Πότε πρέπει να αλλάξεις προπονητή

Ο Βασίλης Σαμπράκος μπαίνει στην κουβέντα για τον Στραματσόνι, τον Ιβιτς, τον Μοράις και αναρωτιέται τα αυτονόητα: ποιος και πώς αποφασίζει, ποιο είναι το σχέδιο και ποιος κρίνει αν αυτό υλοποιείται αποτελεσματικά;

Πότε πρέπει να αλλάξεις προπονητή

Η αγαπημένη συζήτηση των Ελλήνων ποδοσφαιρόφιλων είναι και πάλι ενεργή. Μάλιστα έχει φουντώσει συγχρόνως σε τρεις μικροκοινωνίες του ελληνικού ποδοσφαίρου. Η κοινωνία των φίλων του Παναθηναϊκού συζητά ανοικτά και έντονα για την επάρκεια του Αντρέα Στραματσόνι και οι οργανωμένοι οπαδοί φτάνουν να απαιτούν από τον Γιάννη Αλαφούζο την απομάκρυνσή του. Η κοινωνία των φίλων του ΠΑΟΚ αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα του Βλάνταν Ιβιτς και τα media της Θεσσαλονίκης γράφουν το all time classic “οργισμένος ο Σαββίδης, παίρνει αποφάσεις” κλισέ τους. Η κοινωνία των φίλων της ΑΕΚ τραγούδησε στο ΟΑΚΑ το περασμένο Σάββατο το “αυτό δεν είναι ΑΕΚ” τραγούδι προτού συμπληρώσει 20ημερο ο Ζοσέ Μοράις. Είναι αρκετά σπάνιο να γίνεται συγχρόνως επίκαιρη σε τρεις μεγάλους συλλόγους η κουβέντα που αφορά τον προπονητή. Η επικαιροποίηση αυτής της κουβέντας ανοίγει μια άλλη, σαφώς πιο ουσιαστική συζήτηση: πότε πρέπει μια ομάδα να αλλάζει προπονητή;

Η βάση για αυτή τη συζήτηση είναι θεωρητική: υποτίθεται ότι ένας σύλλογος που κάνει πρωταθλητισμό και έχει μια σαφή ιδέα για τον τρόπο που θέλει να παίζει ποδόσφαιρο επιλέγει έναν προπονητή που κρίνεται συμβατός με την ποδοσφαιρική φιλοσοφία του συλλόγου, σύμφωνος με το ποδοσφαιρικό πλάνο και τις προτεραιότητες που αυτό έχει και ικανός, βάσει βιογραφικού, να γίνει αποτελεσματικός σε σύντομο χρονικό διάστημα. Ποιος εκπονεί το σχέδιο; Ποιος έχει την ευθύνη για να ορίσει την ιδέα του συλλόγου για τον τρόπο που θα παίζει ποδόσφαιρο; Ποιος θέτει τους στόχους και τις προτεραιότητες συγκεκριμένα και όχι αόριστα στους υποψήφιους για την δουλειά; Και ποιος κρίνει την δουλειά των προπονητών;

Στον κανονικό κόσμο του ποδοσφαίρου, οι σύλλογοι, πλειοψηφικά, λειτουργούν με την εξής διαδικασία και την εξής δομή: Ο χρηματοδότης προσλαμβάνει στελέχη με την γνώση και την εμπειρία, δηλαδή ικανά να αναλάβουν την ευθύνη να δημιουργήσουν το ποδοσφαιρικό πλάνο που θα έχει την προοπτική να “εγγυηθεί” στον σύλλογο τον πρωταθλητισμό. Τα στελέχη αυτά, με σπουδαίες στην διοίκηση επιχειρήσεων και στην προπονητική, αναλαμβάνουν την ευθύνη να κάνουν πολύ συγκεκριμένη την “θέλω τίτλους” περιγραφή της επιθυμίας του ιδιοκτήτη ή χρηματοδότη του συλλόγου. Εκπονούν το πλάνο, που εγκρίνεται από τον χρηματοδότη, και στη συνέχεια αναζητούν προπονητή συμβατό με το αγωνιστικό πλάνο, στου οποίου το βιογραφικό αναζητούν όσο το δυνατόν περισσότερες επιτυχημένες επαναλήψεις στην εκτέλεση ενός αντίστοιχου project.

Τι από αυτά που περιγράφω παραπάνω έχει συμβεί στην ιστορία του Παναθηναϊκού, του ΠΑΟΚ και της ΑΕΚ κατά την επιλογή των σημερινών προπονητών τους; Περίπου τίποτα, αλλά ας ξεχωρίσουμε τις περιπτώσεις.

