Ροχαλίζοντας στο «Moulin Rouge»!

Ροχαλίζοντας στο «Moulin Rouge»!

Ροχαλίζοντας στο «Moulin Rouge»!

H αντίστροφη μέτρηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου έχει αρχίσει και ο Βασίλης Σκουντής βγάζει από τη ναφθαλίνη τις αναμνήσεις του από τις προηγούμενες περιηγήσεις του, με δεύτερο σταθμό εκείνον του 1990 στην Αργεντινή…

Ένα Μουντομπάσκετ γεμάτο αισθήσεις, χρώματα και αρώματα, συμπεριλαμβανομένης και της... μούχλας που ανέδιδε το «Luna Park», το οποίο φιλοξένησε την τελική φάση της διοργάνωσης! Ένα παλιό γήπεδο, που θαρρείς πως το είχε ξεχάσει ο χρόνος και το ρολόι ήταν σταματημένο στις 3 Νοεμβρίου του 1950, όταν έπεφτε η αυλαία του πρώτου Παγκοσμίου Κυπέλλου της ιστορίας. Ένα γήπεδο στα έγκατα του οποίου, κυκλοφορούσε ακόμη σαν το φάντασμα της όπερας, ο θρυλικός Οσκαρ Φούρλονγκ, που είχε οδηγήσει τους «γκαούτσος» στον θρίαμβο τους σε εκείνο το παρθενικό Παγκόσμιο Πρωτάθλημα...

Σαράντα χρόνια αργότερα το μουχλιασμένο «Λούνα Παρκ» έγινε πάλι το επίκεντρο του μπασκετικού κόσμου και το θέατρο στο οποίο ανέβηκαν οι παραστάσεις μερικών θιάσων που δεν επρόκειτο να ξαναβγούν στη σκηνή. Είναι όντως ιστορική αυτή η διοργάνωση, διότι επιφύλαξε την τελευταία στα χρονικά εμφάνιση των τριών κορυφαίων δυνάμεων του παγκόσμιου μπάσκετ με την παραδοσιακή φυσιογνωμία τους. Αποχαιρέτα λοιπόν, κατά πως το γράφει και ο Καβάφης (για την Αλέξάνδρεια)...

  • Την ενωμένη Γιουγκοσλαβία (του Τίτο), καθώς την επόμενη χρονιά, στο Ζάγκρεμπ, ο Ζντοβτς αποχώρησε μεσούντος του Ευρωμπάσκετ και ήδη είχαν αρχίσει να βαράνε τα κρόταλα του εμφυλίου πολέμου και του διαμελισμού

  • Τη Σοβιετική Ενωση που έμεινε εκτός νυμφώνος στο Εurobasket του 1991 και εμφανίστηκε ως Κοινοπολιτεία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1992

  • Και την κολεγιακή Εθνική ομάδα των ΗΠΑ, καθώς ήδη από το 1989 –και μετά το φιάσκο της Σεούλ- είχε ληφθεί η απόφαση του «open» και δυο χρόνια αργότερα (πρώτα στο Προολυμπιακό Τουρνουά του Πόρτλαντ και εν συνεχεία στο Ολυμπιακό Τουρνουά της Βαρκελώνης) επρόκειτο να σκάσουν μύτη τα αστέρια της Dream Team.

Ανήμερα τα 33α γενέθλια του, στις 23 Ιουλίου, ο Νίκος Γκάλης αποχώρησε τραυματίας από το γήπεδο της Γλυφάδας, όπου η Εθνική αντιμετώπιζε την Τσεχοσλοβακία στο πλαίσιο του «Τουρνουά Ακρόπολις» και εκείνο το διάστρεμμα αποδείχτηκε μοιραίο. Ο «γκάνγκστερ» τέθηκε εκτός Εθνικής, αλλά για κάθε απόντα σούπερ σταρ υπήρχε ένας τίμιος και εμφορούμενος από πάθος και φανατισμό αντικαταστάτης: λεγόταν Γιώργος Γάσπαρης και δήλωνε (με την άγνοια και το θράσος που ούτως ή άλλως τον διέκριναν) ότι «θα μας λείψει πολύ ο Γκάλης, αλλά κι εμείς δεν κολλάμε μπρίκια»!

