Ο βασιλιάς της σκόνης

Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο και το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί στην αποτυχία

Ο βασιλιάς της σκόνης

Ο βασιλιάς της σκόνης

Ο Νίκος Παπαδογιάννης γράφει για το παράξενο Μουντομπάσκετ του Γιάννη Αντετοκούνμπο και επιχειρεί τον απολογισμό.

Στο ξεκίνημα του Μουντομπάσκετ, ο Γιάννης Αντετοκούνμπο ήταν το κεντρικό πρόσωπο της διοργάνωσης. Ουδέποτε έχω δει τόση λατρεία για έναν μπασκετμπολίστα σε ξένο γήπεδο, όση συσσωρεύτηκε για τον άνθρωπό μας στις κερκίδες της Ναντζίνγκ.

Ταυτόχρονα, ο MVP του ΝΒΑ ενσάρκωνε τις ελπίδες των Ελλήνων φιλάθλων για μία διάκριση, την πρώτη μετά από 10 χρόνια.

Η παρουσία του ανάγκασε τα γραφεία στοιχημάτων να θεωρήσουν την Εθνική φαβορί για μετάλλιο και τη FIBA να ανεβάσει την Ελλάδα πολύ ψηλά στην εικονική κατάταξη των ομάδων.

Χωρίς τον Γιάννη, η αποτυχημένη ή απούσα σε προηγούμενες διοργανώσεις Εθνική μας θα φορούσε εξαρχής στολή κομπάρσου.

Ωστόσο, το πηλίκο έβγαλε μία από τα ίδια. Τι ακριβώς πήγε λάθος; Ποιο από τα στοιχεία της εξίσωσης διάβασαν διαφορετικά όσοι περίμεναν θαύματα από τον 24χρονο Έλληνα; Ποιο είναι το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί;

Η απάντηση βρισκόταν από την αρχή μπροστά στα μάτια μας και επισημάνθηκε πολλές φορές.

Απλώς, ελπίζαμε ότι ο Γιάννης θα έβρισκε τρόπους να ξεπεράσει το πρόβλημα ή ότι οι συμπαίκτες του θα τον βοηθούσαν να τους βοηθήσει περισσότερο από ό,τι το έκαναν.

Το πρόβλημα, με τον Γιάννη, ήταν το ίδιο το μπάσκετ.

Για την ακρίβεια, οι διαφορετικοί κανονισμοί της FIBA. Για έναν μπασκετμπολίστα με τα ειδικά χαρακτηριστικά του Γιάννη Αντετοκούνμπο κανόνας των «αμυντικών τριών δευτερολέπτων» αλλάζει όλο το παιχνίδι.

Στο ΝΒΑ, ο αμυνόμενος παίκτης επιτρέπεται να μαρκάρει χώρο, αλλά μόνο για 2,9 δευτερόλεπτα. Στη συνέχεια, οφείλει να επιστρέψει άρον άρον στον προσωπικό του αντίπαλο. Ειδάλλως, η ομάδα του τιμωρείται με τεχνική ποινή.

Με άλλα λόγια, στο ΝΒΑ απαγορεύεται η ζώνη, όπως απαγορευόταν ανέκαθεν. Ο σχετικός κανονισμός έχει εκσυγχρονιστεί και εξειδικευτεί, αλλά η φιλοσοφία του παραμένει σε ισχύ.

Στο διεθνές μπάσκετ, όλα όσα προαναφέρθηκαν αποτελούν νεκρό γράμμα. Επιτρέπονται τα πάντα στους πάντες, δίχως ενοχλητικούς περιορισμούς και διαιτητες που μετράνε μέσα τους τα δευτερόλεπτα.

Εάν ένας προπονητής αποφασίσει να αμυνθεί με σχηματισμό «πέντε ακούνητες καρέκλες», με γεια του και με χαρά του.

Εάν στείλει και τους πέντε λεβέντες του να μαρκάρουν επί 40 λεπτά τον πιο επικίνδυνο παίκτη του αντιπάλου, αγνοώντας επιδεικτικά τους υπολοίπους, γιασάν του μάγκα.

Εάν τους βάλει όλους να περιμένουν κάτω από το καλάθι σαν τερματοφύλακες τύπου Γκομπέρ, έχει κάθε δικαίωμα να το πράξει.

