Shake n' Bake: Players have the power

Shake n' Bake: Players have the power

 Shake n' Bake: Players have the power

Aυτό το καλοκαίρι ήταν χωρίς προηγούμενο στο ΝΒΑ. Πόσοι παίκτες και ειδικά stars άλλαξαν ομάδα διαμορφώνοντας πλέον ένα τελείως διαφορετικό τοπίο πριν την έναρξη της επόμενης χρονιάς. Αυτό φυσικά δεν είναι ένα ουρανοκατέβατο φαινόμενο. Είναι κάτι το οποίο παρατηρούμε να γίνεται σε μεγάλο βαθμό τα τελευταία χρόνια.

Πολλοί fans του ΝΒΑ δυσανασχετούν με την ευκολία που μετακινούνται πλέον οι superstars και διαμαρτύρονται για την «ανυπαρξία» παικτών-συμβόλων τα τελευταία χρόνια. Κατηγορούνται οι παίκτες, κατηγορείται η λίγκα, όμως θεωρώ ότι το φαινόμενο είναι αρκετά βαθύτερο και με πολλές πτυχές που θα έπρεπε να εξετάσουμε πριν καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι «δεν υπάρχουν πλέον παίκτες όπως παλιά».

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να πω ότι το σχήμα κύκλου είναι όταν κάτι αρχίζει και τελειώνει με την ίδια λέξη, φράση, έννοια και είναι από τα πράγματα που πιστεύω αρκετά στη ζωή μου. What goes around comes around. Διαβάστε και θα καταλάβετε!

Το έχουμε πει αρκετές φορές στο podcast ότι το σημαντικότερο στοιχείο μιας ομάδας στο ΝΒΑ δεν είναι ούτε ο superstar, ούτε ο προπονητής, ούτε το front office. Φυσικά και όλα αυτά είναι πολύ σημαντικά, όμως αυτός που κάνει πραγματικά τη διαφορά είναι ο ιδιοκτήτης της κάθε ομάδας. Αυτός μπορεί είτε να την απογειώσει είτε να την καταστρέψει. Αν μια ομάδα έχει καλό ιδιοκτήτη, ακόμα και με κακές επιλογές μπορεί να επιβιώσει, να βελτιωθεί και να διορθωθεί εκ των έσω. Αν ο τελευταίος δε θέλει να πληρώνει, δεν επιλέγει σωστά άτομα για να τον πλαισιώσουν και αντ’αυτού επεμβαίνει συνεχώς, η εξέλιξη δε θα είναι ονειρική. Είναι νόμος της αγοράς, λοιπόν, ότι οι ιδιοκτήτες είναι αυτοί που επωφελούνται παραπάνω σε σχέση με τα οικονομικά οφέλη ειδικά σε μια περίοδο όπου η αγοραστική αξία των ομάδων εκτοξεύεται. Το γεγονός αυτό ισχύει σε όλα τα αθλήματα στην Αμερική και για αυτόν το λόγο οι ιδιοκτήτες θεωρούνται παντοδύναμοι. Μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον.

Πλέον αρχίζουμε και βλέπουμε ότι η δυναμική αρχίζει και αλλάζει (αν δεν έχει αλλάξει ήδη). Σίγουρα οι ιδιοκτήτες παραμένουν τρομερά δυνατοί, οι παίκτες ωστόσο κερδίζουν ολοένα και περισσότερα από τα δικαιώματα που διεκδικούν, αποκτούν ολοένα και περισσότερη ισχύ και διαταράσσουν την «ισορροπία» που υπήρχε μέχρι τώρα. Γίνονται μεγαλύτεροι από τις ομάδες τους, σύμβολα που δε χρειάζονται μια μόνο φανέλα για να τους αντιπροσωπεύει και φαίνονται έτοιμοι να τα «βάλουν» πλέον με τους εργοδότες τους. Αυτό δεν είναι τυχαίο.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η αρχή αυτής της φάσης ήταν το 2009-2010 όταν ο LeBron έκανε το The Decision, πήγε στο Miami και άφησε στα κρύα του λουτρού τους Cavs. Ο τρόπος με τον οποίο το έκανε ήταν ακόμα πιο χαρακτηριστικός. Με το Decision τον είδε και τον άκουσε όλος ο κόσμος, ύψωσε το ανάστημα των παικτών απέναντι στους owners και είπε ένα μεγαλοπρεπέστατο «θα κάνω ότι θέλω εγώ». Σαν άλλος μπασκετικός Προμηθέας τα έβαλε με τους «θεούς», πήρε τη φωτιά και την έδωσε στους άλλους παίκτες. Κράτησε λίγη και για τον εαυτό του βέβαια, όμως έδειξε μια κυνικότητα και μια αποφασιστικότητα που δεν ήταν συνηθισμένη. Η επόμενη μεγάλη στιγμή ήταν όταν ο Durant πήγε στους Warriors και από εκεί και πέρα οι ασκοί του Αιόλου παραμένουν ανοικτοί και ο άνεμος αλλαγής πνέει στο ΝΒΑ.

