ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΛΙΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡAΦΟΥ VOL. 56 (PICS & VIDS)

TV & MOVIES

Ιστορίες του παλιού κινηματογράφου vol. 56 (pics & vids)

Το Σινέ «Νοσταλγία» ήρθε στο Gazzetta Plus με σκοπό να σας ξεναγεί κάθε εβδομάδα στις πιο αγαπημένες στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου! To ταξίδι στις πιο αγαπημένες ελληνικές ταινίες, που έχουν «ντύσει» όλες μας τις αναμνήσεις συνεχίζεται... 

 

ME THN EΥΓΕΝΙΚΗ ΧΟΡΗΓΙΑ ΤΗΣ Bergmann Kord 

Η ακριβότερη παραγωγή του Φίνου, οι καυγάδες Βουγιουκλάκης-Παπαμιχαήλ, ο «Αετός» και οι 100 κομπάρσοι που έγιναν 16

Αποτελεί ίσως την πλέον δημοφιλή ταινία του ελληνικού κινηματογράφου, μαζί με την ταινία «Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο». Η αναφορά στην θρυλική ταινία «Η Αλίκη στο Ναυτικό», η οποία γυρίστηκε το 1960, με πρωταγωνιστικό δίδυμο την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, στην πλέον λαμπερή τους παρουσία στον κινηματογράφο. Η ταινία ήταν συμπαραγωγή της Finos Film και της Δαμασκηνός & Μιχαηλίδης και αποτέλεσε μέχρι εκείνη την στιγμή την ακριβότερη παραγωγή ελληνικής ταινίας, αφού το κόστος της ξεπέρασε τα 2,5 εκατομμύρια δραχμές, ποσό αστρονομικό για την εποχή. Παράλληλα, ήταν η πρώτη έγχρωμη ταινία της Finos Film και η εμφάνιση του φιλμ πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι, στα πλέον προηγμένα στούντιο επεξεργασίας της Ευρώπης. Τόσο το σενάριο, όσο και η σκηνοθεσία ήταν του Αλέκου Σακελλάριου, σε μια από τις πλέον «επίπονες» δημιουργίες του, όπως επισήμανε πολλά χρόνια αργότερα ο ίδιος σε συνέντευξή του. Για την Βουγιουκλάκη ήταν η 16η ταινία που γύριζε, ενώ την ίδια χρονιά είχε γυρίσει και μια ακόμα επιτυχία της, την ταινία «Η Λίζα και η άλλη». Μαζί με τους Βουγιουκλάκη-Παπαμιχαήλ, στην ταινία «Η Αλίκη στο Ναυτικό» πρωταγωνιστούσαν ακόμα οι Λάμπρος Κωνσταντάρας, Γιάννης Μαλούχος, Δέσπω Διαμαντίδου, Κώστας Βουτσάς, Κώστας Παπαχρήστος, Γιώργος Τσιτσόπουλος, Καίτη Λαμπροπούλου, Γιάννης Γκιωνάκης, Σταύρος Παράβας, Ντίνος Καρύδης και δεκάδες άλλοι. 

