Οι «Γιούγκοι» του 21ου αιώνα!

Οι «Γιούγκοι» του 21ου αιώνα!

Οι «Γιούγκοι» του 21ου αιώνα!

Ο Αντώνης Καλκαβούρας συγχαίρει τον Δημήτρη Ιτούδη για την ανάδειξή του σε κορυφαίο προπονητή της Ευρώπης και με αφορμή το τιμητικό αυτό βραβείο, γράφει για την αλματώδη πρόοδο και καταξίωση των Ελλήνων προπονητών στο παγκόσμιο μπασκετικό στερέωμα.  

Το καλοκαίρι του 1980 όταν ο Άρης ανέθετε την τεχνική ηγεσία της ομάδας και την αξιοποίηση της «καλαθομηχανής» που άκουγε στο όνομα Νίκος Γκάλης, στον Ντούσαν Ίβκοβιτς, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί την επίδραση που θα είχαν οι προπονητές της Γιουγκοσλαβικής (τότε) σχολής που εργάστηκαν στην Ελλάδα, στο status που έχουν αυτή τη στιγμή οι Έλληνες συνάδελφοί τους.

Με τον «Ντούντα» και τον «γκάνγκστερ» να συνυπάρχουν μόλις για δύο χρόνια (1980-82), το μεγάλο κύμα των επονομαζόμενων «Γιούγκων» άρχισε να καταφθάνει στο ελληνικό πρωτάθλημα στις αρχές της δεκαετίας του '90, όταν ο «σοφός» ανέλαβε διαδοχικά την τεχνική ηγεσία του ΠΑΟΚ (1991-93), του Πανιωνίου (1994-96), του Ολυμπιακού (1996-99 & 2010-2012) και της ΑΕΚ (1999-2001) και πέραν των πολυάριθμων τίτλων (3 πρωταθλήματα και 4 Κύπελλα Ελλάδας μαζί με 2 ευρωπαϊκά τρόπαια) και διακρίσεων που κατέκτησε, συνεισέφερε τα μέγιστα στην "εκπαίδευση" πολλών νεαρών τότε προπονητών, που θήτευσαν δίπλα του και σήμερα είναι φτασμένοι τεχνικοί που δουλεύουν στο υψηλότερο επίπεδο της Ευρώπης.

Ακολούθησε ο Ντράγκαν Σάκοτα στον ΠΑΟΚ, τον Ηρακλή, το Περιστερι και την ΑΕΚ, ο Βλάντο Τζούροβιτς στον Πανιώνιο (Κυπελλούχος Ελλάδας με Φάνη Χριστοδούλου το 1991), τον Άρη και την ΑΕΚ, ο Μπόζινταρ Μάλκοβιτς, που έφερε το πρώτο ελληνικό τρόπαιο στην κορυφαία διασυλλογική ευρωπαϊκή διοργάνωση (Παναθηναϊκός) και φυσικά ο μεγάλος Ζέλικο Ομπράντοβιτς! Ο “Ζοτς” που στην διάρκεια της 13χρονης πορείας στον πάγκο του «τριφυλλιού» δεν κατέρριψε απλά κάθε ρεκόρ συλλογής τίτλων (23 συνολικά), αλλά το κυριότερο μεταλαμπάδευσε την φιλοσοφία και τις γνώσεις του στη νέα γενιά των Ελλήνων προπονητών και συνέβαλε τα μέγιστα στην δημιουργία μπασκετικής κουλτούρας και στις τάξεις της φίλαθλης κοινής γνώμης.

«Με όποιον δάσκαλο καθίσεις τέτοια γράμματα θα μάθεις», λέει η λαϊκή παροιμία, ωστόσο, όσο τυχεροί υπήρξαν οι Έλληνες προπονητές από την συνύπαρξη και ενίοτε τη συνεργασία με τους Σέρβους επί το πλείστον τεχνικούς, άλλο τόσο και περισσότερο ικανοί και άξιοι «δέκτες» αποδείχτηκαν οι συμπατριώτες μας, που από τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ανεβάζουν με μεγάλη συνέπεια τις μετοχές τους, σε σημείο που σήμερα να θεωρούνται από τους πλέον υπολογίσιμους και αξιοσέβαστους σε Ευρώπη (κυρίως), Ασία και Αμερική.

