκδοση ομάδας από αυτή που εμφανίστηκε κόντρα σε ΑΕΚ και Πανιώνιο στα δύο πρώτα παιχνίδια της. Ο ΠΑΟΚ πλήρωσε κυρίως τα κακά τελειώματα και τις κακές επιλογές των ποδοσφαιριστών του μπροστά από την αντίπαλη εστία.

Στην πρώτη φάση, στο 9'ο λεπτό, ο Κουλούρης δεν προτιμά τον Τζάλμα Κάμπος παρόλο που ο Ανγκολέζος επιθετικός βρίσκεται σε ευνοϊκότερη θέση απέναντι στην εστία.

Στη δεύτερη φάση, στο 50'ο λεπτό, ο Τζάλμα Κάμπος κάνει κάκιστο τελείωμα κι ενώ βρίσκεται στο ύψος του πέναλτι με την δεξιά γωνία του τερματοφύλακα Ζίφκοβιτς ορθάνοιχτη.

Στην τρίτη φάση, στο 82', ο Ροντρίγκεζ μιμείται τον Κάμπος ενώ βρίσκεται ακόμη πιο κοντά στην εστία και “βλέπει” καθαρά την αριστερή γωνία του τερματοφύλακα της Ξάνθης.

Στην τέταρτη φάση, στο 4ο λεπτό των καθυστερήσεων, ο Τιάμ αντί να πασάρει στον Ροντρίγκεζ κάνει την κόκκινη επιλογή και μάλιστα φτάνοντας ακόμη πιο κοντά στον Ζίφκοβιτς, ο οποίος του έκλεισε πλήρως την ορατότητα προς την εστία.

 

Οπως ο Στραματσόνι, ο Βλάνταν Ιβιτς δεν θα μπορούσε να κάνει πολλά για να επηρεάσει περισσότερο το παιχνίδι των ποδοσφαιριστών του και να τους κάνει πιο αποτελεσματικούς. Αν κάπου διαφέρει η θέση του προπονητή του ΠΑΟΚ από αυτή του προπονητή του Παναθηναϊκού και αν θα μπορούσε να κάνει κάτι περισσότερο, ο Ιβιτς θα έπρεπε να εστιάσει στην ψυχοπνευματική προετοιμασία των ποδοσφαιριστών του πριν από ένα παιχνίδι μπροστά στην ανυπόμονη Τούμπα. Η πρεμούρα για το γκολ, που περνάει από την κερκίδα στους ποδοσφαιριστές, τους προκαλεί έναν αχρείαστο εκνευρισμό, ο οποίος δεν βοηθά καθόλου στις τελικές επιλογές. Κι αυτό όμως είναι μέρος της διαδικασίας χτισίματος μιας ομάδας: η εξοικείωση των ποδοσφαιριστών με ένα περιβάλλον στο οποίο θα καλούνται συχνά να λειτουργήσουν. Οσα κι αν πει ένας προπονητής για να προετοιμάσει τους ποδοσφαιριστές, αυτοί πρέπει να το ζήσουν αρκετά για να εξοικειωθούν. Και κάποιοι θα το καταφέρουν, ενώ κάποιοι άλλοι όχι.

Η κουβέντα είναι πολύ διαφορετική για τον Πάουλο Μπέντο, διότι η εικόνα του Ολυμπιακού απέναντι σε μια πολύ μαχητική ΑΕΛ έδειξε πιο ανησυχητικά σημάδια από αυτά που δείχνει μια απλή “κακή μέρα στη δουλειά”.

Η γενική επισήμανση λάθους αφορά στην επιλογή του Πορτογάλου προπονητή να παίξει με τον Ιντέγε πλάι ή πίσω από τον Καρντόσο και να στηρίξει όλο το βάρος της ανάπτυξης του παιχνιδιού πάνω στα πόδια του Καμπιάσο. Η επιλογή έχει την εξήγησή της, οφείλεται στην επιθυμία του Μπέντο να δώσει χρόνο στον Καρντόσο προκειμένου αυτός να μπει στον ρυθμό των αγώνων, την ίδια στιγμή που δεν θέλει να “ρίξει” τον Ιντέγε, ο οποίος του έδειχνε ότι βρίσκεται σε καλή αγωνιστική κατάσταση.

Θα μπορούσε να του είχε “κάτσει” του Μπέντο, αν στο 18' ο Ιντέγε, μετά την πολύ καλή μπαλιά του Καμπιάσο, είχε επιλέξει να παίξει με μία επαφή τη μπάλα στον Καρντόσο. Ο Ιντέγε επέλεξε να επιχειρήσει να κατεβάσει τη μπάλα, με συνέπεια να χάσει τον χρόνο και να τον κερδίσει ο Ξενοδόχοβ, που του έκλεισε το οπτικό πεδίο και απέκρουσε τη μπάλα. Μετά το πρώτο 20'λεπτο όμως η ΑΕΛ προσαρμόστηκε στον τρόπο του Ολυμπιακού, περιόρισε τον Καμπιάσο και έζησε ήσυχη στο μεγαλύτερο διάστημα του ματς χάρη στην αποτελεσματική ανασταλτική λειτουργία μιας αμυντικής 5αδας που εξουδετέρωνε τους κινδύνους τόσο στις απόπειρες κάθετης ανάπτυξης του Ολυμπιακού όσο και σε όσες έγιναν από τα πλάγια.