«Εδώ είναι πολύ πιο εύκολο να σταματήσει κάποιος τον Γιάννη», παρατήρησε, κάπως έκπληκτος, ο Γκρεγκ Πόποβιτς. «Ας μάθει να σουτάρει πιο αποτελεσματικά για να γίνει ασταμάτητος», ήταν η κρυμμένη ανάμεσα στις λέξεις σκέψη του.

Η πινακοθήκη του Μουντομπάσκετ γέμισε από ενσταντανέ που έδειχναν τον Γιάννη Αντετοκούνμπο να παλεύει εγκλωβισμένος ανάμεσα σε τρία, τέσσερα ή και πέντε κορμιά. Το ίδιο και τα γυμνά μάτια μας.

Όποτε ο Greek Freak παραλάμβανε τη μπάλα στην κορυφή, έβλεπε μπροστά του κρεάτινο τείχος. Όλοι περίμεναν αυτόν και ουδείς ενδιαφερόταν για τις κινήσεις των άλλων Ελλήνων παικτών.

Πολλές φορές, ο Γιάννης κατέβασε το κεφάλι και επιτέθηκε σαν ταύρος σε υαλοπωλείο. Η συμπάθεια των διαιτητών ήταν ένα έξυπνο ποντάρισμα, αλλά σπάνια κάθισε η γκρίζα μπίλια στο «34».

Ο απολογισμός των 6,8 ελευθέρων βολών σε κάθε αγώνα είναι πενιχρός και μάλλον απογοητευτικός, ενώ δεν πέρασε ματς χωρίς να καταλογιστεί ένα, έστω, επιθετικό φάουλ στον αστέρα της Εθνικής Ελλάδας.

Το αντανακλαστικό του Γιάννη δεν είναι να παίξει ένας εναντίον όλων, αλλά να μαζέψει γύρω του την άμυνα και να μοιράσει παιχνίδι στους ακροβολισμένους συμπαίκτες.

Ίσως παραήταν ομαδικός εδώ στην Κίνα, από τη στιγμή μάλιστα που η Εθνική δεν διέθετε αξιόπιστους σουτέρ. Όποτε ο Γιάννης αποφάσιζε να πάρει την κατάσταση στους ώμους του, με μάτι που γυάλιζε, γινόταν πιο αποτελεσματικός.

Συνήθως όμως έμοιαζε να αναπολεί τον Μπρουκ Λόπεζ, τον Μπρόγκντον, τον Μίντλετον, τον Σνελ και τις κάπως βαριεστημένες άμυνες της κανονικής περιόδου του ΝΒΑ.

Στο Παγκόσμιο Κύπελλο δεν ευδοκιμεί η αφέλεια ούτε υπάρχουν προπονητές που αράζουν στον πάγκο και απολαμβάνουν το θέαμα. Κάθε αγώνας και κάθε φάση μετράει.

Ακόμα και όταν ο Γιάννης ξεχυνόταν στον αιφνιδιασμό, αναγκαζόταν να πλησιάσει τον στόχο με σλάλομ και όχι σε ευθεία γραμμή.

Οι αντίπαλες ομάδες προτιμούσαν τη γρήγορη επιστροφή στην άμυνα μετά από κάθε δικό τους σουτ, παρά το κυνήγι του επιθετικού ριμπάουντ. Μόνο μετά από κλεψίματα κατόρθωνε ο Γιάννης να φτάσει πρώτος και ανενόχλητος στο καλάθι.

Σε πολλά παιχνίδια επιχείρησε σουτ τριών πόντων στο ξεκίνημα, σε μία απέλπιδα προσπάθεια να εκβιάσει πνευματικές καταστάσεις, αναγκάζοντας την αντίπαλη φρουρά να σεβαστεί το σουτ του.

Αλλά ουδείς ξεγελάστηκε. Ο απολογισμός του στα τρίποντα ήταν μόλις 2 στα 9.

Η εικόνα στην επίθεση πέντε εναντίον πέντε ήταν περίπου αυτή που περίμεναν όσοι ασχολούνται λίγο πιο συστηματικά με το άθλημα.

Ελπίζαμε σε κάτι καλύτερο, εξαιτίας του επιπέδου των αντιπάλων, αλλά τα αντικειμενικά δεδομένα δεν δικαίωναν αυτή την ελπίδα.

