Ο αόρατος κύριος Παύλος...

Ο αόρατος κύριος Παύλος...

Ο αόρατος κύριος Παύλος...

Η σορός του Παύλου Γιαννακόπουλου εκτίθεται από το πρωί σε λαϊκό προσκύνημα και ο Βασίλης Σκουντής αποτίει τα ύστατα πρεπά στον αρχηγέτη της δυναστείας και τελευταίο οικουμενικό Πατριάρχη του Παναθηναϊκού

Ήμουν νεαρός γαβριάς της δημοσιογραφίας, μόλις που είχα κλείσει τα 15 και θα πήγαινα στη Β’ Λυκείου, όταν τον είδα για πρώτη φορά από κοντά...

Επιτυχία, το δίχως άλλο, διότι κατάφερα να δω έναν... αόρατο!

Α, ναι, αυτό ήταν το παρατσούκλι που του είχαν κολλήσει οι παλιοί στο ρεπορτάζ του Παναθηναϊκού: τον κύριο Παύλο τον αποκαλούσαν «αόρατο», διότι, σε μια εποχή που όλοι συναγελάζονταν μεταξύ τους, ελόγου του είχε μια μαγική ικανότητα να εμφανίζεται ξαφνικά και απροειδοποίητα: πότε με ένα συγχαρητήριο τηλεγράφημα, πότε με μια δήλωση στις εφημερίδες, πότε με ένα μεγάλο πριμ μετά από μια σπουδαία νίκη στο ποδόσφαιρο, στο μπάσκετ, στο βόλεϊ, στο γουότερ πόλο και πάει λέγοντας....

Οσο περνούσε ο καιρός οι δημοσιογράφοι στις εφημερίδες ήταν πια υποψιασμένοι και κάτι τέτοια βράδια φύλαγαν πάντοτε ένα δίστηλο, κότσαραν τη φωτογραφία του και απλώς περίμεναν το τηλεφώνημα από τον... αόρατο! Με τα χρόνια αυτή η ρουτίνα εξελίχθηκε σε μια ρομποτική διαδικασία, που την τηρούσε με θρησκευτική ευλάβεια από την οποία δεν παρέκκλινε ποτέ!

Ακόμη και μετά το 1987 όταν ανέλαβε την προεδρία του ερασιτέχνη Παναθηναϊκού και αργότερα ως πρόεδρος του ΤΑΚ και ιδιοκτήτης της ΚΑΕ δεν θυμάμαι ποτέ να έβαλε την πιστή και αγαπημένη γραμματέα του, ονόματι Βάσω εάν θυμάμαι καλά, να τηλεφωνήσει για να βάλει το τυρί στη μακαρονάδα!

Τι ν΄’ τούτο πάλι; Η αγαπημένη του έκφραση κάθε φορά που τον ρωτάγαμε εάν όντως ο Παναθηναϊκός ενδιαφέρθηκε για τον τάδε (όχι παίκτη ή μπασκετμπολίστα, αλλά) αθλητή και εάν πράγματι πρόσφερε 200.000.000 δραχμές, λόγου χάρη, για να τον αποκτήσει...

«Παιδί μου, παιδί μου» έκανε τον συνηθισμένο πρόλογο του. «Ναι, δώσαμε 200.000.000 και μια μακαρονάδα» κατέληγε γελώντας και οι δημοσιογράφοι προσέτρεχαν σε μάγισσες και χαρτορίχτρες για να εξηγήσουν τους εκάστοτε χρησμούς της Πυθίας!

Αυτή ήταν η πλάκα με τον κύριο Παύλο: περισσότερο συνέβαιναν όσα διέψευδε παρά εκείνα που επιβεβαίωνε!

Σε πείσμα της ευγένειας και της συστολής μου, το καλοκαίρι του 1998, σε μια εκδήλωση του Δήμου Αθηναίων και μάλιστα μπροστά στον Γιώργο Τρόντζο, υπήρξα τόσο θρασύς και αναιδής, όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή μου. Τότε βρισκόταν στο προσκήνιο το ενδεχόμενο μεταγραφής του Αγγελου Κορωνιού και επειδή πίστευα ότι σε αυτή την υπόθεση μας παίζει παρολί, τόλμησα να του πω ότι «εκτός από φάρμακα, εμπορεύεσθε και ψέματα»!