Δεν είναι εύκολη η εξήγηση της επιλογής του Μπέντο να μην αλλάξει σχηματισμό αλλά και να επιμείνει σε σχήμα με δύο επιθετικούς με παρόμοια χαρακτηριστικά στο σύνολο του αγώνα. Πώς θα μπορέσει όμως ένας προπονητής να βγάλει ασφαλή συμπεράσματα για τις επιλογές συνδυασμών και σχηματισμών που του δίνει το ρόστερ του αν δεν τις δοκιμάσει σε συνθήκες αγώνα; Ο Πορτογάλος δεν είχε αυτή την ευκαιρία στον καιρό της, δηλαδή το καλοκαίρι, και τώρα είναι αναγκασμένος να κάνει δοκιμές μέσα σε επίσημα παιχνίδια, που κοστίζουν. Στο χθεσινό ματς έδειξε να πιστεύει ότι ήταν αρκετή η τροφοδοσία από έναν οργανωτικό κεντρικό μέσο (άλλαξε τον Καμπιάσο με τον Μάρτινς), και ότι θα αρκούσε να προσθέσει ακόμη έναν ικανό πασέρ στο πλάι, τον Φορτούνη. Πιθανόν στο τελευταίο διάστημα του παιχνιδιού ο Μπέντο να αντιλήφθηκε ότι το σχέδιο δεν λειτουργεί, αλλά τότε ήταν αργά, αφού από το 76' είχε ξεμείνει από αλλαγές.

Το ματς θα ήταν προβληματικό για τον Μπέντο ακόμη και αν έμενε στο 0-0. Ηρθε όμως και η πολύ κακή αμυντική λειτουργία στην εκτέλεση πλαγίου για να κάνει το χαστούκι πιο ηχηρό, αλλά και να δείξει στον προπονητή ότι το πρόβλημα έχει και την διάσταση της νοοτροπίας.

Στη φάση του γκολ της ΑΕΛ η άμυνα ζώνης του Ολυμπιακού βγαίνει εκτεθειμένη από τον Σεμπά και τον Μιλιβόγεβιτς, οι οποίοι κάνουν διπλό λάθος:

Πρώτα χάνουν μια δική τους εύκολη κεφαλιά, και στη συνέχεια συμπεριφέρονται με την ίδια νωθρότητα, δεν βγαίνουν πρώτοι στη μπάλα και δίνουν χρόνο στον Γκόλια, ο οποίος είναι πιο μακρυά από τη μπάλα να φτάσει πρώτος σε αυτήν και να εκτελέσει.

Η ευθύνη των Σεμπά και Μιλιβόγεβιτς είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν του Βιάνα.

Φυσικά μεγάλο μέρος της ευθύνης για το αποτέλεσμα στη Λάρισα οφείλεται στην πολύ ψυχωμένη ΑΕΛ. Ακόμη και αυτό το συμπέρασμα όμως κρύβει για τον Ολυμπιακό ένα ανησυχητικό νέο: η ομάδα του δεν ήταν καλά προετοιμασμένη ψυχοπνευματικά. Ακόμη και αν η τακτική επιλογή του Μπέντο δεν ήταν λειτουργική, ένας το ίδιο με την ΑΕΛ ψυχωμένος Ολυμπιακός θα είχε παλέψει πολύ περισσότερο για να πάρει τη νίκη στο τελευταίο διάστημα του αγώνα και δεν θα είχε επιτρέψει στη γηπεδούχο ομάδα να βγάλει τόσο μεγάλο αέρα υπεροχής στο δικό της παιχνίδι.

 

Αν πατήσει pause και επιχειρήσει την σύγκριση της στιγμής, ο παρατηρητής οδηγείται στο ευκαιριακό συμπέρασμα ότι ανάμεσα σε αυτούς τους τρεις ο ΠΑΟΚ και ο Παναθηναϊκός είναι καλύτερα προετοιμασμένοι, πιο σωστά χτισμένοι και, κατά συνέπεια, πιο έτοιμοι από τον Ολυμπιακό. Αυτή η διαπίστωση είναι φυσιολογική, δεδομένου ότι οι προπονητές του ΠΑΟΚ και του Παναθηναϊκού είχαν πολύ περισσότερο χρόνο από αυτόν τον προπονητή του Ολυμπιακού για να δουλέψουν. Και αυτή η κουβέντα είναι, έτσι κι αλλιώς, δυναμική, αλλάζει από εβδομάδα σε εβδομάδα, από παιχνίδι σε παιχνίδι. Γι' αυτό είναι πολύ νωρίς για να βγάλει κανείς το συμπέρασμα – προβολή του μέλλοντος ώστε να εκτιμήσει ποια από τις συγκεκριμένες τρεις ομάδες πείθει περισσότερο για την ικανότητά της να κάνει αποτελεσματικότερο πρωταθλητισμό. 

Best of internet