Με κανονισμούς ΝΒΑ, ο Γιάννης θα έβαζε όχι 14,8 πόντους, αλλά περισσότερους από 25. Θα έμενε στο παρκέ πολύ περισσότερο από 24,9 λεπτά και θα προκαλούσε καθοριστική φθορά στον αντίπαλο.

Η Εθνική μας θα έφτανε πιο εύκολα στα προημιτελικά, αν μπορούσε να αγωνιστεί απέναντι σε άμυνες των 2,9 δευτερολέπτων ή έστω αν ο Γιάννης είχε περισσότερο χρόνο για να προσαρμόσει το παιχνίδι του στις νέες συντεταγμένες.

Ακόμα και στην άμυνα, ορισμένες φορές χανόταν και έψαχνε μηχανικά τον παίκτη του, ενώ η συνήθης εντολή ήταν να παίζει «λίμπερο» για να σκορπίζει φόβο με την παρουσία του.

Η πραγματική απογοήτευση, εάν υπάρχει τέτοια, έχει να κάνει με την κάπως ισχνή παρουσία του στα μετόπισθεν.

Εκεί ο Γιάννης θα μπορούσε να επηρεάσει το παιχνίδι και να γίνει «dominant» χωρίς να νοιάζεται για τους διαφορετικούς κανονισμούς. Τόσο στον αέρα, όσο και στο έδαφος.

Μπορεί να μην είχε αμυντικούς ογκόλιθους γύρω του, αλλά το πλάνο ήταν σχεδιασμένο έτσι ώστε να μπλοκάρει ακόμα και ομάδες επιπέδου ΗΠΑ. Όπερ και εγένετο.

Η καλή άμυνα, όταν υπήρχε, πυροδοτούσε αιφνιδιασμούς και έκοβε τα πόδια των αντιπάλων. Τέσσερα ψηλά κορμιά και ανάμεσά τους ο Γιάννης, αυτό ήταν το αμυντικό στοίχημα του Θανάση Σκουρτόπουλου.

Στα φιλικά παιχνίδια και στο ξεκίνημα του Μουντομπάσκετ, οι ομάδες που αντιμετώπιζαν την Εθνική μας κολλούσαν στο 40% στα δίποντα. Το ίδιο συνέβη στο κρίσιμο ματς με την Τσεχία, κυρίως στο πρώτο ημίχρονο.

Συνολικά, όμως, το «κομπρεσέρ» δεν δούλεψε τόσο καλά όσο ήλπιζε ο Έλληνας Ομοσπονδιακός.

Τα αργά πόδια των σέντερ και η πατροπαράδοτη αδυναμία στην αντιμετώπιση του πικ-εντ-ρολ ανάγκασαν τον Σκουρτόπουλο να κατεβάσει τον Γιάννη στη θέση «5» συχνότερα από ό,τι θα ήθελε.

Αλλά η κίνηση αποδείχθηκε αντιπαραγωγική, τόσο στην επίθεση, όσο και στην άμυνα. Η απίστευτη ευκολία με την οποία ο Βαρεζάο πέτυχε το νικητήριο καλάθι των Βραζιλιάνων από την καρδιά της ελληνικής άμυνας (και πολλά άλλα στα 40’ που προηγήθηκαν) θα στοιχειώνει τον ύπνο μας για μήνες.  

«Υπολογίζωω ότι ο Γιάννης θα έχει συνολικά 5 κλεψίματα+τάπες, διψήφιο αριθμό ριμπάουντ και διψήφιο αριθμό βολών», έλεγα στην τελευταία μπασκετοκουβέντα πριν επιβιβαστώ στο αεροπλάνο για την Κίνα.

Πίστευα και εξακολουθώ να πιστεύω ότι αυτά τα στοιχεία θα έκαναν τη διαφορά και θα ξεκλείδωναν το παιχνίδι της Εθνικής.

Η τελική στατιστική του δείχνει πού ακριβώς υστέρησε ο Γιάννης: 8,8 ριμπάουντ, 2,4 κλεψίματα, 0,6 τάπες και 6,8 βολές.

Η καμπύλη της ευστοχίας του στις βολές, όπου ξεκίνησε με 15/15 αλλά συνέχισε με 9/19, αποτελεί εύγλωττη απόδειξη του άγχους και της νευρικότητας που σιγά σιγά τον κυρίευε.

Στα δίποντα είχε 52 τοις εκατό, αλλά μόλις 5 εύστοχα σε κάθε ματς. Συνολικά επιχείρησε 46 σουτ, έναντι 55 του Καλάθη, 44 του Πρίντεζη, 42 του Σλούκα, 33 του Παπαπέτρου, 22 του Θανάση.