Δάγκωσα αμέσως τη γλώσσα μου. Παρακαλούσα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Μετάνιωσα και προτού καν αποσώσω την κουβέντα μου, του ζήτησα χίλιες φορές συγνώμη κι ενώ κανονικά θα έπρεπε να νιώσει βαρύτατα προσβεβλημένος και να μου κόψει άπαξ δια παντός την καλημέρα, εκείνος στην κορύφωση της μεγαθυμίας του, μου χάρισε ένα γλυκό χαμόγελο, ένα φιλικό κτύπημα στον ώμο και μια άμεση συχώρεση...

Μερικούς μήνες νωρίτερα, την 1η Νοεμβρίου του 1997 μετά από τον αγώνα Παναθηναϊκός-Λάρισα στο ΟΑΚΑ, τον είχα ρωτήσει για τις φήμες που αφορούσαν τον Τσαρλς Μπάρκλεϊ, περιμένοντας να τις διαψεύσει. Είχε βάλει τα γέλια και έδωσε μια σιβυλλική απάντηση: «Εγώ διαψεύδω μόνο τα ψέματα και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε. Τώρα είναι Νοέμβριος, ας περιμένουμε να περάσει ο χειμώνας να βάλουμε κανένα παλτό και βλέπουμε»!

Παρεμπιπτόντως η εικόνα του με το μπλε παλτό και τη σκούρα γραβάτα, ενώ δίπλα του ο Θανάσης φορούσε ένα καμηλό με μια πολύχρωμη γραβάτα που είχε πάνω της την...Αρτα και τα Γιάννενα βρίσκεται σε περίοπτη θέση της διαχρονικης σημειολογίας του ελληνικού μπάσκετ...

Ηταν ένας συντηρητικός άνθρωπος παλαιών αρχών ο κύριος Παύλος. Σε μια συνέντευξη μου είχε πει πώς ξυπνούσε κάθε πρωί στις εξήμισι, ξυριζόταν, έκανε τον σταυρό του, έμπαινε στο αυτοκίνητο και χωρίς να τον συνοδεύουν παρατρεχάμενοι τράβαγε για τη... βιοπάλη: ναι για τη βιοπάλη κι ας ήταν πάμπλουτος, διότι δούλευε τόσο πολύ που μπροστά του θα τρόμαζαν και οι μεροκαματιάρηδες!

Τρόμαζαν πάντως με την εργατικότητα, τον ζήλο και τον εθισμό του στο μόχθο οι (640, όπως τους ανέφερε πάντοτε) υπάλληλοι του στη ΒΙΑΝΕΞ και εκείνοι στον Παναθηναϊκό, μάλιστα κάποτε ο Παύλος Κορκίδης και ο Στράτος Κωσταλάς μου αποκάλυψαν κάποτε και όχι χάριν αστεϊσμού πως ούτε χαρτιά υγείας δεν παράγγελναν εάν δεν έβαζε την υπογραφή του ο κύριος Παύλος!

Δούλευε πολύ, αφοσιωνόταν με πάθος στις επιχειρήσεις του και στον Παναθηναϊκό, που αποτελούσε κιόλας το μοναδικό, αλλά (όπως ο ίδιος αυτοσαρκαζόταν) πανάκριβο χόμπι του. «Δεν πίνω, δεν καπνίζω, δεν ξενυχτάω, δεν πάω στα μπουζούκια, δεν χαρτοπαίζω, αλλά έχω ένα μεγάλο και αθεράπευτο πάθος: τον Παναθηναϊκό» έλεγε και το εννοούσε.

Ηταν όντως αθεράπευτο το πάθος του για τον Παναθηναϊκό και πανάκριβο το χόμπι του, αλλά επ’ αυτού έδινε πάντοτε την ίδια αποστομωτική απάντηση: «Θέλω να χαίρομαι και να χαίρονται μαζί μου και οι φίλαθλοι. Αυτοί με στηρίζουν και αξίζουν κάθε θυσία που κάνω».

Οι θυσίες δεν ήταν μόνο οικονομικές αλλά παντός είδους: κάμποσες φορές μετά από αποτυχίες, κόντεψε να σκάσει από τη στενοχώρια, κυρίως δε μετά την ήττα από τη Στεφανέλ Μιλάνο και τον αποκλεισμό από τον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων το 1998, όταν εξαφανίσθηκε για κάμποσες μέρες από προσώπου γης και τότε εξαπέλυσε για πρώτη φορά την απειλή του...

«Ρίχνω δυο φάσκελα, φεύγω και να πάτε να πνιγείτε»!

Εκείνη την εποχή, συμπληρώνοντας μια γεμάτη δεκαετία στην ηγεσία του Παναθηναϊκού, είχε αποκαλύψει ότι μόνο οι μεταγραφές παικτών του είχαν κοστίσει δέκα δισεκατομμύρια δραχμές!

