Ο (αληθινός) γίγας της Κυψέλης...

Ο (αληθινός) γίγας της Κυψέλης...

Ο (αληθινός) γίγας της Κυψέλης...

Ο Αριστείδης Ρουμπάνης έφυγε από τη ζωή και ο Βασίλης Σκουντής αποχαιρετά τον πολυαθλητή «Μπουλντόζα» που υπήρξε η κολώνα του Πανελληνίου και της Εθνικής ομάδας...

Ο Χάρος που βγήκε παγανιά τις τελευταίες μέρες και αρπάζει όποιον βρει μπροστά του, φόρτωσε χθες τα ξημερώματα στη βάρκα του και τον Αριστείδη Ρουμπάνη για το ταξίδι προς τα έγκατα της Αχερουσίας λίμνης και προς την αιωνιότητα...

Θα πήρε κιόλας ο ακατονόμαστος τον οβολό του για αυτό τον αναπόδραστο ναύλο, όπως υπαγόρευε το μυθολογικό έθιμο και μάλιστα θα τον πήρε σε δολάρια!

Ποιος ξέρει ίσως από εκεί να μπορεί να ρεμβάζει καλύτερα προς τα μέρη μας και να κάνει παρέα με τους παλιούς φίλους του που τόσο πολύ του έλειπαν όλα αυτά τα χρόνια της ξενιτιάς του στο Λος Άντζελες...

Αλλά και αυτός τους έλειπε πολύ –και περισσότερο στον αδερφό του, τον (χάλκινο Ολυμπιονίκη του άλματος επί κοντώ στη Μελβούρνη το 1956) Γιώργο Ρουμπάνη, που σήκωσε χθες τα ξημερώματα το τηλέφωνο του σπιτιού του στη Φιλοθέη και έμαθε ότι έφυγε από τη ζωή και ο μικρότερος από τους τέσσερις αδερφούς του...

«Τον κλαίμε από μακριά και μας έλειπε πού μας έλειπε τόσα χρόνια στην Αμερική, τώρα η απουσία του θα είναι μεγαλύτερη» μου είπε με δάκρυα στα μάτια χθες το μεσημέρι ο σύντροφος του από τη χρυσή πεντάδα του Πανελληνίου και αντίπαλος του στην Ιταλία, ο Μίμης Στεφανίδης.

Ο «Κούκλος» μόλις είχε κλείσει το τηλέφωνο με τους άλλους δυο εν ζωή συμπαίκτες του από εκείνη τη θρυλική ομάδα: τον απαρηγόρητο Παναγιώτη Μανιά, που έκλαιγε γοερά και φώναζε «τώρα θέλω να πεθάνω και εγώ» και τον Κώστα Παπαδήμα. Αισθάνονται πως ο κύκλος που είχε άρχισε να κλείνει στις 30 Δεκεμβρίου του 2007 με τον Θέμη Χολέβα, τώρα άρχισε να στενεύει ακόμη περισσότερο...

Ο Αριστείδης, ο περίφημος «Μπουλντόζας» του ελληνικού μπάσκετ (ένα παρατσούκλι που έφερε και ο συχωρεμένος ποδοσφαιριστής του Παναθηναϊκού, Βαγγέλης Πανάκης) και ολόκληρο του ελληνικού αθλητισμού έφυγε από τη ζωή διασωληνωμένος μετά από μια εγχείριση στην οποία υποβλήθηκε για την αφαίρεση ενός σπυριού που είχε βγάλει στην πλάτη του. Εκεί μέσα στο νοσοκομείο «άρπαξε» έναν ιό και μετά από δέκα ημέρες νοσηλείας στην εντατική μονάδα άφησε την τελευταία πνοή του...

Γεννημένος στις 9 Μαρτίου του 1932 στη Θεσσαλονίκη, με καταγωγή από τη Στεμνίτσα Αρκαδίας, γιος του ακοντιστή και γυμναστή Σάββα Ρουμπάνη, ο Αριστείδης υπήρξε ένας γίγας του ελληνικού αθλητισμού και όχι μονάχα του μπάσκετ: ένας homo universalis όπως χαρακτηρίζονταν την εποχή της Αναγέννησης οι πληθωρικοί άνθρωποι που διέπονταν από την έμφυτη τάση της ενασχόλησης με κάθε αντικείμενο της τέχνης και της επιστήμης.

Τέτοιος ήταν ο Αριστείδης Ρουμπάνης: ένας πολυσύνθετος αθλητής, ο τελευταίος από τους δέκα multi-Olympians που έχει αναδείξει η Ελλάδα, μαζί με τον Φαίδωνα Ματθαίου, τον ΓιάννηΛάμπρου, τον Χρήστο Ζαλοκώστα, τον Απόστολο Νικολαϊδη, τον Διονύση Βασιλόπουλο, τον Γεώργιο Πετρόπουλο, τον Περικλή Κακούση, τον Σωτήρη Βερσή και τον Γιώργο Παπασιδέρη.