Αν κρίνουμε απομονωμένα αυτούς τους δύο θα έχουμε κάνει ένα βήμα προς την εξήγηση της παραπάνω συμπεριφοράς των δύο παικτών. Προσωπικά θα ήθελα να το πάω ένα βήμα παραπέρα. Όποιος συναναστρέφεται επαγγελματικά με millennials (ανθρώπους γεννημένους από περίπου το 1985 μέχρι και το 2000) βλέπει σίγουρα τη διαφορά σε σχέση με τις προηγούμενες γενιές (και ειδικά τους baby boomers). Δεν τους νοιάζουν τόσο τα χρήματα, το status και οι τίτλοι. Προτιμούν να είναι ευτυχισμένοι, να έχουν μια ισορροπία στη ζωή τους, να κάνουν πράγματα που τους αρέσουν και για αυτόν το λόγο μπορεί να φαίνονται πιο ασταθείς και κινητικοί επαγγελματικά. Όσο εξελίσσεται η κοινωνία των ανθρώπων, τόσο αλλάζουν τα κίνητρα τους και οι απαιτήσεις τους από τη ζωή. Όπως αποδεικνύουν διάφορες έρευνες, το πρώτο μέλημα των millennials είναι να είναι χαρούμενοι. Οι παίκτες του ΝΒΑ δε θα μπορούσαν να είναι πολύ διαφορετικοί. Είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε ότι είναι πραγματικοί άνθρωποι. Και έχουν μερικούς προβληματισμούς που πολλές φορές δε διαφέρουν πολύ από αυτούς που έχουμε όλοι στο κυνήγι της ευτυχίας μας.

Η διαφορά είναι ότι το ΝΒΑ (ειδικά από τότε που ανέλαβε ο Adam Silver) τους δίνει το βήμα και τη δυνατότητα να το κάνουν πράξη. «Επιτρέπει» στους παίκτες να επιλέγουν πού θέλουν να ζουν, με ποιους θέλουν να παίζουν, πού θέλουν να αγωνίζονται. Η «ελευθερία» αυτή των παικτών (που δεν περιορίζεται μόνο στα παραπάνω αλλά εκτείνεται και στο πόσο εκφραστικοί είναι σε διάφορα ζητήματα της κοινωνίας, της πολιτικής, της καθημερινότητας κλπ) είναι κάτι που δεν είχαμε συνηθίσει τα προηγούμενα χρόνια και μας ξενίζει. Μας ξενίζει μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που κάποιους τους «ξενερώνει». Θεωρούμε ότι είναι λογικό για μια ομάδα να «στέλνει» παίκτες όπου θέλει χωρίς να τους ρωτάει και ξεχνάμε ότι και αυτοί είναι πραγματικοί άνθρωποι και πιθανώς δε θέλουν τη μια μέρα να είναι στο Los Angeles και την επόμενη στο Memphis. Μας ενοχλεί όταν ένας superstar κοιτάει τον εαυτό του και αποφασίζει με προσωπικά κριτήρια για το πού θέλει να βρίσκεται τα επόμενα χρόνια, αλλά όταν μια ομάδα κάνει το ίδιο σπάνια αναφέρουμε ότι εκείνη δεν έμεινε «πιστή». Οι εποχές που κάποιος παίκτης ήταν δεσμευμένος σε μια ομάδα «για πάντα» με μόνο εκείνη να κρατάει την τύχη του στα χέρια της (όπως ήταν αρκετά παλιότερα στο ΝΒΑ) έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Είναι όμως μόνο η εξέλιξη της κοινωνίας μας που έχει οδηγήσει και το ΝΒΑ σε αυτό το μεταίχμιο, να κρέμονται ολόκληρες ομάδες από τα χείλη αναποφάσιστων, πολλές φορές μπερδεμένων millennials που μπορεί να θέλουν να ζουν σε μια cool πόλη, να παίζουν παρέα με το φίλο τους κλπ; Σίγουρα όχι. Το ΝΒΑ είναι μια από τις πιο γρήγορα αναπτυσσόμενες λίγκες του κόσμου. Αυτό δεν απαιτεί μόνο καλό marketing, αλλά προσαρμοστικότητα στις συνεχώς εναλλασσόμενες συνθήκες στην κοινωνία και στον αθλητισμό. 