Παρεμπιπτόντως ο Γάσπαρης έφαγε την τελευταία στιγμή τη θέση του Κορωνιού που είχε προβάδισμα στην επιλογή του τέταρτου γκαρντ (πίσω από τον Γιαννάκη, τον Ιωάννου και τον Παταβούκα), αλλά τον Αγγελο τον χαντάκωσε ο Εκτορ Καμπάνια! Στον αγώνα (του «Τουρνουά Ακρόπολις») με την Αργεντινή ο πόιντ γκαρντ του Περιστερίου έφυγε σε έναν αιφνιδιασμό κι ενώ εφορμούσε προς το καλάθι, ο «Πίτσι» του έκλεψε την μπάλα, πέτυχε το νικητήριο καλάθι (79-81) και αυτή η φάση αποδείχτηκε μοιραία και πάντως έκλινε την πλάστιγγα της επιλογής του Ευθύμη Κιουμουρτζόγλου υπέρ του Γάσπαρη.

Λίγες μέρες πριν από το τζάμπολ της διοργάνωσης στην οποία η Ελλάδα αναρριχήθηκε (από τη δέκατη του ’86) στην έκτη θέση, η ομάδα έγινε μαλλιά κουβάρια! Σε έναν φιλικό αγώνα στην Κόρντομπα, γνώρισε την ήττα από την Αργεντινή με 93-86 και πέρα από την κακή εμφάνιση, συνέβησαν και διάφορα περιστατικά που ταρακούνησαν, αλλά εντέλει συσπείρωσαν την αποστολή.

Με το καλημέρα στη Βίγια Μπαγεστέρ, όπου διεξάγονταν οι αγώνες του Γ’ ομίλου πήγε να γίνει το μεγάλο πατιρντί! Η Εθνική με τον «Rocketman» (όπως τον αποκαλούσε στο πρωτοσέλιδο του το επίσημο περιοδικό της FIBA) Nάσο Γαλακτερό να οργιάζει ήταν έτοιμη να ρίξει στο καναβάτσο τους Αμερικανούς κολεγιόπαιδες στον πάγκο των οποίων βρισκόταν (και τότε) ο Μάικ Σιζέφσκι. Σε μια από τις πιο εκκωφαντικές και αλησμόνητες φάσεις του ματς ο Παναγιώτης Φασούλας κατέβασε τον... γενικό του Αλόνζο Μούρνινγκ, ενώ τέσσερα δευτερόλεπτα πριν από τη λήξη του ματς και με ισόπαλο σκορ, ο Κώστας Παταβούκας δεν πάσαρε αμέσως στον Γαλακτερό, ο οποίος είχε φύγει στον αιφνιδιασμό, αλλά προτίμησε να σουτάρει ο ίδιος από τα είκοσι μέτρα.

Η μπάλα μπήκε και βγήκε στο καλάθι, στη συνέχεια τη μάζεψε ο Νάσος και σκόραρε, αλλά ήδη είχε χαθεί πολύτιμος χρόνος και οι Αμερικανοί έτρεξαν αμέσως προς τη γραμματεία για να ζητήσουν να μη μετρήσει το καλάθι.

Ο Κιουμουρτζόγλου και ο Τσάβας ωρύονταν από την πλευρά τους υποστηρίζοντας ότι το καλάθι ήταν εμπρόθεσμο και ακολούθησε ένας χαμός στο ίσωμα! Εντέλει -και με τους διαιτητές να νίπτουν τας χείρας τους ως Πόντιοι Πιλάτοι- την τελική ετυμηγορία έλαβε ο Ουρουγουανός κομισάριος Ράε, ο οποίος ακύρωσε το καλάθι και έστειλε τις δυο ομάδες να παίξουν παράταση, στην οποία η ελληνική ομάδα, υπό το κράτος της απογοήτευσης και της τσατίλας, ηττήθηκε με 103-95.