Οι πρωταγωνιστές που έγιναν κομπάρσοι 

Οι προδιαγραφές της ταινίας ήταν εξαιρετικές και αυτός ήταν ο λόγος που ακόμα και μεγάλα ονόματα, όπως ο Βουτσάς, ο Γκιωνάκης και ο Παράβας δέχθηκαν να συμμετάσχουν σε ρόλους κομπάρσου ουσιαστικά. Το αποτέλεσμα δικαίωσε τους δημιουργούς της ταινίας, η οποία έκανε πρεμιέρα στους κινηματογράφους στις 20 Φεβρουαρίου του 1961, έκοψε 213.409 εισιτήρια και ήρθε πρώτη σε εισπράξεις το 1961 ανάμεσα σε 58 ελληνικές παραγωγές της σεζόν εκείνης. Ένα από τα δυνατά σημεία της είναι το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της γυρίστηκε στο αντιτορπιλικό συνοδείας «Αετός», το οποίο είχε καθελκυστεί στη διάρκεια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου στις ΗΠΑ και παραχωρήθηκε στο ελληνικό πολεμικό ναυτικό στις 15 Μαρτίου του 1951. Από την άλλη, το σπίτι της οικογένειας της Αλίκης, με τον τεράστιο κήπο, βρίσκονταν στο Ψυχικό, ενώ γυρίσματα έγιναν και στο νησί του Πόρου, αλλά και στον Πειραιά. Η μουσική ήταν του Μάνου Χατζηδάκι, ενώ η ταινία είναι πλημμυρισμένη από τραγούδια της Βουγιουκλάκη, πολλά από τα οποία έχουν μείνει ιστορικά, όπως π.χ. το «Τράβα μπρος» και ο «Γλάρος». Η υπόθεση της ταινίας ήταν η εξής: Δύο νέοι, η Αλίκη - κόρη του διοικητή της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων - και ο Κώστας - δόκιμος αξιωματικός - γνωρίζονται ένα καλοκαίρι στον Πόρο όπου έχουν πάει εκδρομή, ο καθένας με την παρέα του. Γοητεύονται ο ένας από τον άλλον και συμφωνούν να ανταμώσουν ξανά, αλλά το ραντεβού που δίνουν δεν πραγματοποιείται, αφού μην μπορώντας να πάνε οι ίδιοι στέλνουν φίλους τους, οι οποίοι όμως δεν καταφέρνουν να συναντηθούν και να συνεννοηθούν. Έτσι, χάνονται. Ωστόσο, συναντιούνται και πάλι τυχαία στον ετήσιο χορό της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων. Αυτή τη φορά, η Αλίκη είναι αποφασισμένη να μην ξαναχαθούν και επιβιβάζεται κρυφά στο πλοίο που υπηρετεί ο Κώστας, το οποίο όμως σαλπάρει για εκπαιδευτικό ταξίδι. Και από εκεί ξεκινά μια σειρά απίστευτων καταστάσεων, όσο και «τραβηγμένων» για τα δεδομένα του πολεμικού ναυτικού, οι οποίες όμως είναι τόσο ιδανικά προσαρμοσμένες στο σενάριο, που δεν ενοχλούν καθόλου με την ακρότητά τους. Η ταινία «Η Αλίκη στο Ναυτικό» συμμετείχε ανεπίσημα και στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ των Κανών, ενώ η ιστορία της, με την μορφή σινε-ρομάντσου, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Θεατής» για 17 εβδομάδες. Το όνομα του ρόλου «Αλίκη», στο ρομάντσο έχει αντικατασταθεί με το όνομα Καίτη. 