Για αυτόν το λόγο έχει ενδιαφέρον να εξετάσουμε και το background, πώς εξελίσσεται το σύστημα του μπάσκετ στην Αμερική και καταλήγουμε στο τωρινό φαινόμενο. Οι περισσότεροι παίκτες στην Αμερική ανιχνεύονται από πολύ μικρή ηλικία. Το πώς θα εξελιχθούν δεν είναι βέβαια σίγουρο, όμως το scouting ξεκινά από πολύ νωρίς. Ο τρόπος με τον οποίο γίνονται πλέον γνωστά τα «ταλέντα» δεν είναι παίζοντας στα high-schools όπως παλιότερα. Η μέγιστη πλειοψηφία των αθλητών περνάει μέσα από το Amateur Athletic Union (AAU) μια αθλητική διοργάνωση που έχει ιδρυθεί εδώ και 131 χρόνια, δραστηριοποιείται σε πάρα πολλά αθλήματα και πλέον κυριαρχεί στις μικρές ηλικίες του μπάσκετ. Οι μηχανισμοί της και η ιστορία της έχουν αρκετό ενδιαφέρον, αλλά όχι για τους σκοπούς αυτού του άρθρου.

Αυτό που είναι σημαντικό να καταλάβουμε είναι ότι στο AAU ο καθένας μπορεί να φτιάξει μια ομάδα, να πάρει έναν προπονητή, να φτιάξει όπως θέλει το ρόστερ του και να κατέβει να παίξει. Οι μικροί, καλοί παίκτες, λοιπόν, μπαίνουν σε αυτό από πολύ νωρίς, πολλές φορές από 10 χρονών! Ξεκινούν και φτιάχνουν τις ομάδες τους, επιλέγουν οι ίδιοι τους συμπαίκτες που θέλουν να έχουν και αν δεν τους αρέσει μπορούν να αποχωρήσουν. Κατά περιπτώσεις μπορούν να παίξουν και σε παραπάνω από μια ομάδες. Το πρωτάθλημα διεξάγεται ανά περιοχές και έχει τρομερή σημασία για αυτούς που ασχολούνται. Μάλιστα, οι αγώνες μπορούν να γίνουν back to back και πολλές φορές τα παιδιά καταλήγουν να παίζουν 3-4 αγώνες σε ένα απόγευμα (αυτό γίνεται γιατί τα «παραδοσιακά» πρωταθλήματα των high schools της Αμερικής δεν προσαρμόζονται στο πρόγραμμα του AAU). Οι παίκτες, λοιπόν, μαθαίνουν από μικροί ότι είναι εύκολο να αλλάζεις ομάδα, να επιλέγεις πώς θες να παίζεις και φυσικά με ποιους. Η εξέλιξη αυτής της συμπεριφοράς είναι εύλογη όταν πλέον φτάνουν στο ΝΒΑ.

Καταργούμε το AAU, «ισιώνουμε» τους millennials και λύνουμε αυτό το «πρόβλημα» λοιπόν; Όχι.