Ο Ρουμπάνης έλαβε μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1952 ως μπασκετμπολίστας (στην προκριματική φάση που διεξήχθη πριν από το Τουρνουά και αποτελεί αντικείμενο ενός διαχρονικού debate για το οποίο μάλιστα έχει εκδώσει βιβλίο ο Πέτρος Λινάρδος) και ως ακοντιστής. Εκτός από τη λαμπρή και ένδοξη καριέρα του στο μπάσκετ υπήρξε σπουδαίος ακοντιστής και σφαιροβόλος, επί σειρά ετών κάτοχος των πανελληνίων ρεκόρ (65μ.98 και 16μ.97 αντιστοίχως) και με σημαντικές επιτυχίες σε διεθνείς διοργανώσεις.

Παράλληλα με τις ρίψεις (και ενώ ο κατά τρία χρόνια μεγαλύτερος αδελφός του Γιώργος παράτησε το μπάσκετ για να αφοσιωθεί και να διαπρέψει στο άλμα επί κοντώ) ο Αριστείδης υπήρξε η κολώνα της χρυσής πεντάδας του Πανελληνίου και της Εθνικής ομάδας μπάσκετ.

Εδώ χρειάζεται να ανοίξω μια αναγκαία ιστορική παρένθεση και να επισημάνω ότι ο Πανελλήνιος αποτελεί μια κατηγορία από μόνος του σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες ομάδες που έχουν ακμάσει στη σχεδόν εκατόχρονη ιστορία του ελληνικού μπάσκετ.

Δεν είναι η ομάδα που έφερε το μπάσκετ στην Ελλάδα (ΧΑΝΘ, 1919), ούτε εκείνη η οποία κατέκτησε το πρώτο πρωτάθλημα (Ηρακλής, 1928)...

Δεν είναι επίσης η ομάδα που κατέκτησε τον πρώτο ευρωπαϊκό τίτλο (ΑΕΚ, 1968), ούτε εκείνη η οποία έκανε σεφτέ ως πρωταθλήτρια Ευρώπης (Παναθηναϊκός)...

Για να μην μακρηγορώ, εάν στα μέσα της δεκαετίας του ’80 ο Αρης ήταν εκείνος που έκανε τους Ελληνες να αγαπήσουν το μπάσκετ, το έβαλε στα σπίτια όλης της χώρας και το διαφήμισε στο εξωτερικό, ο Πανελλήνιος υπήρξε αυτός ο οποίος προπολεμικά και στη δεκαετία του ‘50 έκανε τους Ελληνες να το μάθουν!

Τους έκανε επίσης να συνωστίζονται στον σταθμό Λαρίσης για να τον υποδέχονται την ομάδα όταν επέστρεφε σιδηροδρομικώς από τους θριάμβους στα μεγαλύτερα Τουρνουά της Ευρώπης (Σαν Ρέμο, Βρυξέλλες κοκ) αλλά έπεσε στην περίπτωση: όταν η FIBA καθιέρωσε το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης (σεζόν 1957-58), η περιβόητη χρυσή πεντάδα του Πανελληνίου είχε αρχίσει να υποχωρεί, χώρια που οι παίκτες της είτε μεταγράφηκαν στο εξωτερικό, είτε αποφάσισαν να αφοσιωθούν στις επαγγελματικές δραστηριότητες τους.

Γενικώς ο Πανελλήνιος στάθηκε άτυχος και πάντοτε έπεφτε στην περίπτωση: η χρυσή πεντάδα δεν πρόλαβε τα Κύπελλα Ευρώπης, ενώ την πρώτη μεγάλη ομάδα του συλλόγου (Σβολόπουλος, Πανταζόπουλος, Σκυλογιάννης, Κωστόπουλος, Ελευθερουδάκης) την πρόλαβε και ανέκοψε την κυριαρχική πορεία της ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Η χρυσή πεντάδα που αποτέλεσε και τη βάση της Εθνικής ομάδας, απαρτιζόταν από τον Θέμη Χολέβα, τον Μίμη Στεφανίδη (τον περιβόητο «κούκλο» που διέπρεψε και στην Ολίμπια Μιλάνο), τον Κώστα Παπαδήμα, τον Παναγιώτη Μανιά και τον Αριστείδη Ρουμπάνη, με προπονητή τον καθηγητή θεολογίας στο Πανεπιστήμιο και μέλος της ΔΟΕ, Νικόλαο Νησιώτη, ο οποίος σκοτώθηκε σε ηλικία 62 ετών, το 1986, σε τροχαίο δυστύχημα.

