TOP ΑΓΩΝΕΣ
  • TOP ΑΓΩΝΕΣ
  • PREMIER LEAGUE
  • STOIXIMAN.GR GREEK BASKET LEAGUE
  • NBA
  • SUPER LEAGUE 2
  • SÜPER LIG
  • BASKETBOL SUPER LIGI
  • A1 VOLLEY MEN
  • TENNIS
  • ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΚΟΣ ΟΠΑΠ -

    vs

    ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΛΗΜΝΟΥ -

  • ΠΑΝΑΧΑΙΚΗ -

    vs

    ΚΙΣΣΑΜΙΚΟΣ -

  • ΓΟΥΕΣΤ ΧΑΜ -

    vs

    ΑΡΣΕΝΑΛ -

  • ΣAΛΤΣΜΠΟΥΡΓΚ -

    vs

    ΛΙΒΕΡΠΟΥΛ -

  • ΝAΠΟΛΙ -

    vs

    ΓΚΕΝΚ -

  • ΑΓΙΑΞ -

    vs

    ΒΑΛΕΝΘΙΑ -

  • ΤΣΕΛΣΙ -

    vs

    OSC LILLE -

  • INTER -

    vs

    ΜΠΑΡΤΣΕΛΟΝΑ -

  • ΝΤΟΡΤΜΟΥΝΤ -

    vs

    SLAVIA PRAHA -

  • ΛΥΩΝ -

    vs

    ΛΕΙΨΙΑ -

  • ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΚΟΣ ΟΠΑΠ -

    vs

    ΗΦΑΙΣΤΟΣ ΛΗΜΝΟΥ -

  • ΕΛΠΙΔΑ ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΩΝ -

    vs

    ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΚΟΣ -

ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE

Μια άδεια κόκκινη Ferrari!

Μια άδεια κόκκινη Ferrari!

Μια άδεια κόκκινη Ferrari!

Ο Μάνου Τζινόμπιλι βγήκε στη σύνταξη και γεύεται την πολέντα που φτιάχνει ο γέρος του στην Μπαία Μπλάνκα και o Βασίλης Σκουντής γυρίζει δέκα οκτώ χρόνια πίσω και ανασκαλεύει εκείνη την υπόθεση με τον Ολυμπιακό...

Δεν αξιωθήκαμε να τον δούμε στα μέρη μας, ως οικονομικό μετανάστη εννοώ, αλλά σπολλάτη του: δεν του κρατάμε κακία γι αυτό, μας φτάνει η κακία για τους προημιτελικούς των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στην Αθήνα και του 2008 στο Πεκίνο, όπου νιώσαμε να μας παίρνει την μπουκιά από το στόμα...

Γράφτηκαν, λέχθηκαν, προβλήθηκαν, συζητήθηκαν και υπενθυμίσθηκαν πολλά τις τελευταίες ημέρες για τον Μανού Τζινόμπιλι και θαρρώ πως τα αξίζει όλα μέχρι κεραίας. Παρεμπιπτόντως –και προς επίρρωσιν της αξίας, της μακράς και ένδοξης καριέρας και της οικουμενικότητας του- είμαι σίγουρος ότι δεν έχει γίνει και δεν θα ματαγίνει εις τους αιώνας των αιώνων τόσος ντόρος για έναν παίκτη που είχε μέσο όρο 13.3 πόντους στο ΝΒΑ!

Αλλά εδώ ακριβώς έγκειται η μεγαλοσύνη του λεγάμενου: ότι δημιούργησε έναν μύθο, που δεν εδράζεται στα ξερά στατιστικά, ούτε καν στους (τέσσερις, διάβολε, δεν είναι και λίγοι) τίτλους του, αλλά σε στοιχεία που ξεπερνούν τα νούμερα και τα δαχτυλίδια, βαρύνουν περισσότερο από το πόσους πόντους έβαζε κάθε βράδυ και πόσες φορές λούστηκε με τη σαμπάνια στα αποδυτήρια και αποτελούν μια ανεκτίμητη παρακαταθήκη.

Το legacy κατά πώς λένε και οι γραμματιζούμενοι... 

Ο δικός του μύθος εδράζεται το δίχως άλλο στην αγάπη και στην αφοσίωση του προς το παιχνίδι, στο modus lavorandi του και στο πώς κατάφερε επί 23 συναπτά έτη (εκ των οποίων τα 16 στο ΝΒΑ) να φιλτράρει το θερμό λατινικό ταμπεραμέντο του μέσα στην ψυχρή λογική και στον ρεαλισμό που απαιτεί η επιβίωση στη ζούγκλα!