Η πιο συγκινητική στιγμή που έχω να θυμάμαι από τον πρώτο αγώνα είναι συναδελφική, προσωπική και για την ακρίβεια αδερφική. Οι δημοσιογράφοι που ακολουθήσαμε την Εθνική στο Μπουένος Αϊρες φτάσαμε δυο μέρες πριν από την πρεμιέρα, αλλά ο Γιάννης Αντωνόπουλος (από το «Φως των Σπορ») ταξίδεψε μόνος του, έχασε την πτήση από το Μαϊάμι και ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα. Για έναν οποιοδήποτε αρτιμελή άνθρωπο το ζήτημα θα ήταν απλούστερο απ’ ό,τι για έναν ανάπηρο ο οποίος (κτυπημένος παιδιόθεν από πολιομυελίτιδα) κυκλοφορούσε με πατερίτσα.

Ήταν όμως τέτοια ψυχάρα ο Γιάννης, που όχι μόνο έκανε ολομόναχος το κουραστικό υπερατλαντικό ταξίδι, όχι μόνο βρήκε την άκρη στο Μαϊάμι, αλλά πρόλαβε κιόλας να φτάσει στο γήπεδο, ακριβώς στη λήξη του πρώτου ημιχρόνου του αγώνα με τις ΗΠΑ. Ήταν τέτοια η συγκίνηση όλων μας, όταν τον είδαμε με τη βοήθεια ενός εθελοντή να ανεβαίνει τα σκαλιά της εξέδρας, που αυθόρμητα σηκωθήκαμε και τον χειροκροτήσαμε και το ίδιο έκαναν (συνεπαρμένοι από τον ηρωισμό του) και τα μέλη της Εθνικής που επέστρεφαν στον αγωνιστικό χώρο για τη συνέχεια του δραματικού ματς. Με τον Γιαννάκη πήγαμε παρέα σε όλα τα Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα, τα Παγκόσμια Κύπελλα, τα Προολυμπιακά Τουρνουά και τα Final-4 της Euroleague μέχρι τις 27 Ιουλίου του 2005, που έφυγε από τη ζωή…

Παρά το γεγονός ότι η απουσία του Γκάλη ήταν δεδομένη και δεδηλωμένη, ο Αντόνιο Ντιαθ Μιγκέλ αποδείχτηκε άπιστος Θωμάς. Ενόψει του ματς της δεύτερης αγωνιστικής, που θα έκρινε κιόλας την πρόκριση, ο συχωρεμένος «Δον Αντόνιο» καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα και στην πρώτη προπόνηση της Εθνικής στεκόταν στη γωνία και μετρούσε τους παίκτες. «Δεν σας πιστεύω. Κάπου τον έχετε και τον κρύβετε» επέμενε, αλλά πείστηκε ότι ο Γκάλης ήταν απών, όταν δεν τον είδε να αγωνίζεται στο ματς με τους Αμερικανούς και μόνο τότε η καρδιά του πήγε στη θέση της!

Πήγε για λίγο όμως στη θέση της η καρδιά του Ντίαθ Μιγκέλ, διότι την επόμενη μέρα ποιος είδε τον Φάνη και δεν τον φοβήθηκε! Στο μεγαλύτερο ματς της ζωής του ο Χριστοδούλου ήταν «πού σε πονεί και πού σε σφάζει»: πέτυχε 32 πόντους με 6 τρίποντα, «κατέβασε» 10 ριμπάουντ, μοίρασε έξι ασίστ, έπαιξε λυσσασμένη άμυνα και σφράγισε μαζί με τον Γιαννάκη (31π.) τον θρίαμβο της Εθνικής (102-93) επί της Ισπανίας και την πρόκριση της στην οκτάδα!