Είναι γεγονός πλέον ότι o κανόνας για τους πολύ καλούς παίκτες στο κολλεγιακό μπάσκετ είναι ότι θα μείνουν μια χρονιά και μετά θα πάνε στο ΝΒΑ. Αυτό σημαίνει ότι ένας παίκτης μπαίνει στο ΝΒΑ αρκετά νεότερος απ’ότι παλιότερα. Σε κάποιες περιπτώσεις αυτό είναι θετικό γιατί μια ομάδα μπορεί να τον «πλάσει» πιο αποτελεσματικά. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις, ωστόσο, η εξέλιξη ενός παίκτη δεν είναι αυτή που περιμένεις όσο καλό scouting και αν έχεις κάνει. Η τόσο μεγάλη διακύμανση, λοιπόν, ανάμεσα στις προσδοκίες και στο πραγματικό αποτέλεσμα αυτόματα μειώνει σε ένα βαθμό τη σημασία των draft picks, καθιστώντας τα μια μικρή λοταρία (υπερβολικός όρος). Μετά το καταστροφικό trade (για το Brooklyn) του 2013 μεταξύ Celtics και Nets οι ομάδες ήταν τρομερά διστακτικές στο να ανταλλάξουν picks πρώτου γύρου (πόσο δε μάλλον unprotected). Κι όμως πλέον τα βλέπουμε να πηγαίνουν από τη μια ομάδα στην άλλη χωρίς να μπορούμε να ακολουθήσουμε. Τι άλλαξε; Καθώς τα draft picks γίνονται λιγότερο σημαντικά, οι ομάδες είναι αρκετά πιο ανοιχτές στο να τα ανταλλάξουν. Κάπως έτσι καταλήγουμε σε αυτό που έχουμε πει και σε προηγούμενο άρθρο μας ότι η μεγαλύτερη αξία αυτών των picks ως assets είναι πριν να γίνουν οι επιλογές τη βραδιά του draft. Πουλάς ουσιαστικά στην άλλη ομάδα την ιδέα ότι μπορεί να σου «κάτσει» το λαχείο τη μέρα του draft.

Και αυτό ωστόσο δε γίνεται από μόνο του. Το μπάσκετ γίνεται ολοένα και πιο «επαγγελματικό». Οι χαρισματικές προσωπικότητες του αθλητισμού πάντα θα παίζουν μεγάλο ρόλο. Βλέπουμε, ωστόσο, τις ομάδες να επενδύουν σε ανθρώπους και τεχνολογίες που πάνε τα πράγματα ένα βήμα παρακάτω. Το scouting είναι καλύτερο από ποτέ, υπάρχουν advanced stats, το επίπεδο προπόνησης είναι φοβερό, τα front offices ολοένα και εξυπνότερα, πώς γίνεται οι ομάδες λοιπόν να μη διστάζουν να «υποθηκεύσουν» το μέλλον τους;

Όταν πριν μερικά χρόνια άλλαξε το collective bargaining agreement (CBA) και άρχισε το salary cap να ανεβαίνει σημαντικά, εισήχθη ένας τύπος επέκτασης συμβολαίου που λέγεται Designated Veteran Extension. Με λίγα λόγια αυτό θα επέτρεπε σε μια ομάδα που θα είχε κάποιο παίκτη για αρκετά χρόνια στη διάθεση της να του δώσει παραπάνω λεφτά από τις υπόλοιπες για να τον κρατήσει. Αν αυτός είχε πετύχει και κάποια milestones (π.χ. all-star, MVP, all-nba κλπ.) τα χρήματα θα ήταν ακόμα περισσότερα. Ένα παράδειγμα τέτοιου συμβολαίου είναι το τωρινό του Westbrook . Η λογική πίσω από αυτό ήταν ότι κατ’αυτόν τον τρόπο οι ομάδες που βρίσκονται σε μικρές αγορές (όπως η Oklahoma, το Milwaukee, η Charlotte κλπ) θα μπορούσαν να συναγωνιστούν τις μεγάλες αγορές (όπως η Νέα Υόρκη, το Los Angeles κλπ) αφού θα δελέαζαν τους superstars τους με περισσότερα λεφτά. Κατ’αυτόν τον τρόπο ένας παίκτης θα το σκεφτόταν περισσότερο να αφήσει στην άκρη 50 εκατομμύρια δολλάρια για παράδειγμα. Αυτό δε δούλεψε όπως το περίμεναν.