Η καριέρα του είναι γεμάτη από ανεξίτηλες στιγμές: τα eurostep (τα οποία λάνσαρε στο ΝΒΑ ο Σαρούνας Μαρτσουλιόνις και αυτός τα εκλαίκευσε και τα εξάπλωσε), τα κλεψίματα, τα γερά πατήματα, τα μεγάλα σουτ, η έξοχη μηχανική στην εκτέλεση, ο απαράμιλλος αριστερός καρπός, η αλησμόνητη palomita και όλα τα σέα του και τα μέα του που φιλοτεχνούν το πορτρέτο, πιστοποιούν την κληρονομιά και στοιχειοθετούν την κουλτούρα ενός πραγματικά ξεχωριστού παίκτη.

Το 1998 όταν ήταν ακόμη ένας άγουρος παίκτης που αναζητούσε το εφαλτήριο της διεθνούς σταδιοδρομίας του προτάθηκε στον Ηρακλή, το επόμενο καλοκαίρι (μετά την πρώτη σεζόν του στη Ρέτζιο Καλάμπρια) στη Νήαρ Ηστ και έναν χρόνο αργότερα κάθισε στη θέση του οδηγού μιας κατακόκκινης Ferrari, αλλά ξαφνικά σηκώθηκε, βγήκε και στη μαύρη Lamborghini που ήταν παρκαρισμένη δίπλα!

Αυτά δεν τα βγάζω από το μυαλό μου, αλλά τα είχε πει ο ίδιος σε μια πολύ γλαφυρή συνέντευξη που έδωσε εκείνες τις μέρες στην εφημερίδα «Οle», η οποία παρεμπιπτόντως χθες τον αποχαιρέτησε με τον τίτλο «Oh my God»...

Δέκα οκτώ χρόνια πίσω, λοιπόν. Αρχές Ιουλίου του 2000 στον Πειραιά, όπου μετά τη δεύτερη αποχώρηση του Γιάννη Ιωαννίδη, στην πρώτη θέση του πάγκου του Ολυμπιακού είχε προαχθεί ο Ηλίας Ζούρος, τον οποίο ο Σωκράτης Κόκκαλης, για προφανείς και ευνόητους λόγους επιθυμούσε να στηρίξει σφόδρα... 

Λίγες μέρες νωρίτερα ο Ολυμπιακός έχει εισπράξει αρνητική απάντηση (για διαφόρους λόγους) από τον Αντρέα Μενεγκίν, τον Αλμπέρτο Ερέρος, τον Αντουάν Ριγκοντό και τον Εντι Κασιάνο και τότε έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιο Τζινόμπιλι

Ο Αργεντινός γκαρντ είχε ολοκληρώσει τη δεύτερη σεζόν του με τη Ρέτζιο Καλάμπρια και υπέπεσε στα ραντάρ του Ζούρου, ο οποίος μίλησε τρεις φορές μαζί του στο τηλέφωνο και τον διαβεβαίωσε για τη θέση του στη βασική πεντάδα και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του. Την ίδια στιγμή ο Τάκης Λιβιεράτος και ο Χρήστος Σταυρόπουλος ανέλαβαν το οικονομικό και γραφειοκρατικό μέρος των διαπραγματεύσεων με την ιταλική ομάδα και τον ατζέντη του Μανού, τον Λουτσιάνο Καπικιόνι, ο οποίος τότε διαφέντευε την πιάτσα!

Παρασκευή 1η Ιουλίου, το βράδυ όταν έκλεισαν τα τηλέφωνα, οι συνομιλητές ανανέωσαν το ραντεβού τους για τη Δευτέρα, ώστε να πέσουν οι υπογραφές, καθώς φαινόταν ότι η πρόταση του Ολυμπιακού κάλυπτε τον Τζινόμπιλι περισσότερο από εκείνη της Κίντερ Μπολόνια, η οποία είχε μπει για τα καλά στο παιχνίδι...

Το Σαββατοκύριακο που μεσολάβησε έμελλε να αποβεί μοιραίο!

Στην Μπαία Μπλάνκα ο Τζινόμπιλι έδινε μια συνέντευξη στην εφημερίδα «Ole» στην οποία εξομολογούνταν ότι αντιμετώπιζε ένα μεγάλο δίλημμα και βρισκόταν ανάμεσα (όχι στη Σκύλα και στη Χάρυβδη, αλλά) σε μια Ferrari και σε μια Lamborghini!

«Είμαι πολύ μπερδεμένος και έχω να διαλέξω ανάμεσα σε αυτά τα δυο πανάκριβα αυτοκίνητα. Ζω ένα όνειρο, διότι δυο μεγάλες ομάδες με κολακεύουν με το έντονο ενδιαφέρον και τις εκπληκτικές προσφορές τους και δεν ξέρω ποια να προτιμήσω....»

