Η νοσταλγία του φραπέ

Όσο περισσότερα μαθαίνει κανείς για την Εθνική του 2004, τόσο πιο ανεξήγητη μοιάζει η επιτυχία της

Η νοσταλγία του φραπέ

Η νοσταλγία του φραπέ

Ο Νίκος Παπαδογιάννης ρίχνει μία αιρετική ματιά στην Εθνική ποδοσφαίρου του Euro 2004, πασχίζοντας να ερμηνεύσει το θαύμα θαυμάτων.

Βουλευτικές Εκλογές 2019 με νέα ειδικά στοιχήματα. | (+21)

H λέξη που χρησιμοποιείται περισσότερο από κάθε άλλην για να περιγράψει τον θρίαμβο της Εθνικής ποδοσφαίρου στο Εuro 2004 είναι: «Θαύμα». Και πράγματι, τέτοιο είναι. Θαύμα θαυμάτων. Μιράκολο.

Ανεξήγητο. Αλλά χειροπιαστό, με σάρκα, οστά και οπτικό υλικό που το αποδεικνύει. Όχι σαν τα άλλα, τα φέικ, που πουλάνε οι αγιογδύτες στους αφελείς και στους αγράμματους.

Όποιος δεν πιστεύει ότι συνέβη, δεν έχει παρά να ανάψει την τηλεόραση και να ακολουθήσει τον χτύπο της μπάλας. Όσες φορές και αν δει το βίντεο, πάλι η Ελλάδα θα κερδίσει. Αποκλείεται να την πιάσει ο Ρικάρντο, την κεφαλιά του Χαριστέα. Ή ο Τσεχ του Δέλλα.

Διάβασα με προσοχή το εξαίρετο βιβλίο του Βασίλη Σαμπράκου («Εξηγώντας το Θαύμα», εκδ. Τόπος), σε μία απέλπιδα προσπάθεια να καταλάβω τι έγινε στην Πορτογαλία, να εξηγήσω, δηλαδή, το θαύμα. Και ομολογώ ότι μπερδεύτηκα ακόμη περισσότερο.

Σκαλίζοντας ανάμεσα στις γραμμές του βιβλίου, τις γεμάτες από συνεντεύξεις από πρωταγωνιστές («Το θαύμα με δικά τους λόγια», θα μπορούσε να τιτλοφορείται), είδα να ξαναζωντανεύει μπροστά μου μία ομάδα που δεν είχε καμία δουλειά στην ελίτ της Ευρώπης, πόσο μάλλον στην κορυφή της.

Ταλέντο πρώτης γραμμής δεν υπήρχε, αλλά αυτό το γνωρίζαμε εξαρχής. Εδώ όμως μιλάμε για μία ομάδα η οποία δεν έκανε την παραμικρή προετοιμασία σε θέματα τακτικής. Τίποτε απολύτως, με εξαίρεση κάποιες ακαδημαϊκές οδηγίες για την αλληλοκάλυψη στην άμυνα.

«Ψάχνουμε τους κυνηγούς με μακρινές μπαλιές και κάπως θα βάλουμε ένα γκολ», ήταν το δόγμα. Η ανάλυση χωράει σε δέκα αράδες.  Σε πολλές περιπτώσεις, οι ποδοσφαιριστές δεν γνώριζαν καν ότι θα ξεκινούσαν στη βασική ενδεκάδα, μέχρι μία ώρα πριν τη σέντρα. 

Τα κραυγαλέα κενά στην τακτική και στην προετοιμασία τα κάλυπταν με αυτενέργεια και ενδοσυνεννόηση οι ίδιοι οι παίκτες, αγνοώντας τις ασυναρτησίες της αρχικής επιλογής.

Η ποδοσφαιρική νοημοσύνη, η συσπείρωση και η χημεία εκείνων που κάλυπταν τον νευραλγικό χώρο της μεσαίας γραμμής (Κατσουράνης, Ζαγοράκης, Μπασινάς, Καραγκούνης), καθώς και των εγκεφάλων της οπισθοφυλακής (Νικοπολίδης, Δέλλας) ήταν το ατσάλι της ομάδας.