Εκείνη η ομάδα προϋπήρξε της εποχής της και παρουσίασε ένα πρωτόγνωρο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα στιλ μπάσκετ, το οποίο στηριζόταν στην ταχύτητα, στο θέαμα, στα υψηλά σκορ,και στον ανελέητο αιφνιδιασμό, με αποτέλεσμα να κυριαρχεί κατά κράτος και να μην αφήνει τους αντιπάλους της να πάρουν ανάσα. Τόσο πρωτοποριακό και αξιοζήλευτο υπήρξε αυτό το (επηρεασμένο από το αμερικάνικο μπάσκετ) δόγμα που λάνσαρε ο Νησιώτης και υποστηρίχθηκε από το ταλέντο, τη δεξιοτεχνία και τη χημεία των παικτών, ώστε ο Πανελλήνιος μετατράπηκε σε αντικείμενο διεθνούς κατασκοπείας!

Προς επίρρωσιν τούτου, αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή συνέρεαν στο γήπεδο πίσω από το Πεδίον του Άρεως πλείστοι όσοι Ευρωπαίοι προπονητές που κινηματογραφούσαν τις προπονήσεις και τους αγώνες του Πανελληνίου: πλείστοι όσοι, συμπεριλαμβανομένων και των Γιουγκοσλάβων, οι οποίοι έχουν παραδεχθεί δημοσίως ότι χρησιμοποίησαν αρκετά στοιχεία της χρυσής πεντάδας, για να δημιουργήσουν τη δική τους μεγάλη σχολή, που τότε εκτεινόταν στα όρια του... νηπιαγωγείου!

Παρόντος του Ρουμπάνη (1μ.92) στο ρόλο του σέντερ-πυλώνα, ο Πανελλήνιος κατέκτησε τα τελευταία τρία από τα έξι πρωταθλήματα της ιστορίας του (1929, 1939, 1940, 1953, 1955, 1957). Εκτός από την επονομαζόμενη «χρυσή πεντάδα» στην ομάδα αγωνίζονταν επίσης οι επίσης διεθνείς Νομικός, Κωστόπουλος, Μπουρνέλος, Σακέλης, Ξένος, Ζαγοραίος, Τσιφλάκος, Αναγνωστόπουλος, Μαυρολέων, ενώ αργότερα εντάχθηκαν ο Γιώργος Μόσχος και ο Αντώνης Χρηστέας, οι οποίοι στη συνέχεια μεταγράφηκαν στην ΑΕΚ.

Mε την Εθνική ο Ρουμπάνης αγωνίσθηκε σε 25 ματς και σκόραρε 275 πόντους, όντας ένας από τους λίγους παίκτες –και μάλιστα σέντερ- με διψήφιο μέσο όρο (11.0). Αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της ελληνικής ομάδα στο Εurobasket του 1951 στο Παρίσι, ενώ έλαβε επίσης μέρος στους Μεσογειακούς αγώνες του 1955, στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1952 και στα Προολυμπιακά Τουρνουά του 1952 και του 1956.

Το 1955 μετά τον θρίαμβο του Πανελληνίου στο Τουρνουά του Σαν Ρέμο, που αποτελούσε τον προπομπό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, ο Στεφανίδης και ο Ρουμπάνης μπήκαν στο μάτι των ιταλικών ομάδων και υπέκυψαν στον πειρασμό να ξενιτευτούν μαζί με άλλα επιφανή στελέχη του ελληνικού μπάσκετ. Ο μεν «Κούκλος» μετακόμισε στη Σίμενταλ (Ολίμπια, νυν Αρμάνι) Μιλάνο και αργότερα στη Ρέγερ Βενετίας, ο δε «Μπουλντόζας» στη Μοτομορίνι Μπολόνια, στην οποία αργότερα αγωνίσθηκε και ο αρχηγός του Ολυμπιακού Γιάννης Σπανουδάκης. Περίπου την ίδια εποχή αγωνίσθηκαν επίσης στο ιταλικό πρωτάθλημα ο Αντώνης Φλόκας (Μπενέλι Πέζαρο), ο Φαίδων Ματθαίου (Μπενέλι Πέζαρο, Στορμ Βαρέζε) και ο Κώστας Μουρούζης (Τζίρα Μπολόνια).

«Παίξαμε αντίπαλοι στην Ιταλία και... σκοτωνόμασταν» θυμήθηκε χθες ο Στεφανίδης. «Ο Μπουλντόζας ή μπάρμπα Γιώργος, όπως τον λέγαμε, δεν αντιμετωπιζόταν εύκολα. Λόγω της ενασχόλησης του με τον ακοντισμό και με τη σφαιροβολία είχε τρομερή σωματική δύναμη και γι’ αυτό κιόλας, ενώ ήταν σχετικά κοντός για τη θέση του σέντερ μπορούσε να τα βάζει με τους ψηλότερους αντιπάλους του και να τους κοπανάει! Όποιος έπεφτε πάνω του έφευγε... μελανιασμένος από το γήπεδο και δεν τον ξαναπλησίαζε»...  

Best of internet