Το απόγευμα ήταν μαύρο, το βράδυ κόκκινο, η επόμενη μέρα κακοφωτισμένη

Το γκρίζο της Παρασκευής

Ο Νίκος Παπαδογιάννης σβήνει τα φώτα της Black Friday, χειροκροτεί τον Ολυμπιακό για το μπάσκετ που έπαιξε και ψάχνει παρηγοριά ανάμεσα στις γραμμές.

Το γκρίζο της Παρασκευής

Η τσουρουφλισμένη γη που άφησε πίσω του ο Ντέιβιντ Μπλατ σιγά σιγά ανθίζει. Στα χέρια ενός προπονητή που αποδεικνύει ότι άξιζε την ευκαιρία, και με μικρού βεληνεκούς διορθωτικές κινήσεις, ο Ολυμπιακός ξαναβρίσκει την αγωνιστική του φυσιογνωμία και ψήγματα από τη φθαρμένη του υπερηφάνεια.

Η εμφάνισή του απέναντι στη φιλόδοξη και χρυσοπληρωμένη Αρμάνι ήταν νομίζω καλύτερη και από εκείνη της Μόσχας, αφού θεμελιώθηκε όχι σε θαύματα, αλλά σε αρχές.

Θύμισε όχι μόνο τον παλιό καλό Ολυμπιακό, αλλά και τον χθεσινό εξαιρετικό Παναθηναϊκό. Ο ένας τραβάει τον άλλον και όλοι μαζί ψηλώνουν δυό πήχες.

Υπό άλλες συνθήκες θα ανυπομονούσα για το ελληνοευρωπαϊκό ντέρμπι της 6ης Δεκεμβρίου, αλλά το τοξικό κλίμα ακυρώνει την αδημονία. Ωραία γιορτή θα περάσουμε και φέτος…

Ο Ολυμπιακός πόνταρε εν πολλοίς στο υλικό που άφησε πίσω του εγκληματικά ανεκμετάλλευτο ο Μπλατ.

Μέχρι τον Ουίλ Τσέρι είδαμε να εμφανίζεται από το πουθενά και να γράφει 22 λεπτά συμμετοχής, περισσότερα από κάθε άλλον γκαρντ πλην Σπανούλη. Και δεν ήταν η πρώτη φορά.

Γιατί, ο Βεζένκοφ, που κόντεψε να συμπληρώσει ημίχρονο στο παρκέ; Η θέση «4» του ταιριάζει πολύ καλύτερα από το «3», αλλά αυτό το γνωρίζαμε ήδη.

Ο καινούριος Ρότσεστι και ο μέχρι πρόσφατα παραγκωνισμένος Μπάλντγουιν έπαιξαν -με επιτυχία- συμπληρωματικούς ρόλους, ενώ ο Ριντ παρακολουθούσε από τον πάγκο με πολιτικά.

Ο ίδιος Ολυμπιακός που δεν έπαιρνε τίποτε από κανέναν αίφνης βγάζει και από τη μύγα ξίγκι. Δεν είναι αμελητέο κατόρθωμα.

Αντιμέτωπος με τον Έτορε Μεσίνα, ο Κεστούτις Κεμζούρα πόνταρε πρωτίστως στην πατροπαράδοτη συνταγή, αφήνοντας τις τυφλές ζαριές για ώρα ανάγκης.

Οι «αμερικάνικες» πεντάδες επιστρατεύτηκαν περισσότερο για να συντηρήσουν τη διαφορά, παρά για να χτίσουν εικόνα κυριαρχίας.

Το έκαναν με αξιοσημείωτη επιτυχία και έτσι η ώρα ανάγκης δεν έφτασε ποτέ. Μετά το πρώτο +10 (53-43), ο Ολυμπιακός εξαφανίστηκε στον ορίζοντα.

Τα θεμέλια του θριάμβου τοποθετήθηκαν από τους πενταδάτους, που έπαιξαν μπάσκετ Ολυμπιακού στο ξεκίνημα του αγώνα (με φρένο το 0/9 τρίποντα), αλλά και αμέσως μετά την ανάπαυλα: Σπανούλη, Κόνιαρη, Παπανικολάου, Πρίντεζη, Μιλουτίνοβ.

Αυτοί είναι ο πραγματικός θησαυρός του συλλόγου και όχι οι λεγεωνάριοι, άσχετα με την όποια αξία των τελευταίων.

Στη live μετάδοση του αγώνα αποκάλεσα τους τέσσερις Έλληνες του Ολυμπιακού «πρώην διεθνείς» και, όσο το ξαναμετράω, ομολογώ ότι ακούγεται σκληρό.