Όχι, δεν είναι λίγο αυτό. Ούτε απαραίτητα κακό. Αλλά στο απέναντι μισό του γηπέδου παρατάσσονταν -έστω εξαντλημένοι από τον βαρύ χειμώνα- ο Ζιντάν, ο Ανρί, ο Νέντβεντ, ο Ραούλ, ο Ρονάλντο. Λιοντάρια εναντίον χριστιανών.

Πώς είναι δυνατόν, να ηττηθούν αυτοί οι κολοσσοί από ένα τσούρμο ξυπόλητους κατσαπλιάδες των βουνών; Και όμως, έγινε. Και ξανάγινε. Και ξανάγινε. Θαύμα.

Στα τελευταία λεπτά του αγώνα με τη Ρωσία, όπου οριστικοποιήθηκε η ελληνική πρόκριση στα προημιτελικά παρά την ήττα, δεν γνώριζε η δεξιά τι ποιούσε η αριστερά.

Το 1-2 ήταν αρκετό για να σφραγίσει το εισιτήριο, αλλά ο Ρεχάγκελ νόμιζε ότι χρειαζόμασταν γκολ και ήθελε να ρίξει στο παιχνίδι επιθετικό. Ο βοηθός του και οι ελάχιστοι παίκτες που προνόησαν να μελετήσουν τη βαθμολογία τον εξόρκιζαν να βάλει αμυντικό, μέχρι που τον έπεισαν.

Οι περισσότεροι ποδοσφαιριστές μπήκαν στο γήπεδο χωρίς να ξέρουν αν θέλουν νίκη ή ισοπαλία ή μικρή ήττα. Και όμως, αυτό το απίθανο ασκέρι κατέκτησε ευρωπαϊκό τίτλο. Στο μπάσκετ, έχει απολυθεί Ομοσπονδιακός προπονητής επειδή υπολόγισε λάθος τις ισοβαθμίες.

Και να ήταν μόνο αυτά; Ο κατάλογος της αβελτηρίας δεν έχει τελειωμό. Αρκει μία μικρή δειγματοληψία, για να απεικονίσει το κλίμα.

Ο αρχηγός της ομάδας Ζαγοράκης πιάστηκε ντοπέ («ντοπέ λάιτ», ας πούμε), αλλά η ίδια η Ομοσπονδία επιχείρησε να συγκαλύψει το κρούσμα. Δεν το λέω εγώ, αλλά ο ίδιος ο Γκαγκάτσης, στην αυτοβιογραφία του.

Ο Τσιάρτας έκανε διάβημα στον προπονητή για να απαιτήσει αυξημένο χρόνο συμμετοχής, αμέτοχος στο κλίμα ευφορίας. Ο ίδιος ο Ρεχάγκελ κατέβασε τα μολύβια και έθεσε τελεσίγραφο στη διοίκηση σχετικά με την προσωπικό του αμοιβή. Οι ποδοσφαιριστές ξεσηκώθηκαν απαιτώντας καλύτερο ξενοδοχείο για τις συζύγους και τις φιλενάδες τους. 

Λίγες ώρες πριν παίξουν το μεγαλύτερο ματς της ζωής τους, επαναστάτησαν για τα πριμ (με παράλογες για τα οικονομικά της ΕΠΟ απαιτήσεις) και έκαναν άνω κάτω το εστιατόριο του ξενοδοχείου, εκτοξεύοντας πιάτα και ποτήρια.

Αυτά τα εξαίσια δείγματα συμπεριφοράς προκύπτουν από τις -σε πρώτο πρόσωπο- μαρτυρίες ανθρώπων που δεν έχουν την παραμικρή διάθεση ή συμφέρον να αμφισβητήσουν ή να απαξιώσουν το κατόρθωμα. Ούτε που θέλω να σκεφτώ τι θα έβγαινε στην επιφάνεια, από κάποιον σκανδαλοθήρα συγγραφέα ή δημοσιογράφο.

Και όμως, το σήκωσαν, το τιμημένο. Πρεσβευτές μίας χώρας διαζευγμένης με τον υψηλό αθλητισμό, κοινωνικά αναλφάβητης. Και ενός ποδοσφαίρου βυθισμένου στη διαφθορά και στην ανυπαρξία. Θαύμα, θαύμα.