Εννέα χρόνια αργότερα σε μια συνέντευξη του στον Ρήγα Δάρδαλη στην εφημερίδα «Goal News», o Τζινόμπιλι επιβεβαίωσε αυτό που υποστήριζε τότε ο Ολυμπιακός.«Είχα πει το ‘’ναι’’ και ήμουν έτοιμος να έρθω στην Ελλάδα, αλλά η υπόθεση ναυάγησε εξαιτίας της ρήτρας για το ΝΒΑ».

Εκεί σκάλωσε το θέμα, αυτή είναι η αλήθεια. Οι Σπερς τον είχαν επιλέξει στην εσχατιά (Νο 57) του ντραφτ της προηγούμενης χρονιάς, ωστόσο ο Τζινόμπιλι πίστευε ότι αργά ή γρήγορα θα έβρισκε την ευκαιρία να παίξει στο ΝΒΑ. Ενώ λοιπόν την Παρασκευή ο Ολυμπιακός θεωρούσε δεδομένη τη συμφωνία, το Σαββατοκύριακο συντελέσθηκε η μεγάλη ανατροπή των δεδομένων, μέσω ενός απροσδόκητου γεγονότος που προκάλεσε ντόμινο!

Λίγες μέρες νωρίτερα ο Ολυμπιακός ενδιαφέρθηκε να πάρει τον (φρέσκο πρωταθλητή Ευρώπης με την Εθνική στο Παρίσι) Αντρέα Μενεγκίν ο οποίος μάλιστα έλεγε στους συμπαίκτες του ότι «φεύγω για τον Πειραιά». Εντέλει ο γιος του Ντίνο αποφάσισε να παραμείνει στην πατρίδα του και απλώς θα άλλαζε πόλη μετακομίζοντας από το Βαρέζε στην Μπολόνια.

Τότε εθεωρείτο βέβαιο ότι ο Μενεγκίν θα μεταγραφεί στην Κίντερ Μπολόνια και κατ’ αυτόν τον τρόπο θα γέμιζε ακόμη περισσότερο η ήδη πλούσια περιφερειακή γραμμή της την οποία στελέχωναν ο Σάσα Ντανίλοβιτς (στην ίδια θέση κιόλας με τον Τζινόμπιλι), ο Αντουάν Ριγκοντό, ο νεοαποκτηθείς από τη Φορτιτούντο Μπολόνια, Μάρκο Γιάριτς και ο Αλεσάντρο Αμπιο.

Η ανατροπή υπήρξε διπλή και χαντάκωσε τον Ολυμπιακό : αφενός ο Μενεγκίν επέλεξε τη Φορτιτούντο αντί της Κίντερ και αφετέρου αποσύρθηκε από την ενεργό δράση ο Ντανίλοβιτς, οπότε άνοιγε διάπλατα ο δρόμος για να βρει περισσότερο χώρο και χρόνο ο Τζινόμπιλι.

Φρόντιζαν κιόλας να του πιπιλάνε το μυαλό δυο συμπαίκτες του στην Εθνική ομάδα που είχαν περάσει από τον Παναθηναϊκό και τότε αγωνίζονταν στην Ιταλία (ο Ούγκο Σκονοκίνι στην Κίντερ και ο Μαρσέλο Νικόλα στην Μπενετόν Τρεβίζο) και η δουλειά για τον Ολυμπιακό άρχισε να δυσκολεύει.

«Ο Ούγκο και ο Μαρσέλο μου έλεγαν ότι θα δυσκολευόμουν να προσαρμοστώ στην Ελλάδα όπου η πίεση είναι πολύ μεγαλύτερη. Ταυτόχρονα σκεπτόμουν ότι όντας δυο χρόνια στην Ιταλία είχα μάθει τη γλώσσα και τον τρόπο ζωής, αλλά και πάλι η πρόταση του Ολυμπιακού ήταν εκπληκτική» δήλωνε τότε ο Τζινόμπιλι.

Σε τι συνίστατο εκείνη η πρόταση; Δεδομένου ότι εκείνη την εποχή δεν είχε εισαχθεί ακόμη ως ενιαίο νόμισμα το ευρώ, οι Πειραιώτες πρόσφεραν 1.000.000 δολάρια στη Ρέτζιο Καλάμπρια για την εξαγορά του συμβολαίου του Μανού και 5.000.000 δολάρια στον ίδιο για τριετές συμβόλαιο, με τη δυνατότητα στη λήξη της δεύτερης σεζόν να αποχωρήσει για να παίξει στο ΝΒΑ, έναντι ρήτρας 750.000 δολαρίων.

Εκεί έμελλε να σκαλώσει και να χαλάσει η δουλειά. Η Κίντερ του πρόσφερε 300.000 δολάρια λιγότερα στο συμβόλαιο, αλλά έριξε το buy-out στις 500.000 (με διάθεση να κατέβει και στις 350.000) και αυτός ο όρος βάρυνε στην τελική απόφαση του Αργεντινού γκαρντ. 