Ιδίως τώρα που διαβάζω τις νηφάλιες μεταμεσονύκτιες δηλώσεις του καθ' όλα υπέροχου Γιώργου Πρίντεζη...

Αλλά και πώς αλλιώς να χαρακτηριστεί κάποιος, τη μέρα που αρνείται τη συμμετοχή στην Εθνική επειδή του ξινίζει το χρώμα της γραβάτας του προπονητή;

Ουδείς διαθέτει το ανάστημα να αμφισβητήσει την προσφορά και το κύρος των διεθνών του Ολυμπιακού, αλλά και ουδείς αθλητής δικαιούται να βάζει όρους.

Εάν οι μπασκετμπολίστες χρησιμοποιήθηκαν εκόντες άκοντες ως νταμάκια σε ένα αισχρό παιχνίδι εξουσίας, τόσο το χειρότερο για τους ίδιους.

Ποιος βάζει τη τζίφρα του χωρίς να το πολυθέλει κάτω από ένα κείμενο ιστορικής σημασίας;

Κάτι αντίστοιχο έκαναν, βέβαια, οι απέναντι, με εκείνη την προσχηματική «συγγνώμη» μετά τον αποκλεισμό του Παναθηναϊκού από τον Προμηθέα.

Αλλά εκείνο το τσιτάτο ήταν εσωτερικής κατανάλωσης και δεν γράφτηκε στις πλάτες της, υπεράνω όλων, Εθνικής ομάδας.

Ή μήπως εκεί ακριβώς γράφτηκε; Είναι ζήτημα ερμηνείας των γεγονότων, θα πει ο κυνικός…

Κλείνει, προς το παρόν, η δυσάρεστη παρένθεση. To σημερινό απόγευμα ήταν μαύρο όπως η Παρασκευή των αγορών, το βράδυ κόκκινο, το αύριο ακαθόριστης απόχρωσης.

Επισημαίνω μόνο, ότι ο Παπανικολάου έπαιξε απόψε λες και ήθελε να γελοιοποιήσει τους παντογνώστες που θεωρούν …χαριστική την παρουσία του στην Εθνική.

Καλός ήταν και ο Πρίντεζης, ενώ οι άμυνες του Κόνιαρη πάνω στον «Τσάτσο» Ροντρίγκεθ υπενθύμισαν ότι πρόκειται για γνήσιο τέκνο της ελληνικής σχολής μπάσκετ.

Για τον Σπανούλη, που απόψε έμοιαζε 28άρης, τα κοσμητικά επίθετα έχουν στερέψει εδώ και καιρό. Μη το κουράζουμε άδικα.

Το ζευγάρωμά του με τον Φρεντέτ θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον, αν και υποψιάζομαι ότι θα δούμε διαφορετικά ζευγαρώματα στο ντέρμπι που έρχεται.

Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, η αποψινή εμφάνιση του Ολυμπιακού και το βροντερό +21 ξανάβαλαν τους «κόκκινους» στον χάρτη όσων σπεύδουν να τους ξεγράψουν.

Ταυτόχρονα, ισοσκέλισαν τις εντυπώσεις από το χθεσινό ρεσιτάλ του Παναθηναϊκού.

Δεν ξέρω ποιος από τους δύο «αιώνιους» έπαιξε καλύτερα μέσα στο διήμερο ούτε έχει νόημα να βγάλω από το ντουλάπι το καλαθόμετρο.

Για μια φορά, η μεταξύ τους κόντρα ωφέλησε αμφότερους. Ήταν αυτό που στην Αμερική oνομάζουν: «The good kind of bad». Το καλό είδος κακού.

Το 5-6 του Ολυμπιακού τον αφήνει πλασαρισμένο κάπου στη μέση μίας βαθμολογίας γεμάτης αντιπάλους που σκουντουφλάνε κατά συρροή. Οι 10 από τους 18 έχουν αρνητικό ρεκόρ.

Ταυτόχρονα, ο φορμαρισμένος Παναθηναϊκός βλέπει μόνο τρία ζευγάρια πατούσες κοιτάζοντας προς τα πάνω. Θα βρισκόταν ακόμα ψηλότερα, αν δεν έχανε τρία ματς στον πόντο.

Το χαμηλό επίπεδο της διοργάνωσης και η ύπαρξη πολλών ισοδύναμων ανταγωνιστών αποτελούν θαυμάσιο σύμμαχο για τις, ακόμη αναξιόπιστες, ομάδες μας.