Ο ρόλος του Ότο Ρεχάγκελ ήταν, προφανώς, κομβικός. Άσχετα αν αυτά που έπραξε θα έπρεπε να θεωρούνται στοιχειώδη και αυτονόητα.

Ο ευφυής Γερμανός βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά σε ποδοσφαιριστές που είχαν ξεμυτίσει για τα καλά από τα ελληνικά σύνορα. Έκοψε στεγνά και χωρίς δισταγμό τους κλικαδόρους και τους ρεμπεσκέδες.

Στεγανοποίησε τα αποδυτήρια της ομάδας απομακρύνοντας τους βλαχοδήμαρχους της Ομοσπονδίας. Περιόρισε τις επισκέψεις του στην Ελλάδα στο απολύτως απαραίτητο ώστε να αποφεύγει τα πολλά πολλά. Δεν προσπάθησε καν να μάθει ελληνικά.

Μείωσε στο ελάχιστο δυνατό το ηγετικό σχήμα, αντιπαρατάσσοντας το σχεδόν χωριάτικο δίδυμο Ρεχάγκελ-Τοπαλίδης στις ορδές προπονητών, γυμναστών, εργοφυσιολόγων και επιστημόνων που κατέβαζαν άλλες ομάδες.

Φρόντισε να τονώσει την αυτοπεποίθηση παικτών που έμπαιναν στο σαλόνι με δύο αριστερά τσαρούχια. Aδιαφόρησε για το ζύγι και τις ισορροπίες. 

Με κάποιον μαγικό τρόπο και με μία εμπειρική μη-τακτική που ξάφνιασε τους ειδήμονες, υποβίβασε τις αντίπαλες ομάδες στο επίπεδο της δικής μας και πότισε τους Έλληνες παίκτες με την «έντεκα αυτοί, έντεκα κι εμείς» νοοτροπία.

Στην πραγματικότητα, ο θρίαμβος της Ελλάδας στο Euro 2004 ήταν η απομυθοποίηση του ποδοσφαίρου και του προπονητικού επαγγέλματος. Σε επίπεδο ενός 15ήμερου τουρνουά Εθνικών ομάδων, τουλάχιστον.

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το «πειρατικό» έχει ξωκείλει ξανά στα ίδια βράχια όπου βολόδερνε στην προ Ρεχάγκελ εποχή, με βλαχοδήμαρχους, ανυποληψία, ίντριγκες, βυζαντινισμούς, αγωνιστική μετριότητα, αδιαφορία. Mόλις ξεθύμανε η γεύση της σαμπάνιας, επιστρέψαμε πλησίστιοι στη γοητεία του φραπέ.

Τα θεμέλια που τοποθετήθηκαν το 2004 ξεχαρβαλώθηκαν πολύ γρήγορα, χωρίς να χτιστεί ποτέ κάτι στέρεο πάνω τους.

Πολλοί ποδοσφαιριστές εξαργύρωσαν την επιτυχία με πολιτικά οφίτσια, τοποθετημένοι έντεχνα κάπου ανάμεσα στη μνημονιακή δεξιά και στην ξενοφοβική ακροδεξιά. Κάποιοι μάλιστα ζητούν χρήματα για συνεντεύξεις και δημόσιες εμφανίσεις.

Τα παπούτσια του Ρεχάγκελ τα φοράει ένας προπονητής παλαιολιθικής νοοτροπίας, απόλυτα συμβατός ωστόσο με το απαρχαιωμένο στερέωμα που υπηρετεί. Η Εθνική ομάδα αναβίωσε τις παλαιές της παθογένειες και ξανάγινε πιστός καθρέφτης της κοινότητας που εκπροσωπεί.

Μας έπεσε βαριά και δύσπεπτη, η πολλή Ευρώπη. Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας να κλαίς. Όχι από συγκίνηση, αλλά από απογοήτευση και θυμό.

Τη μεγαλύτερη ευκαιρία που ο ελληνικός αθλητισμός βρήκε στο διάβα του για να βάλει το νερό σε κάποιο ίσιο αυλάκι την πέταξε στα νερά του Ατλαντικού.