Τέλος, ο Γιάννης κέρδισε μόλις 5 επιθετικά ριμπάουντ και έγραψε περισσότερα λάθη (13), παρά ασίστ (12).

Μόνο σε ένα ματς έβγαλε στατιστική αντάξια της αίγλης του: το 24-10-6-2 ενάντια στους Νεοζηλανδούς. Ήταν η βραδιά που πιστέψαμε ότι το θηρίο ξύπνησε.

Ουδείς θα τον κατηγορήσει για έλλειψη προσπάθειας ή για βεντετισμό. Αλλά το γνωστό, φωτεινό χαμόγελό του ήταν τις τελευταίες μέρες άφαντο.

Έστω και έτσι, στο 30%, των πραγματικών του δυνατοτήτων του και με ερεθισμένο το πανάκριβο γόνατό του, ο Γιάννης Αντετοκούνμπο ήταν ο πολυτιμότερος παίκτης της Εθνικής.

Η ομάδα πέτυχε 31 πόντους παραπάνω από τους αντιπάλους της, όποτε αυτός ήταν στο παρκέ. Ο προσωπικός του συντελεστής απόδοσης έφτασε συνολικά το στρογγυλό 100 στους πέντε αγώνες.

Σημειώστε τα αντίστοιχα νούμερα άλλων παικτών για να αξιολογήσετε τη διαφορά με το +31 και 100 του Γιάννη: Σλούκας +17 και 54, Παπανικολάου +9 και 34, Παπαπέτρου -1 και 36, Πρίντεζης +1 και 53, Μπουρούσης -5 και 34, Θανάσης +2 και 29.

Μόνο ο Καλάθης (+27 και 79) πλησίασε τους αριθμούς efficiency του Γιάννη Αντετοκούνμπο, χάρη στην απόδοσή του ενάντια στους Τσέχους.

Yπάρχουν και πιο αναλυτικοί τρόποι για να αναλυθεί το παιχνίδι της Εθνικής και των αντιπάλων, αλλά θα χρειαστεί να περιμένουν την επιστροφή μας στην Ελλάδα. Η πρώτη ανάγνωση έχει τη δική της αλήθεια.

Μετά τον αποκλεισμό της «επίσημης αγαπημένης» από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2016, ο Γιάννης ανέλαβε την ευθύνη και έδωσε υποσχέσεις για το μέλλον. Αυτή τη φορά, προτίμησε τη σιβυλλική σιωπή.

Ασφαλώς του αξίζουν καλύτεροι προπονητές και συμπαίκτες, αλλά και ο ίδιος γνωρίζει ότι εμφανίστηκε κατώτερος των προσδοκιών. Των δικών του προσδοκιών, πάνω απ’ όλα.

Οι πέντε κύκλοι είναι ιδανικό φόντο εξιλέωσης και δικαίωσης, αλλά η παρουσία του στο Προολυμπιακό τουρνουά (7-12 Ιουλίου) δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιη ούτε εξαρτάται αποκλειστικά από τον ίδιο.

Θα χρειαστεί, μάλλον, να περιμένουμε μέχρι το τέλος της σεζόν του ΝΒΑ για να βεβαιωθούμε. Αλλά δεν γίνεται αλλιώς ούτε έχει νόημα να καταστρώνονται σχέδια με Αντετοκούνμπο ή χωρίς Αντετοκούνμπο.

Μπορεί ο Γιάννης να ήταν μέτριος στην Κίνα, αλλά χωρίς τον Γιάννη η Εθνική θα δυσκολευόταν να νικήσει οποιονδήποτε. Του χρόνου, μπορεί να είναι λιγότερο δυνατή.  

Όταν ζήτησα από το iPod μου έναν οιωνό, όπως συνηθίζω για καλαμπούρι στο ξεκίνημα μιας διοργάνωσης, ο πρώτος τίτλος που εμφανίστηκε μoυ έβγαλε την αισιοδοξία ξινή: «King Nothing» των Metallica.

Το μαραφέτι με τα 16.000 τραγούδια αποδείχθηκε και φέτος μία κρυστάλλινη σφαίρα υψηλής ευκρίνειας. Χάθηκε να έβγαζε το «Carpe Diem Baby»;

Best of internet