Την ύστατη στιγμή κι ενώ φαινόταν ότι ο Τζινόμπιλι οδεύει προς το PalaMalaguti, ο Ζούρος έκανε μια τελευταία απέλπιδα προσπάθεια,. αλλά προσέκρουσε στην αδιαπραγμάτευτη στάση του Σωκράτη Κόκκαλη, διατυπωμένη σε καθαρά οικονομοτεχνικά κριτήρια...

«Εγώ δεν δίνω ένα εκατομμύριο για να τον φέρω και να πάρω τα μισά, όταν φύγει»!

Το μεσημέρι της 5ης Ιουλίου του 2000 κι από τη στιγμή που ο Κόκκαλης παρέμενε ανυποχώρητος, ο Καπικιόνι ευχαρίστησε τον Ολυμπιακό και έστειλε σούμπιτο τον Τζινόμπιλι στην αγκαλιά του Μεσίνα, αφήνοντας τον δόλιο τον Ζούρο να ξεροσταλιάζει...

Παρεμπιπτόντως μετά από τέσσερα χρόνια που ο Ζούρος βρέθηκε στο καμπ των Σπερς, συναντήθηκε με τον Τζινόμπιλι και θυμήθηκαν την παλιά ιστορία. «Τελικά δεν μου έκανες το χατίρι» του είπε ο Ηλίας. «Ναι, αλλά κάτι κατάφερα στην καριέρα μου» του απάντησε γελώντας ο Μανού, που φορούσε ήδη ένα χρυσό δακτυλίδι του ΝΒΑ στα χέρια του και έκανε πρόβες για το δεύτερο!

Κι ενώ ο Τζινόμπιλι φορούσε τη φανέλα της Bίρτους και μετά από έντεκα μήνες γευόταν το νέκταρ του triple crown, o Ολυμπιακός έστρεφε αλλού τις αντένες του, αλλά τζίφος!

Εδώ υπάρχουν δυο ιστορίες που σε αντίθεση με εκείνη του Τζινόμπιλι δεν είναι ευρέως γνωστές και πάντως τις έχει φάει η μαρμάγκα της λήθης...

Εκείνο το καλοκαίρι λοιπόν, πέρα από τον Τζινόμπιλι, ο Ολυμπιακός είχε απλώσει τα δίχτυα του και σε άλλους δυο παίκτες που θα μπορούσαν να αλλάξουν τον ρουν της ιστορίας του: στον φρέσκο δήμιο του (στα play offs της Euroleague με την Ολίμπια Λιουμπλιάνα) Σαρούνας Γιασικέβιτσους που εντέλει τράβηξε κατά Βαρκελώνη μεριά και στον Τόνι Κούκοτς, ο οποίος μετά από επτά χρόνια στους Μπουλς φαινόταν πρόθυμος να επιστρέψει στην Ευρώπη!

Γιατί δεν ευοδώθηκαν ούτε αυτοί οι στόχοι; Κι εδώ υπάρχει αρκετό παρασκήνιο...

Στον Κούκοτς τότε ο Ολυμπιακός πρόσφερε συμβόλαιο ενός χρόνου με αμοιβή 3.000.000 δολάρια, αλλά ο Kροάτης «Pink Panther» δεν το κουνούσε ρούπι από την αξίωση του για κλειστό τριετές που σήμαινε μια δαπάνη γύρω στα δέκα εκατομμύρια, μαζί με τα παρελκόμενα!

Σε ό,τι αφορά τον Λιθουανό, τότε ακόμη ήταν ο Saras και όχι ο... Big Saras. Ελέω και του triple crown της σεζόν 1996-97, ο Σωκράτης Κόκκαλης είχε μια αδυναμία στον Ντέιβιντ Ρίβερς τον οποίο θεωρούσε κιόλας ικανό να επαναφέρει τον Ολυμπιακό στην ελληνική και στην ευρωπαϊκή κορυφή.

Ματαίως ο Ζούρος επέμενε για τον Σάρας ενώ εξέφραζε τις αμφιβολίες του για τον Ρίβερς, οι αιματολογικές εξετάσεις του οποίου έδειχναν πως ήταν «καμένος» και θα χρειαζόταν καιρό για να συνέλθει.

Θρυλείται μάλιστα πως την τελευταία φορά που ο προπονητής του Ολυμπιακού επιχείρησε να ανατρέψει την ειλημμένη απόφαση, ο Κόκκαλης έριξε στο τραπέζι ένα ατράνταχτο επιχείρημα το οποίο είχε να κάνει με τη διαφορά στην αναγνωρισιμότητα και στην έλξη που κατά τη γνώμη του θα ασκούσαν οι δυο παίκτες...

«Κύριε Ζούρε, συγνώμη, αλλά εδώ εκτός από μπάσκετ πρέπει να κοιτάμε και το μάρκετινγκ»!

Best of internet