Οι σφαλιάρες στον Γκιωνάκη

Στα γυρίσματα της ταινίας πήραν μέρος και δυο άνθρωποι του αθλητισμού, όπου μάλιστα εμφανίζονται σε αρκετές σκηνές του φιλμ. Ο ένας είναι ο ηθοποιός Κώστας Παπαχρήστου, ο οποίος έπαιξε άπειρους ρόλους ως χωροφύλακας στη καριέρα του. Πηγαίνοντας ο ίδιος στη σχολή ναυτικών δοκίμων συνάντησε τον γνωστό του Λάκη Τσιάντα, ο οποίος υπηρετούσε εκεί και αργότερα έγινε πασίγνωστος διαιτητής του πόλο. Ο Τσιάντας λοιπόν συμβούλευε τον Σακελλάριο και λίγες ημέρες αργότερα έφερε ως βοηθό και τον συμμαθητή του στη σχολή, τον Παναγιώτη Παναγάκο, που επίσης έγινε αργότερα γνωστός διαιτητής πόλο. Και οι δυο δόκιμοι ήταν πρωταθλητές ναυτικού πεντάθλου. Ο Τσιάντας εμφανίζεται στη σκηνή όπου η Βουγιουκλάκη έχει κρυφτεί κάτω από το καραβόπανο της σωσίβιας λέμβου, αλλά και δύο-τρεις ακόμα φορές. Ο Παναγάκος εμφανίζεται λιγότερο. Και από τότε μέχρι και σήμερα το αστείο στις παρέες τους είναι ποιος από τους δυο είχε τον μεγαλύτερο ρόλο στην ταινία. Ο Τσιάντας, απόστρατος αξιωματικός του πολεμικού ναυτικού σήμερα, θυμάται το τρομερό ταλέντο του Δημήτρη Παπαμιχαήλ και της Αλίκης, καθώς και τις σφαλιάρες που – όπως λέει - όλοι έριχναν εντός και εκτός ταινίας στον Γιάννη Γκιωνάκη! Η ταινία «Η Αλίκη στο Ναυτικό» είναι εμφανές και στον πλέον αδαή περί του κινηματογράφου, ότι δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από τις ξένες παραγωγές της εποχής και δη του Hollywood, αφού κάθε της σκηνή αποπνέει «πλούτο», όπως μπορεί να τον αντιληφθεί ο καθένας. Δεν προκαλεί τρανταχτά γέλια σε καμία περίπτωση, δεν υπάρχουν τέτοιες σκηνές, ωστόσο κρατάει τον θεατή χαμογελαστό, δημιουργώντας του μια ευχάριστη αίσθηση: Τα ελληνικά χρώματα, η θάλασσα, ο ουρανός, τα καταπράσινα τοπία του Ψυχικού και του Πόρου, φωτογραφημένα από τον Βάλτερ Λάσσαλυ και τον συνεργάτη του Νίκο Δημόπουλο, δημιουργούν ένα ευχάριστο, ζωηρό πλαίσιο. Είναι μια ταινία που μπορείς να δεις πολλές φορές και πάντα σε κάνει να αισθάνεσαι όμορφα και αισιόδοξα. Συναισθήματα που τόσο πολύ μας λείπουν τα τελευταία χρόνια. 

Οι 100 κομπάρσοι που έγιναν 16

Ένα άλλο ενδιαφέρον tip της ταινίας έχει να κάνει με τους κομπάρσους, τους οποίους χρησιμοποίησε η παραγωγή για να τους ντύσει ναύτες. Το μεροκάματο των κομπάρσων εκείνη την εποχή ήταν 80 δραχμές, αλλά τα έξοδά τους ήταν περισσότερα αφού έπρεπε να βρεθούν και οι σχετικές στολές, αλλά και να μεταφερθούν στον τόπο των γυρισμάτων. Μάλιστα, οι πληροφορίες λένε ότι ο Σακελλάριος είχε ζητήσει από τον Φίνο 100 κομπάρσους, οι οποίοι όμως θα κόστιζαν όσο όλος ο προϋπολογισμός της ταινίας. Τελικά ο Φίνος του έφερε…10 κομπάρσους, οι οποίοι στη συνέχεια έγιναν 16. Κι εδώ φάνηκε το ταλέντο του Σακελλάριου, αφού τους 16 τους έκανε να φαίνονται πολλαπλάσιοι: Μπροστά από την κινηματογραφική μηχανή παρέλαυναν οι 16 και ύστερα, όταν χανόντουσαν από την οπτική γωνία, έτρεχαν πίσω από τη μηχανή… και ξανά γύριζαν και συνέχιζαν την παρέλαση, έτσι ώστε να έχει την εντύπωση ο θεατής ότι υπήρχαν τουλάχιστον εκατό δόκιμοι. Τα παραλειπόμενα όμως που σχετίζονται με την ταινία, δεν σταματούν εδώ: Ο Παπαμιχαήλ και η Βουγιουκλάκη μετά από την ταινία «Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο», δεν είχαν καλές σχέσεις. Έτσι ο καυγάς και στη νέα τους ταινία ξέσπασε από το πρώτο κιόλας γύρισμα. Ο Παπαμιχαήλ επισήμανε στην Βουγιουκλάκη ότι το ναυτικό καπέλο που φορούσε, θα ήταν καλύτερα αν έγερνε αριστερά ώστε να δείξει την άγνοιά της στα στρατιωτικά θέματα. Εκείνη, αφού πρώτα του φώναξε ότι θέλει να της παραστήσει τον σκηνοθέτη, έφυγε έξαλλη, κλείνοντάς του την πόρτα του καμαρινιού της κατάμουτρα. Το κακό όμως είχε και συνέχεια, αφού μετά την μεγάλη εμπορική επιτυχία της ταινίας, ο Παπαμιχαήλ ζήτησε το όνομά του να μπαίνει στους τίτλους δίπλα στης Βουγιουκλάκη. Εκείνη αντέδρασε και έτσι το κινηματογραφικό ζευγάρι διέκοψε τη συνεργασία του για μερικά χρόνια. Τέλος, η ταινία παίχτηκε και στη Γαλλία με αξιόλογη εισπρακτική επιτυχία και με τίτλο «Η Κόρη του Ναυάρχου».