Φυσικά ο πιο ευνοημένος απ' όλους ήταν ο καλύτερος προπονητής της Ευρώπης για το 2019. Ο Δημήτρης Ιτούδης, που επί 13 χρόνια ήταν πολλά περισσότερα από assistant-coach του κορυφαίου Ευρωπαίου προπονητή όλων των εποχών (και νωρίτερα είχε πάρει τις θεωρητικές βάσεις στο πανεπιστήμιο του Ζάγκρεμπ), θα είχε ακολουθήσει πολύ νωρίτερα solo καριέρα, αν δεν είχε την τύχη να εργάζεται σε ιδανικές συνθήκες και με αυξημένες αρμοδιότητες στο υψηλότερο επίπεδο. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι πλέον είναι ο μοναδικός Έλληνας προπονητής με δύο τρόπαια της Euroleague στο ενεργητικό του και μάλιστα δουλεύοντας στην πιο απαιτητική θέση head-coach σε ολόκληρη την Γηραιά Ήπειρο!

Νωρίτερα από τον 49χρονο Βεροιώτη τεχνικό, τον δρόμο της ξενιτιάς είχαν ακολουθήσει ο Φώτης Κατσικάρης (με εξαίρεση ένα τρίμηνο στον Άρη, από το 2005 και μετά εργάζεται ανελλιπώς στο εξωτερικό και με επιτυχημένη πορεία στην Ισπανία), που πέρυσι έγινε ο πρώτος Έλληνας που δούλεψε σε προπονητικό επιτελείο ομάδας του ΝΒΑ (Γιούτα Τζαζ), ο Ηλίας Ζούρος (εργάστηκε στην Ζάλγκιρις, την Εφές, τη Ρασίνγκ Παρί και τώρα είναι ομοσπονδιακός στην Εθνική Γεωργίας) και ο Κώστας Φλεβαράκης, που διετέλεσε για 5 χρόνια προπονητής της Εθνικής Σουηδίας (δούλεψε επίσης σε Γερμανία και Πολωνία).

Ακολούθησαν ο Παναγιώτης Γιαννάκης στη Λιμόζ και την Εθνική Κίνας, ο Γιώργος Μπαρτζώκας, που μετά την αποχώρηση από τον Ολυμπιακό (2014), έχει εργαστεί σε Μπαρτσελόνα, Λοκομοτίβ Κούμπαν και Χίμκι, ο Δημήτρης Πρίφτης στην Ούνικς Καζάν και αισίως πέρυσι ο Γιάννης Σφαιρόπουλος στην Μακάμπι Τελ Αβίβ.

Ιδιαίτερης μνείας χρήζει η ανέλιξη του Γιάννη Χριστόπουλου σε ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της προπονητικής στο κινεζικό πρωτάθλημα (η ομοσπονδία τον επαναπροσέλαβε σε ρόλο assistant-coach στην Εθνική ομάδα), ενώ υπάρχουν πάρα πολλά παραδείγματα Ελλήνων τεχνικών που επελέγησαν για εργασιακές θέσεις που δεν ανήκουν στο υψηλότερο επίπεδο (ο Βαγγέλης Αλεξανδρής στην Εθνική Ιορδανίας, ο Βασίλης Φραγκιάς στην Εθνική Κατάρ και ο Στέργιος Κουφός με τον Θανάση Γιαπλέ και τον Μάνο Μανουσέλη επίσης στο Κατάρ, o Βαγγέλης Ζιάγκος στον Λίβανο), αλλά και όσων προτίμησαν το γυναικείο μπάσκετ (Τζώρτζης Δικαιουλάκος) και δικαιώθηκαν πλήρως με την επιλογή τους.