Την ώρα που η Εθνική προκρινόταν στην οκτάδα και (θα) παρέμενε στο Μπουένος Αϊρες για να παίξει στην τελική φάση, η Ισπανία και η Ιταλία έπαιρναν τον δρόμο της εξορίας στα βουνά της Σάλτα. Όλες οι ομάδες είχαν πάρει από φόβο αυτό το ταξίδι στην πόλη που βρίσκεται σε υψόμετρο 1.161 μέτρων και κουβέντα στην κουβέντα γεννήθηκε μια από τις κορυφαίες ατάκες στα χρονικά του ελληνικού μπάσκετ.

Θυμάμαι ότι αμέσως μετά τη νίκη-ορόσημο επί της Ισπανίας ζήτησα απ’ όλους τους παίκτες ένα σχόλιο. Οι δέκα από αυτούς απάντησαν ότι «παίξαμε για τη φανέλα, για την πατρίδα, για την ιστορία μας κοκ», ο Ντέιβιντ Στεργάκος με τα υπέροχα ελληνικά του τόνισε (όπως ακριβώς το γράφω, χωρίς καμιά υπερβολή ή καλλωπισμό) ότι «το μπάσκετ είναι το διαμάντι της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής» και κατόπιν όλων αυτών το γκάλοπ μου έφτανε στον τερματισμό με το Νο 15. Πήρε λοιπόν ο Φάνης το πιο σοβαρό ύφος του, τράβηξε μια ρουφηξιά από το τσιγάρο που άναψε αμέσως μετά τη λήξη του ματς και είπε: «Λοιπόν, δεν ξέρω για τους άλλους, αλλά εγώ έπαιξα για το ξενοδοχείο μας! Δεν υπήρχε περίπτωση να φύγω από το ‘’Sheraton’’ και να τρέχω σαν τον γύφτο στις Σάλτες και στις... Μάλτες»!!!

Σε ένα Τουρνουά μεγάλης διαρκείας πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος των παρεξηγήσεων και τούτο συνέβη και στο Μπουένος Αϊρες. Μετά την ήττα της εθνικής από τη Γιουγκοσλαβία και τον αποκλεισμό της από την τετράδα, γράφτηκαν κάποια σχόλια που ενόχλησαν τους παίκτες, με αποτέλεσμα να μας κηρύξουν εμπάργκο στις δηλώσεις! Δεν μας μιλούσαν αυτοί και (οι δημοσιογράφοι) αποφασίσαμε να μην τους μιλάμε κι εμείς, αλλά αυτές οι παιδιάστικες τακτικές αναιρέθηκαν την επόμενη μέρα, όταν μετά τη νίκη επί της Αργεντινής, βγήκε από τα αποδυτήρια ο Παναγιώτης Φασούλας και βλέποντας μας μουτρωμένους και αμίλητους σε μια γωνία, ήρθε κοντά μας, έβαλε τα γέλια και είπε «Σας μιλάμε ρε σείς, σας μιλάμε! Εσείς θα μας μιλήσετε ή θα το παίξετε μουγκοί»; 

Τα υπερατλαντικά ταξίδια για την κάλυψη διοργανώσεων μακράς διαρκείας είναι τα μόνα που μου επιτρέπουν να... ξεστραβώνομαι για λίγο και να ξεφεύγω από την επαγγελματική ομηρία μου! Λόγω της διαφοράς της ώρας και μολονότι σηκωνόμουν αξημέρωτα για να γράψω τα «σεντόνια» για τον «Ελεύθερο τύπο» και το «Τρίποντο», είχα την ευκαιρία να κάνω και μερικές τουριστικές βόλτες. Ούτως ή άλλως κάθε βράδυ το ρίχναμε έξω, καταβροχθίζοντας τα μνημειώδη αργεντίνικα φιλέτα (τα αποκαλούμενα «λόμο», όπως στην αργκό λέγονται και οι ωραίες γκόμενες), αλλά μια φορά υπερέβην τα εσκαμμένα. Μαζί με τον συχωρεμένο συνάδελφο από τα «Νέα», τον Χρήστο Μότσια, που εκτός από πολύ καλός δημοσιογράφος ήταν επίσης και ένας ευγενής και καλλιεργημένος άνθρωπος αποφασίσαμε να πάμε σε ένα θέατρο, ονόματι «Moulin Rouge» για να παρακολουθήσουμε μια παράσταση τάνγκο από τους μεγαλύτερους εν ζωή βιρτουόζους του είδους. Η παράσταση ήταν sold out, αλλά καταφέραμε να βρούμε εισιτήρια και πήγαμε, καθίσαμε, μείναμε γοητευμένοι για δέκα λεπτά και ξαφνικά, σαν να μας πάτησε κάποιος ένα κουμπί κι οι δυο αποκαμωμένοι, αφεθήκαμε στις αγκαλιές του Μορφέα! Θα πρέπει να ροχαλίζαμε κιόλας και να χαλάγαμε την κατανυκτική ατμόσφαιρα, διότι θυμάμαι ότι κάποια στιγμή ξυπνήσαμε απότομα νιώθοντας ότι κάποιος μας είχε σκουντήξει!