«Οι Γερμανοί ξανάρχονται», η αυλή του Πλέσσα και η πρώτη ταινία του Σακελλάριου 

Το 1948 είχαν περάσει 4 μόλις χρόνια από την απελευθέρωση της χώρας και το ερώτημα ήταν πόσο ενδιαφέρον θα είχαν οι Έλληνες να δουν μια ελληνική ταινία η οποία θα τους θύμιζε τα δεινά που πέρασαν κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Αυτό όμως ήταν μόνο το ένα μειονέκτημα. Γιατί υπήρχε κι άλλο ένα: Η ταινία αυτή που ήθελε να γυρίσει ο Φίνος, με τον τίτλο «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», είχε παιχτεί τα προηγούμενα χρόνια ως θεατρική παράσταση στην Αθήνα και ήδη την είχαν δει χιλιάδες Αθηναίοι. «Γιατί να έρθουν να τη δουν και στον κινηματογράφο;», έλεγε ο ίδιος στους συνεργάτες του και ειδικότερα στον Αλέκο Σακελλάριο, ο οποίος θα την σκηνοθετούσε. Τελικά ο Φίνος αποφάσισε να πάρει το ρίσκο, δεδομένου ότι τον «ιντρίγκαρε» και το γεγονός ότι θα ήταν η πρώτη φορά που θα συνεργάζονταν ο Αλέκος Σακελλάριος με τον Βασίλη Λογοθετίδη και η πρόκληση για το τελικό αποτέλεσμα ήταν μεγάλη. Στην ταινία αυτή ο Λογοθετίδης ήταν 50 χρόνων και μετά την επιτυχία που αυτή σημείωσε, ο ίδιος έγινε θιασάρχης για 12 χρόνια, από το 1948 μέχρι το 1960 όταν και πέθανε. «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» ήταν η πρώτη ταινία που σκηνοθέτησε ο Σακελλάριος, ενώ ο ίδιος από την πρώτη κιόλας ταινία του, έδειξε το...βίτσιο του, να εμφανίζεται για μερικά δευτερόλεπτα ως κομπάρσος. Έτσι, και σε αυτή την ταινία εμφανίζεται φευγαλέα να παρακολουθεί έναν καυγά από απόσταση. 

Πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση για Λιβυκού, Φέρμα, Στρατηγό 