 

Πριν από έναν χρόνο και μια μέρα ο Γιάννης Αλαφούζος πήρε την απόφαση να προσλάβει τον Αντρέα Στραματσόνι. Με ποια διαδικασία; Τον καιρό εκείνο είχε ζητήσει από τον τότε τεχνικό διευθυντή Λεωνίδα Βόκολο να ταξιδέψει για να κάνει μια συνάντηση με τον Ιταλό προπονητή, όπως και με τον Βέλικο Παούνοβιτς. Μετά τη συνάντηση του Βόκολου με τον Στραματσόνι, ο Αλαφούζος ζήτησε την εντύπωση που άφησε στον τεχνικό διευθυντή του ο Ιταλός προπονητής. Φυσικά ο Βόκολος δεν είχε να δείξει σχέδιο στον Στραματσόνι, διότι σχέδιο δεν υπήρχε, αφού ο Αλαφούζος δεν είχε αποφασίσει αν ο Παναθηναϊκός θα δοκίμαζε να πατήσει πάνω στην δουλειά του Γιάννη Αναστασίου για να την εξελίξει και να την βελτιώσει ή αν θα άλλαζε αγωνιστικό σχέδιο και προτεραιότητες. “Πώς σου φάνηκε;”, ήταν η ερώτηση, “εντάξει, σοβαρός, με καλές ιδέες”, ήταν η απάντηση, δίχως εισήγηση. Ο Αλαφούζος τον συνάντησε, του έκανε καλή εντύπωση σαν τύπος, τον προσέλαβε. Ε, και μετά ο Αλαφούζος τα άφησε όλα στον προπονητή. Δικές του οι ιδέες για το πώς θα παίζει ο Παναθηναϊκός, δικές του και οι προτεραιότητες σχετικά με το αν θα παίζει με Ελληνες ή ξένους, με μικρούς ή με μεγάλους, δικές του, το καλοκαίρι, οι μεταγραφικές επιλογές.

Και τώρα; Ποιος μπορεί να κρίνει αυτή τη δουλειά και πώς; Ποιος θα κρίνει αν ο Ιταλός ήταν αποτελεσματικός στην εκτέλεση του σχεδίου, αφού δεν υπήρχε σχέδιο; Ποιος μπορεί να κάνει πιο σύνθετη κρίση από την “ε, δεν πάει για πρωτάθλημα, έμεινε πολύ πίσω, άρα απέτυχε” γενική κρίση, την οποία μπορούν να κάνουν ακόμη και μικρά παιδιά; Θεωρητικώς υπάρχει ο διευθυντής ποδοσφαίρου Ζιλμπέρτο Σίλβα. Ο Βραζιλιάνος όμως αφενός προσελήφθη από τον Παναθηναϊκό μετά από τον Στραματσόνι και αφετέρου, ακριβώς επειδή δεν είχε προηγούμενη εμπειρία, προτίμησε να ασχοληθεί περισσότερο με την ανάπτυξη του ποδοσφαίρου στις μικρές ηλικίες και τις υποδομές του Παναθηναϊκού. Ακόμη όμως και αν ήθελε/θέλει ο Ζιλμπέρτο να μπει σε αυτή την διαδικασία, πώς να κρίνει τον Στραματσόνι; Μόνο από την βαθμολογία; Χρειάζεται να πληρώνει στελέχη ο Παναθηναϊκός αν είναι να αποφασίζει για το πιο καίριο και αποφασιστικό ζήτημα ποδοσφαιρικής στρατηγικής, δηλαδή τον προπονητή, μόνο η βαθμολογία;

Με λάθος τρόπο και από λάθος δρόμο επέλεξε τον Στραματσόνι, με λάθος τρόπο τον κρίνει, με λάθος τρόπο θα αποφασίσει ο Παναθηναϊκός για την αποτελεσματικότητα του προπονητή του και για το αν έχει ή όχι νόημα να συνεχίζει την συνεργασία μαζί του. Κι όσο την ευθύνη αυτών των αποφάσεων την έχει επάνω του ο Αλαφούζος και όχι στελέχη με την τεχνογνωσία και την εμπειρία για να φτιάχνουν αγωνιστικό μοντέλο, να επιλέγουν συμβατό προπονητή και να τον κρίνουν με βάση την επίτευξη των στόχων, ο Παναθηναϊκός δεν θα μπορέσει, παρά μόνο κατά τύχη, να αλλάξει την μοίρα του. Είναι τόσο λάθος ο τρόπος του Παναθηναϊκού, που ο Στραματσόνι αντιλήφθηκε ότι το βράδυ της Κυριακής έπαιζε σε μια ζαριά την παραμονή του, κι επειδή δεν αντιδρά καλά στην πίεση επέλεξε να παίξει τη ζαριά με 6 επιθετικογενείς ποδοσφαιριστές στην 11αδα, με τα γνωστά αποτελέσματα. Οσο σκέφτεται με αυτό το κεφάλι, ο Παναθηναϊκός δεν θα καταφέρει να ξαναβρεί το αγωνιστικό μέγεθός του.