Για δύο λόγους και φτάνουμε στο αγαπημένο μου σχήμα κύκλου μεταξύ αγοράς και κοινωνίας. Πρώτον, το ΝΒΑ (και ειδικά οι owners) δεν υπολόγισαν σωστά την επιθυμία των παικτών για χρήματα. Δε φαντάστηκαν ότι η διαφορά μεταξύ 200 και 250 εκατομμυρίων δολλαρίων μπορεί να μην έλεγε τόσα πολλά σε κάποιον. Αρκετοί από αυτούς τους παίκτες, λοιπόν, δε σκέφτονται με αυτόν τον τρόπο. Είτε για να κερδίσουν ένα πρωτάθλημα, είτε για να ζουν εκει που θέλουν, είτε για να παίζουν με αυτούς που θέλουν ή για αυτόν που θέλουν, είτε επειδή είναι απλά «περίεργοι millennials» δεν ανταποκρίθηκαν στο χρηματικό κάλεσμα. 

Δεύτερον και πιο σημαντικό είναι το οικονομικό κομμάτι πίσω από αυτές τις αγορές και το οποίο έχει να κάνει πολλές φορές με τον owner (και κάποιες άλλες όχι). Ακόμα και με το αυξημένο salary cap είναι πολύ δύσκολο να φτιάξεις μια ομάδα γύρω από έναν τέτοιο superstar σε μια μικρή αγορά. Για αυτόν το λόγο βλέπουμε ομάδες να μην αξιολογούν τόσο πολύ τα first round picks και μερικές φορές να τα χρησιμοποιούν για να γλιτώσουν χρήματα που θα πήγαιναν «στο βρόντο». Ή αντίθετα τα χρησιμοποιούν για να αποκτήσουν παίκτες και να κάνουν ένα all-in run δύο ή τριών χρόνων σε ένα πρωτάθλημα, ελπίζοντας ότι οι superstars τους θα μείνουν και μετά στην ομάδα (όπως οι Clippers ή οι Raptors, αν και δεν είναι τα πλέον ενδεδειγμένα παραδείγματα μικρών αγορών). 

Κατ’αυτόν τον τρόπο έχουν δημιουργηθεί τρία μεγάλα tiers στο ΝΒΑ, οι ομάδες που τα δίνουν όλα για όλα και ελπίζουν στο πρωτάθλημα, αυτές που παλεύουν να κάνουν το μεγάλο κόλπο και όλοι οι ενδιάμεσοι που συνήθως έχουν συγκεκριμένο ταβάνι. Οι ομάδες φοβούνται ότι θα καταλήξουν να πληρώνουν έναν παίκτη άπειρα χρήματα χωρίς να μπορούν να διεκδικήσουν ένα πρωτάθλημα σε μια μικρή αγορά ή θα χρειαστούν να πληρώσουν ακραίους φόρους πολυτελείας (θα μπορούσε κάποιος βέβαια να πει ότι εφόσον λιγότερες ομάδες θέλουν να πληρώσουν φόρο πολυτελείας, υπάρχει πιο ισομερής κατανομή του cap στη λίγκα και αυτό ευνοεί τις μετακινήσεις των παικτών, χωρίς αυτό να είναι βέβαιο). Το είδαμε στην Oklahoma με το Westbrook και τον Paul George. Το είδαμε στη Charlotte με τον Kemba Walker (άσχετα από τους χειρισμούς που τους έκαναν να τον χάσουν για το τίποτα). Και υπάρχει η πιθανότητα να το δούμε και στο Milwaukee όπου αν δε δουλέψει το τωρινό πλάνο, δεν υπάρχει μεγάλη οικονομική ευελιξία για διορθωτικές κινήσεις. Πότε θα υπήρχε; Αν ο τρόπος που είναι «χτισμένα» τα συμβόλαια μιας ομάδας της επέτρεπε να κινηθεί πιο επιθετικά ανεξαρτήτως αγοράς και αν το πιο σημαντικό κομμάτι της ομάδας, ο owner, θα ήταν διατεθειμένος να πληρώσει όσο χρειάζεται για να διεκδικήσει τον τίτλο (ακόμα και αν αυτό δε δικαιολογείται από το μέγεθος της αγοράς της ομάδας). What goes around comes around.

Υ.Γ. Σχήμα κύκλου. Φοβερό ε;

Μάνος

Shake n' Bake Social Media

facebook | twitter | instagram

Shake n' Bake Podcast

spotify | itunes | mixcloud | youtube

Best of internet