«Οι Γερμανοί ξανάρχονται» όμως αποτέλεσαν πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση για τρεις ακόμα σπουδαίους ηθοποιούς, οι οποίοι στα χρόνια που ακολούθησαν έγραψαν την δική τους ιστορία: Η Ίλια Λιβυκού, ο Νίκος Φέρμας και ο Στέφανος Στρατηγός. Υπάρχουν όμως κι άλλα ενδιαφέροντα στοιχεία για την ταινία αυτή, αφού αποτέλεσε την πρώτη και μοναδική φορά που εμφανίστηκε ως ηθοποιός ο σπουδαίος σκηνοθέτης του ελληνικού κινηματογράφου Ντίνος Δημόπουλος, ο οποίος έκανε εκείνη την εποχή τα πρώτα του βήματα. Από την άλλη, καθοριστική απεδείχθη η ταινία αυτή και για την Γεωργία Βασιλειάδου, η οποία μέσα από την ερμηνεία της καθιερώθηκε ως η μεγάλη σταρ που γνωρίσαμε τα επόμενα χρόνια, μέσα από τις δεκάδες σπουδαίες ταινίες στις οποίες συμμετείχε. Την Βασιλειάδου την ανέδειξε στον κινηματογράφο ο ίδιος ο Σακελλάριος, αφού μέχρι εκείνη την εποχή συμμετείχε η ίδια μόνο στο θέατρο και μάλιστα σε μουσικές παραστάσεις, αφού είχε εξαιρετική φωνή. Αναζητώντας μια ηθοποιό για την συγκεκριμένη ταινία, ο Σακελλάριος βρέθηκε σε ένα καφενείο, το οποίο ήταν στέκι ηθοποιών και την εντόπισε να κάθεται μόνη της σε μια γωνία αμίλητη. Την πλησίασε και της πρότεινε να συμμετάσχει στους «Γερμανούς», με την ίδια να αρνείται σε πρώτη φάση, αφού θεωρούσε ότι δεν είχε τα φόντα να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις του ρόλου αυτού. Ο Σακελλάριος όμως, που «έκοβε» το μάτι του, την πίεσε και η συνέχεια είναι αυτή που γνωρίζουμε πλέον όλοι. 

«Άνθρωποι, άνθρωποι, αιμοσταγείς, αιμοδιψείς και αιμοβόροι...προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός»;

Με αυτά και με αυτά, η ταινία «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», έμελλε να μείνει στην ιστορία ως ταινία-σταθμός για τον ελληνικό κινηματογράφο. Τα εξωτερικά της γυρίσματα έγιναν σε μια αυλή στην Πλάκα, σε ένα κτίριο που σήμερα ανήκει στον Μίμη Πλέσσα. Εκτός από τον Βασίλη Λογοθετίδη, στην ταινία πρωταγωνιστούσαν ακόμα ο Βαγγέλης Πρωτοπαππάς, ο Λαυρέντης Διανέλος, ο Ντίνος Δημόπουλος, η Γεωργία Βασιλειάδου, ο Χρήστος Τσαγανέας, η Νίτσα Τσαγανέα, ο Μίμης Φωτόπουλος, η Ίλια Λιβυκού και άλλη σημαντικοί ηθοποιοί. Παρά τις σπουδαίες ερμηνείες όλων των ηθοποιών, ξεχωριστή μνεία θα πρέπει να γίνει στην μοναδική ερμηνεία του Χρήστου Τσαγανέα, στο ρόλο του τρελού, ο οποίος αποδίδει έναν σπουδαίο μονόλογο με τίτλο «Άνθρωποι, άνθρωποι, αιμοσταγείς, αιμοδιψείς και αιμοβόροι...προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός». Στην πρώτη της προβολή, η ταινία έκοψε 136.033 εισιτήρια, διόλου ευκαταφρόνητο νούμερο για την εποχή εκείνη. Μάλιστα, η ταινία ήταν η πρώτη που γυρίστηκε με σύγχρονες τεχνικές λήψεις, κάτι που δεν κατάφερναν ακόμα και μεγάλες, διεθνείς κινηματογραφικές παραγωγές της εποχής. Το σενάριο ήταν του Αλέκου Σακελλάριου και του Χρήστου Γιαννακόπουλου. Η ταινία αποτελεί ύμνο στις ανθρώπινες αξίες, είναι βαθύτατα αντιπολεμική και αναδεικνύει τη δύναμη της ενότητας των Ελλήνων. Άλλωστε, οι συντελεστές της βίωσαν τα δεινά της γερμανικής κατοχής και έτσι αποτύπωσαν άκρως ρεαλιστικά μέσα από τους ρόλους τους τις δραματικές καταστάσεις της εποχής. Μια αξέχαστη ταινία, από ηθοποιούς-θρύλους, που ακόμα και σήμερα συγκινεί με τα διαχρονικά της μηνύματα. 

Περιμένουμε σχόλια, απόψεις και παρατηρήσεις στο mail μας