Το χορτάσαμε πάντως το τάνγκο, δεν έχω παράπονο, διότι παντού και ανά πάσα στιγμή, ακόμη και στους δρόμους του Μπουένος Αϊρες, ειδικότερα γύρω από τον Οβελίσκο και στη Φλόρεα, (όπως συμβαίνει και στην Τριάνα της Σεβίλλη, με το φλαμένγκο) οι περαστικοί μπορούν να δουν ζευγάρια να δίνουν ρεσιτάλ!

Το Μουντομπάσκετ του ’90 εξελίχθηκε σε μια ραψωδία του Παναγιώτη Γιαννάκη, ο οποίος εκείνες τις μέρες βίωσε και απόλαυσε τη μεγαλύτερη αποθέωση της ζωής του, όχι μονάχα από τους λιγοστούς Ελληνες (συμπεριλαμβανομένης και της Μαρινέλας) που ακολούθησαν την ομάδα, αλλά κυρίως από τους Αργεντινούς οι οποίοι τον λάτρεψαν σαν να ήταν δικός τους άνθρωπος.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ (αλλά πολύ περισσότερο δεν πρόκειται να λησμονήσει ο ίδιος ο «δράκος») τις εκδηλώσεις λατρείας που του επιφύλαξαν οι θεατές τόσο στον αγώνα της δεύτερης φάσης με τη Βραζιλία, στον οποίο οργίασε με 38 πόντους (ατομικό ρεκόρ στην Εθνική) και 14 ασίστ, όσο και σε εκείνον με την οικοδέσποινα Αργεντινή (36π.). Στον δε αγώνα κατάταξης με τη Βραζιλία (στον οποίο η Εθνική ηττήθηκε και βγήκε έκτη) οι στάλες του ιδρώτα ανακατεύονταν με τα δάκρυα της συγκίνησης του από το απόλυτο standing ovation, που απόλαυσε ένα λεπτό πριν από τη λήξη όταν αποβλήθηκε με πέμπτο φάουλ, σταματώντας στους 30 πόντους.

Ούτε ο... Μαραντόνα να ήταν!

Όπως το 1986 στην Ισπανία, ομοίως και στην Αργεντινή (αλλά και σε όλα τα επόμενα Μουντομπάσκετ) ένας ακραιφνής, αγνός και ανιδιοτελής φίλος του μπάσκετ ήταν απίκο. Πρόκειται για τον Μιχάλη Ζούρο, τον μεγαλύτερο αδερφό του Ηλία, καθηγητή Φυσικής στο Αρσάκειο, με τον οποίο εκείνες τις μέρες δημιουργήσαμε τους κωδικούς μιας μεγάλης φιλίας, με σημείο αναφοράς την παρουσίαση του τελευταίου παίκτη της Αργεντινής από τον εκφωνητή στο «Λούνα Παρκ».

«E, con el numero quince (15), Ariel Scolari». Υπήρχε και συνέχεια βεβαίως, μόνο που ήταν ολίγον τι αγοραία, διότι ο εκφωνητής έλεγε «entrenador del equipo, Carlos Boismene» και προφανώς λόγω ενός τικ που είχε ο Αργεντινός προπονητής έπιανε τα αχαμνά του!