Όσο για το θλιβερό μποϊκοτάζ του –υπότροπου- Ολυμπιακού στην Εθνική ομάδα, και την απαράδεκτη στάση των παικτών του, δεν θέλω να λερώσω άλλο το πληκτρολόγιό μου. 

Το έπραξα την προηγούμενη φορά που συνέβησαν τα ίδια, κόλλησα ένα σωρό ιούς, άκουσα τα σχολιανά μου, έγινα κακός, τσακώθηκα με αυτούς που έπρεπε και με κάποιους που δεν έπρεπε, νισάφι πια, αρκεί. 

Η Ελλάδα αποκτά, με τέτοια σχολικά καμώματα, τo μπάσκετ που της αξίζει.  Την ευθύνη φέρει στους ώμους του όχι ένας -όπουλος, αλλά τέσσερις. Ο καθένας με διαφορετικό τρόπο και σε διαφορετικό βαθμό.

Διασκεδαστικό το αφήγημα ότι η επιστολή ήταν πρωτοβουλία των παικτών και όχι απόφαση της διοίκησης ή ότι φταίει ξέρω γω ο ...Γιαννάκης, αλλά η Πρωταπριλιά αργεί ακόμη.

Η θέση μου για την Εθνική ομάδα είναι γνωστή και δεν αλλάζει, όποια και αν είναι τα πρόσωπα, όποια και αν είναι τα πράγματα. 

Όσοι έχουν το περίεργο χούι να παρακολουθούν τη δουλειά μου θα κατάλαβαν ότι οι σημερινοί μου αφορισμοί ήταν copy/paste από την επόμενη μέρα της αποχώρησης του Δημήτρη Διαμαντίδη.

Οι «δεν είδα να τα γράφεις τα ίδια όταν…» ας πάνε στον οφθαλμίατρο για να αλλάξουν γυαλιά. Το κόκκινο και το πράσινο φίλτρο βλάπτουν την όραση.

Κάτι καλόπαιδα, και από τα δύο στρατόπεδα, μου έκοψαν την καλημέρα μαχαίρι. Εδώ και χρόνια. Όχι μόνο αδιαφορώ, αλλά το θεωρώ και τίτλο τιμής.

Όποιος θέλει μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, με το μυαλό και με το κορμί του. Ωστόσο, ουδείς δικαιούται να βρεθεί υπεράνω κριτικής, είτε λέγεται Πρίντεζης είτε Διαμαντίδης είτε Ζήσης είτε Γιαννάκης.

Πόσο μάλλον, αν λέγεται Αγγελόπουλος ή Γιαννακόπουλος. Ή Βασιλακόπουλος.

Από τη στιγμή που οι τρόφιμοι έκαναν κατάληψη στο τρελάδικο και βάλθηκαν να το κατεδαφίσουν, δεν θα μείνει τίποτε όρθιο. Απορώ κιόλας, πώς δεν έπιασαν νωρίτερα τα σκάγια την Εθνική. 

Το στίγμα της σημερινής Μαύρης Παρασκευής θα ακολουθεί όχι μόνο αυτούς που εμπνεύστηκαν το ατόπημα, αλλά πρωτίστως όσους το υπογράφουν.

Μέχρι, τουλάχιστον, αυτοί να δώσουν επαρκείς εξηγήσεις και να εκθέσουν όσους είναι πρέπον να εκτεθούν. 

Η μπάλα τους παίρνει όλους, χωρίς καμία εξαίρεση, ηλικιακή ή ιεραρχική. Xωρίς κανένα ελαφρυντικό προτέρου εντίμου βίου. 

Εάν οι αθλητές θέλουν να αφουγκραστούν την κοινή γνώμη, ας τεντώσουν τα αυτιά τους λίγο παραέξω από τον μικρόκοσμο που τους περιβάλλει.

Ο φίλαθλος της Εθνικής ομάδας δεν είναι ούτε ο «μέχρι τέλους» ούτε ο «πούστη Βασιλακόπουλε».

Ούτε ενδιαφέρεται για το μπάσκετ ο οπαδός που απαιτεί γη και ύδωρ και κατόπιν βλέπει τους αγώνες από το γυαλί, αντί να πατήσει στο γήπεδο για να μοιραστεί τις συνέπειες.

Ο αθλητής της Εθνικής ομάδας δεν συγχωρείται να είναι πιόνι κανενός. Ούτε καν του ίδιου του του εαυτού. Μόνο του καθήκοντος.

Όποιος λοιπόν φοράει κόκκινο ή πράσινο φανελάκι μέσα από τη μπλε στολή, ας καθίσει καλύτερα στο σπίτι του. Εκεί θα είναι πιο χρήσιμος για τη ρημάδα την Εθνική.