Σε μία ξεχωριστή κατηγορία ανήκουν ο Αργύρης Πεδουλάκης, που καταξιώθηκε στο ελληνικό πρωτάθλημα με το Περιστέρι και μόλις ολοκλήρωσε την πρώτη επιτυχημένη θητεία του στον Παναθηναϊκό, δοκίμασε την τύχη του στην Ούνικς Καζάν, ο Βαγγέλης Αγγέλου ως στενός συνεργάτης του Ίβκοβιτς στην Ντιναμό Μόσχας και την Εφές (διετέλεσε και head-coach για σχεδόν μισή σεζόν) καθώς και ο Ηλίας Παπαθεοδώρου, ο οποίος μέσω της εξαιρετικής πορείας της Νέας Κηφισιάς στην Basket League, εργάστηκε στην VTB League (Αστάνα) και αν δεν υπέγραφε σε ΠΑΟΚ και ΑΕΚ, θα ήταν ακόμη στο εξωτερικό. Στο ίδιο μήκος κύματος, η σπουδαία δουλειά του Θανάση Σκουρτόπουλου στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου με την Εθνική ανδρών, έχει προετοιμάσει το έδαφος για τον ξενιτεμό και του ομοσπονδιακού τεχνικού, που θα είχε ήδη «κλείσει» στην γερμανική Μπαϊρόϊτ αν δεν είχε υποχρεώσεις τον Σεπτέμβριο.

Μια άλλη παράμετρος που αποδεικνύει την αναγνωρισμένη αξιοπιστία του μέσου Έλληνα προπονητή, έχει να κάνει με την ολοένα και αυξανόμενη εμπιστοσύνη που δείχνουν απομακρυσμένες ή δεύτερης ποιότητας αγορές σε δευτεροκλασάτα ονόματα, που επί το πλείστον δεν έχουν δουλέψει καν σε ρόλο head-coach στην Ελλάδα (Κετσελίδης σε Κύπρο, Λίβανο και Γεωργία, Παπαχατζής, Καλαμπόκης και Μαρκόπουλος στην Κίνα, Μαρμαρινός στην Ιαπωνία), αλλά και με την εκτίμηση που έχει κερδίσει και εξακολουθεί να κερδίζει από ξένους προπονητές, που έρχονται να δουλέψουν στην Ελλάδα (βλ. Ηλία Κατζούρη, που ακολούθησε για αρκετά χρόνια τον Αντρέα Τρινκιέρι σε Ρωσία και Γερμανία και Διαμαντή Παναγιωτόπουλο, που θα δουλέψει στην επόμενη ομάδα του Πασκουάλ).

Συμπερασματικά οι μετοχές του Έλληνα προπονητή έχουν «γιγαντωθεί» σε τέτοιο βαθμό που για αρκετές δουλειές, αρκεί απλά η εθνικότητα και η προϋπηρεσία στο ελληνικό πρωτάθλημα για να βρεθεί στην κορυφή της σχετικής λίστας. Αυτή τη στιγμή θεωρείται μακράν ο πλέον καταρτισμένος, ικανός και μπαρουτοκαπνισμένος σε όλες τις κακοτοπιές του επαγγέλματος γι' αυτό και κερδίζει συνεχώς την προτίμηση ολοένα και περισσότερων ομάδων από το εξωτερικό. Το παράδειγμά του δυστυχώς δεν ακολουθήθηκε και από τους ελληνικούς συλλόγους και την ελληνική ομοσπονδία, που αν και βίωσαν περιόδους μακράς επιτυχίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν κατάφεραν ποτέ να εκσυγχρονιστούν και να αποβάλλουν κρατικοδίαιτες συνήθειες, χάνοντας πολλές ευκαιρίες ανάπτυξης! Ποτέ δεν είναι αργά βέβαια...

 

 

Best of internet