Πρωταθλήτρια κόσμου, στην τελευταία εμφάνιση του θιάσου των ενωμένων «πλάβι» αναδείχθηκε η Γιουγκοσλαβία παρά το γεγονός ότι την τελευταία στιγμή έσπασε το πόδι του και αποκλείστηκε ο Ράτζα. Γνωστό παλικάρι όμως ο Ντίνο αψήφησε (όπως το έκανε πάντοτε) τις οδηγίες των γιατρών κι αντί να καθίσει στο σπίτι του ακολούθησε την αποστολή στην Αργεντινή και καθόταν σε κάθε αγώνα δίπλα στον πάγκο έχοντας απλωμένο το πόδι του μέσα στον γύψο!

Το αντικείμενο του debate που απασχόλησε τον επίλογο της διοργάνωσης ήταν εάν και κατά πόσον μια ευρωπαϊκή ομάδα θα μπορούσε να σταθεί στο ΝΒΑ. Στο πάνελ της συνέντευξης Τύπου, μετά τον τελικό, έθεσα αυτό το ερώτημα προς τον Ντράζεν Πέτροβιτς, που ακόμη γυάλιζε τον πάγκο των Μπλέιζερς κι αυτός απάντησε χωρίς δισταγμό ότι «εάν αυτή η ομάδα της Γιουγκοσλαβίας, με τον Ράτζα, μπορούσε να αγωνιστεί αυτούσια στο ΝΒΑ, θα σημείωνε πάνω από σαράντα νίκες και θα μπορούσε να διεκδικήσει τη συμμετοχή της στα πλέι οφς).

Δίπλα του ο Ντουσαν Ιβκοβιτς είχε πολύ πιο σοβαρά πράγματα να σκεφτεί. Δεν ξέρω εάν ο Ντούντα είχε τις πληροφορίες του για την επιγενόμενη συμφορά του εμφυλίου πολέμου και του διαμελισμού της πατρίδας του ή απλώς υποψιαζόταν τι θα συμβεί, αλλά θυμάμαι πολύ καλά ότι αποχωρώντας από την αίθουσα τύπου με έπιασε «αλά μπρατσέτα» και μου εξομολογήθηκε τον φόβο του: «Μου φαίνεται πως αυτή είναι η τελευταία φορά που βρεθήκαμε και παίξαμε όλοι μαζί από την αρχή έως το τέλος».

Βουλωμένο γράμμα διάβαζε ο «σοφός»...

Και κάτι για το φινάλε: δεν είμαι πολύ εξοικειωμένος με τις αναρτήσεις των βίντεο στα blogs, αλλά συστήνω ανεπιφύλακτα στο φιλοθεάμον κοινό και στους μερακλήδες να αναζητήσουν το απόλυτο highlight τη διοργάνωσης!

Δεν έψαξα ποτέ τη φάση στο διαδίκτυο και δεν την έχω ξαναδεί από τότε, αλλά νιώθω σαν να τη βλέπω διαρκώς να περνάει από μπροστά μου σαν φιλμ και μάλιστα με κινηματογραφική ταχύτητα, όπως άλλωστε εκτυλίχθηκε και τότε.

Περί τίνος πρόκειται; Λίγα δευτερόλεπτα πριν από τη λήξη του τελικού (Γιουγκοσλαβία-Σοβιετική Ένωση 92-75), ο Ζόραν Σάβιτς δίνει την μπάλα στον Τόνι Κούκοτς (τον οποίο είχε πάρει ήδη στο κατόπι ο Τζέρι Κράουζε για να τον κουβαλήσει στο Σικάγο) και αυτός εφορμά έξω από τη γραμμή των 6μ.25., κάνει μπάσιμο, απογειώνεται στο τρίτο βήμα, καρφώνει την μπάλα και κάνει... χαλκομανία τον φουκαρά τον Βίκτορ Μπερεσνόι, που είχε την ατυχή έμπνευση να τον ακολουθήσει και να δοκιμάσει να τον αναχαιτίσει.

Best of internet