 

Τον Μάρτιο του 2016, τον καιρό που βίωνε ακόμη μια στιγμή υπερβολικού εκνευρισμού λόγω της διάψευσης των προσδοκιών του ίδιου και της κοινωνίας των οπαδών του ΠΑΟΚ από την πορεία της ομάδας υπό τον Ιγκόρ Τούντορ, ο Ιβάν Σαββίδης, ο οποίος είχε ήδη καταργήσει το μοντέλο με την τεχνική διεύθυνση του Φρανκ Αρνεσεν, έπαψε τον Τούντορ. Και προκειμένου να αποφύγει ένα προηγούμενο λάθος του και να μην πάρει μια βιαστική απόφαση, είπε να προωθήσει για λίγο τον προπονητή της β' ομάδας Βλάνταν Ιβιτς ώστε να αγοράσει χρόνο. Οταν όμως του φάνηκε καλός ο τερματισμός του ΠΑΟΚ στο πρωτάθλημα και τα πλέι οφ υπό τον Ιβιτς, κι επειδή ένιωσε ότι αυτό του λέει και το ρεύμα, είπε να βολευτεί με την προσωρινή επιλογή του και να μονιμοποιήσει τον Σέρβο προπονητή. Δίχως σχέδιο, δίχως τεχνικό διευθυντή να το υπηρετεί, εκτός και αν πρέπει να πιστέψουμε ότι ένας πρώην διαιτητής έχει τέτοιες γνώσεις, δίχως να ξέρει ο ΠΑΟΚ συγκεκριμένα τι ζητά από τον προπονητή του εκτός από νίκες και τίτλους. Ε, νίκες και τίτλους ξέρει να ζητά και ο τελευταίος ποδοσφαιρόφιλος της γης.

Σήμερα, περίπου οκτώ μήνες μετά από την πρώτη στιγμή του Ιβιτς στον πάγκο, ουδείς μπορεί να τον κρίνει δίκαια. Διότι κανείς δεν ξέρει αν του είχαν προσδιορίσει σαφείς στόχους και ποιοι ήταν αυτοί. Ναι, ο ΠΑΟΚ είναι 10 βαθμούς μακριά από την 1η θέση μετά από 8 αγώνες, αλλά αν ήταν να λαμβάνει η βαθμολογία τις αποφάσεις τότε η ανεργία στο επάγγελμα του στελέχους διοίκησης ποδοσφαιρικής εταιρείας παγκοσμίως θα ήταν τεράστια. Αντιθέτως σήμερα στον έξω κόσμο η ζήτηση είναι μεγάλη και για αυτόν ακριβώς τον λόγο οι διεθνείς συνομοσπονδίες και ένα σωρό πανεπιστήμια δημιουργούν σχολές, από τις οποίες αποφοιτούν ετησίως εκατοντάδες νέοι μορφωμένοι επιστήμονες της διοίκησης ποδοσφαίρου. Ο Ιβιτς συμπεριφέρεται με τη συνείδηση ότι η μοίρα του κρίνεται από τα media και την ατμόσφαιρα της Τούμπας, άντε μαζί και από τις επιθυμίες του Γιώργου Σαββίδη, υιού του Ιβάν. Και λειτουργεί υπό αυτές τις επιρροές. Ε, όσο αναγκάζεται να σκέφτεται έτσι και να λειτουργεί έτσι ο προπονητής του ΠΑΟΚ, ο ΠΑΟΚ δεν θα αλλάξει ποτέ. Κι αυτός μόνο από τύχη θα αναβαθμιστεί αγωνιστικά. Αν, δηλαδή, κατά τύχη πετύχει έναν προπονητή ή έναν τεχνικό διευθυντή που θα είναι ικανός να φτιάξει μόνος του σχέδιο και θα σταθεί τυχερός με τα αποτελέσματα στο ξεκίνημά του προκειμένου να πάρει ώθηση και να αγοράσει χρόνο για να εξελίξει το σχέδιό του. Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση όμως ο προπονητής θα έχει έναν σημαντικό “αντίπαλο”, τον “εχθρό της υπομονής” Σαββίδη, ο οποίος λειτουργεί στο ποδόσφαιρο με την ψευδαίσθηση ότι τα λεφτά είναι ο μόνος συντελεστής επιτυχίας και κρατά για τον εαυτό του όλες τις στρατηγικής σημασίας αποφάσεις και επιλογές παρ' όλο που ξέρει ότι δεν ξέρει.