Προσπαθώ να διαιρέσω αυτά τα δέκα δισεκατομμύρια με τις 42.153, 5 δραχμές που (όπως ανέφερε σε μια συνέντευξη μας στο Star Channel) ήταν το αρχικό κεφάλαιο της ΦΑΡΜΑΓΙΑΝ το 1961 και το κομπιουτεράκι μου παθαίνει τραλαλά!

Δέκα χρόνια αργότερα, στις 10 Ιουνίου του 1971, εξελέγη δια βοής για πρώτη φορά, μέλος του ΔΣ του (ενιαίου και αδιαίρετου, όπως αρεσκόταν να τον αποκαλεί, ακόμη και στην εποχή της μεγάλης κόντρας με τους Βαρδινογιάννηδες) Παναθηναϊκού...

Στις 10 Ιουνίου του 1987, την ώρα του προημιτελικού της Εθνικής με την Ιταλία στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, πάλι δια βοής και δίκην Μεσσία εξελέγη πρόεδρος του Ερασιτέχνη σε μια ιστορική γενική συνέλευση στον Τάφο του Ινδού.

Και λες και είχε κάνει παραγγελιά στη μοίρα του αυτή την ημερομηνία, τα χαράματα της 10ης Ιουνίου του 2018 έφυγε από τη ζωή, έχοντας προλάβει να δει τον Δημήτρη πρόεδρο (και) του Ερασιτέχνη Παναθηναϊκού!

Γράφω, γράφω και τελειωμό δεν (μπορεί να) έχει αυτό το κείμενο. Είναι τέσσερις μετά τα μεσάνυχτα της Τρίτης, ξημερώνει η ημέρα της κηδείας του και θαρρώ πως θα μπορούσα να γράφω μέχρι τα σαράντα του...

Εχω βουτήξει στα αρχεία μου, ξεσκαλίζω τα κιτρινισμένα από τον χρόνο αποκόμματα, θυμάμαι ξεχασμένες ιστορίες και θαρρώ πως από στιγμή σε στιγμή θα κτυπήσει το τηλέφωνο όπως ένα καλοκαιρινό βράδυ του 1991...

Τότε που σταμάτησε σε ένα περίπτερο στο Μπραχάμι και άρχισε να τηλεφωνεί στις εφημερίδες λέγοντας «παιδί μου, εδώ Παύλος Γιαννακόπουλος, μόλις αποκτήσαμε τον αθλητή Χρήστο Μυριούνη από τον Κρόνο Αγίου Δημητρίου»!

Αμ το άλλο; Καιγόταν το σύμπαν στη Γλυφάδα το 1995, μεσούντων των τελικών της Α1 και ο Παύλος κυνηγούσε στο προαύλιο του γηπέδου την κόρη του Στόγιαν Βράνκοβιτς και της φώναζε «στάσου βρε ευλογημένο, να σου δώσω ένα φιλάκι και να σου πάρω καστανάκια, να σου πάρω καστανάκια»!

Έγραψα για την κόρη του Βράνκοβιτς και θυμήθηκα άλλη μια σπαρταριστή ιστορία όχι με την κόρη του, αλλά με τον ίδιο...

Το καλοκαίρι του 1996, μετά την κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, στην οποία έβαλε όσο κανείς άλλος το χέρι του, ο Στόικο αποφάσισε με πόνο ψυχής να φύγει από τον Παναθηναϊκό για να επιστρέψει στο ΝΒΑ, με τη φανέλα των Μινεσότα Τίμπεργουλβς.

Στις 28 Αυγούστου, ημέρα Τετάρτη, ντάλα μεσημέρι, ο Παύλος Γιαννακόπουλος έφυγε άρον άρον από το γραφείο του και πήγε τρέχοντας στο σπίτι του Βράνκοβιτς στην Εκάλη. Τον βρήκε να φτιάχνει τις βαλίτσες του επί δυο ώρες προσπαθούσε να τον μεταπείσει ώστε να παραμείνει. Έφτασε να του προσφέρει πέντε εκατομμύρια δολάρια για νέο διετές συμβόλαιο, όντας υπερκινητικός τον τραβολόγαγε σε όλο το σπίτι ανέβηκαν ακόμα και στην ταράτσα της μονοκατοικίας (!), αλλά τζίφος: ο Κροάτης σέντερ δεν υπαναχώρησε και όταν χαιρετήθηκαν τους πήραν και τους δυο τα ζουμιά.

Best of internet