Η Τούμπα της ψυχής και των ονείρων μας

Η Τούμπα γιορτάζει σήμερα τα 57α γενέθλιά της και ο Σταύρος Σουντουλίδης κάνει μια βόλτα στα στενά της περιγράφοντας κάποια από τα συναισθήματα, που σχεδόν πάντα σου δημιουργούνται... 

Η Τούμπα της ψυχής και των ονείρων μας

Περπατώντας στα μικρά στενά της Τούμπας, εδώ και πολλά χρόνια, σ’ έναν τοίχο μιας από τις εκατοντάδες, χτισμένες και στοιβαγμένες η μια πάνω στην άλλη, πολυκατοικίες ο ασπρόμαυρος ανώνυμος «ποιητής» γράφει:

«Από παιδί μικρό, στο δρόμο μόνος μου να τραγουδώ, να με κοιτάνε σαν χαζό, να με περνάνε για τρελό, κι εγώ για όλα να αδιαφορώ… - Gate 4».

Καμία σχέση, πάντως, μ’ ένα περισσότερο σουρεαλιστικό μήνυμα, «του Νίκου προς την Εφη», που «κοσμούσε» για πολλά χρόνια τα ντουβάρια πάνω από την είσοδο της Θύρας 5.

Η Τούμπα, όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα αποτελεί πηγή έμπνευσης. Ένας καμβάς ασπρόμαυρων εικόνων και αναμνήσεων, από μικρά παιδιά μέχρι τα βαθιά γεράματα.

Από τις εξέδρες της πέρασαν εκατομμύρια άνθρωποι. Αγάπησαν, μίσησαν, χάρηκαν λυπήθηκαν στα τσιμέντα της. Εκατοντάδες μεγάλωσαν μέσα στον ασπρόμαυρο «ναό» και σήμερα όποτε περνούν το κατώφλι του, βλέπουν τη ζωή τους να ξετυλίγεται μπροστά τους σαν ασπρόμαυρο φιλμ.

Για τη δυναμική της Τούμπας έχουν γραφθεί πολλά, έχουν ειπωθεί διθύραμβοι, τις  έχουν αποδοθεί τιμές από αντιπάλους, η αξία της παραμένει διαχρονική, αλλά πρέπει να τη ζήσεις από κοντά, για να τη μάθεις καλά. Άλλωστε, ανέκαθεν για τους «δυτικούς» της πόλης, η Τούμπα αποτελούσε το τελευταίο «ανάχωμα» πριν την ανατολική, πιο λαμπερή, πλευρά της.

Πρέπει ντυμένος στα ασπρόμαυρα να σουλατσάρεις στα στενά της, έχοντας αφήσει χιλιόμετρα μακριά το αυτοκίνητό σου, να φας «το βρώμικο» από τις δεκάδες καντίνες, που «όταν παίζει ο ΠΑΟΚ» λες και την περικυκλώνουν δε σε αφήνουν, κυριολεκτικά, να πάρεις ανάσα. 

Οι δε ιαχές «στο γκολ» να ακούγονται μέχρι την παραλία κι όταν ο άνεμος είναι ευνοϊκός να τις στέλνει ως το Βαρδάρη. Όπως, το 1976 στο γκολ-τίτλο του Νέτο Γκουερίνο κι άλλα πολλά παρόμοια παραδείγματα.

Εκεί, στον τόπο του, ο ΠΑΟΚτσής, έχει μάθει να αφήνει την ψυχή του. Να κλείνει το λαρύγγι του, να παθιάζεται κι όταν σβήνουν οι προβολείς, κατηφορίζοντας για το σπίτι να είναι καλά με τον εαυτό του. 

Ως γνωστόν οι εξέδρες δεν αποτελούν παρά την αντανάκλαση της κοινωνίας. Η Τούμπα δε θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Απόγονοι προσφύγων, απόγονοι μεταναστών, κατά βάση απλοί άνθρωποι, λαϊκοί, οι ΠΑΟΚτσήδες γαλουχήθηκαν σ’ ένα γήπεδο, που το έχτισαν με τα ίδια τους τα χέρια, το ένιωθαν δικό τους, «σαν το σπίτι τους», φρόντισαν μάλιστα να μεταδώσουν αυτό το συναίσθημα και στις επόμενες γενιές.

«Δεν κοιμόμασταν για μέρες ολόκληρες στην ιδέα και μόνο, ότι θα αγωνιζόμασταν στην Τούμπα», είπε πρόσφατα ο Λάκης Πρόγιος, τερματοφύλακας του ΠΑΟΚ τη δεκαετία του ’50, ευτύχησε να παίξει και στο πρώτο γήπεδο, στο Συντριβάνι.

Η Τούμπα ήταν για την εποχή της ένα μεγαλοπρεπές στάδιο. Επιβλητικό, γοητευτικό, με μια περίεργη αύρα εχθρότητας για κάθε αντίπαλο. Κάποιες ομάδες, επί δεκαετίες ολόκληρες, «έχαναν απ’ τα αποδυτήρια» ή «μόλις περνούσαν τα Τέμπη…».

Τα τελευταία χρόνια, το γήπεδο άλλαξε πολύ. Ακόμη και η Τούμπα. Άρχισε κι αυτή να γίνεται «μόδα», τόπος ψυχαγωγίας, έστω κι αν συνεχίζει να σου βγάζει κάτι το εχθρικό. Συγκρίνοντάς το δε, με άλλα ευρωπαϊκά γήπεδα, μια μελαγχολία, σε πιάνει. Η έννοια πάρκινγκ, σε μια πυκνοκατοικημένη και μη προσβάσιμη περιοχή, είναι απαγορευμένη, μηδενικοί εκμεταλλεύσιμοι χώροι κι άλλα πολλά.

Όμως, για τον ΠΑΟΚτσή, η Τούμπα δεν παύει να είναι πρώτα απ’ όλα συναίσθημα.

Γι’ αυτό και μόνο, πρέπει να είναι η ΠΡΩΤΗ ΕΠΙΛΟΓΗ φτάνει να δημιουργηθεί ένα σύγχρονο γήπεδο, οικονομικά βιώσιμου και αντάξιο μιας πολύ μεγάλης ομάδας. 

Best of internet