 

Στις 18 του περασμένου μήνα η ΑΕΚ αποφάσισε να απομακρύνει τον τετράμηνο προπονητή της, τον Τιμούρ Κετσπάγια, ως “αποτυχημένο”. Το μόνο κριτήριο και σε αυτή την περίπτωση ήταν ο βαθμολογικός πίνακας, δηλαδή δύο κακά αποτελέσματα και πολλές αρνητικές εντυπώσεις από την ποιότητα του θεάματος που παρουσίαζε η ομάδα. Η συγκεκριμένη περίπτωση βεβαίως είναι από αυτές απέναντι στις οποίες ο παρατηρητής σηκώνει τα χέρια ψηλά, διότι η ΑΕΚ ήξερε ποιος είναι, πώς δουλεύει και τι ποδόσφαιρο παρουσιάζει ο προπονητής που προσέλαβε. Δηλαδή ήξερε ποιον πήρε, ήξερε τι μπορεί να περιμένει, ο προπονητής παρουσίασε πάνω κάτω ότι ακριβώς θα μπορούσε να περιμένει η ΑΕΚ από αυτόν σε τέτοιο διάστημα χρόνου και εκείνη τον απέλυσε. Πώς ορίστηκε η αποτυχία του Κετσπάγια στην ΑΕΚ και ποιος τον έκρινε; Ο Ντούσαν Μπάγεβιτς τον προσέλαβε, ο Δημήτρης Μελισσανίδης τον έδιωξε. Ουδείς ξέρει αν οι στόχοι που τέθηκαν στον Γεωργιανό ήταν πιο συγκεκριμένοι από το “να πάμε για πρωτάθλημα”. Αν κανείς βασιστεί στον δημόσιο λόγο του Κετσπάγια οδηγείται στο συμπέρασμα ότι δεν του ετέθη άλλος στόχος. Κανείς δεν του ζήτησε να αλλάξει ποδοσφαιρική προσέγγιση από αυτή που είχε, ή μεθοδολογία, διότι για ποιο λόγο να τον προσλάβουν αν δεν τους έκανε η μέθοδός του; Ποιος όμως ήξερε τελικά πώς δουλεύει ο Κετσπάγια; Αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα, δηλαδή την απομάκρυνσή του, κανείς. Η ΑΕΚ έχει σήμερα ανθρώπους με τεχνογνωσία στη διοίκησή της, αλλά είναι προφανές ότι προσέλαβαν λάθος προπονητή. Και τώρα η ΑΕΚ έχει προσλάβει έναν άλλο προπονητή, του οποίου τη δουλειά ουδείς έχει μελετήσει. Και η ΑΕΚ δίνει την εντύπωση ότι σήμερα ζει με την ψευδαίσθηση ότι είναι εφικτό, και άρα μπορεί να το απαιτεί, να αρχίσει να αποδίδει καλά και σαφώς καλύτερα συγκριτικά με πριν επειδή απλώς εδώ και 12 προπονήσεις δουλεύει με άλλο προπονητή. Ακόμη και αν ήταν ο καλύτερος στον κόσμο, ένας προπονητής δεν θα μπορούσε να αλλάξει πολλά σε 12 προπονήσεις. Αν ήταν ο καλύτερος, σίγουρα θα άλλαζε την ψυχολογία της ομάδας, διότι όλοι θέλουν να δουλεύουν και να καθοδηγούνται από τον καλύτερο. Ο Ζοσέ Μοράις όμως ήταν ένας συνεργάτης του Μουρίνιο, όχι ο Μουρίνιο, και γι' αυτό η ψυχολογία δεν άλλαξε. Και δεν θα αλλάξει παρά μόνο από τύχη. Διότι μόνο με τη βοήθεια της τύχης μπορεί η ΑΕΚ να είναι σε 13 ημέρες πιο αποτελεσματική από τον Παναθηναϊκό στη Λεωφόρο. Διαφορετικά δεν γίνεται μια ομάδα με προπονητή 30 ημερών να είναι καλύτερη μιας ομάδας με προπονητή 12 μηνών, παρά μόνο αν η διαφορά ποιότητας ανάμεσα στα δύο ρόστερ είναι χαοτική. Αν δεν ήταν έτσι, οι ομάδες δεν θα είχαν προπονητές, θα είχαν μόνο παίκτες, για να κοστίζουν και λιγότερο. Η διαφορά των δύο ρόστερ δεν είναι χαοτική. Κι αν αυτό η ΑΕΚ το ξεχάσει σε περίπτωση που ηττηθεί από τον Παναθηναϊκό, το βράδυ της 20ης Νοεμβρίου θα την βρει να ζει στην ένταση που ζει από χθες το βράδυ ο Παναθηναϊκός. Και το τι θα της συμβεί θα το αποφασίσουν οι κερκίδες, τα media, τα social media, ο βαθμολογικός πίνακας, το αποτέλεσμα της Λεωφόρου και όχι το σχέδιο, διότι δεν φαίνεται να υπάρχει.  

Best of internet