Αργύρη, ο… μπούφος σου!

Στην πρεμιέρα της Euroleague o Παναθηναϊκός υποδέχεται τον Ερυθρό Αστέρα  και ο Βασίλης Σκουντής παρουσιάζει τα ράμματα που έχει για τη… γούνα του Περπέρογλου, του Τόμιτς και κυρίως του Γκιστ!  

Αργύρη, ο… μπούφος σου!

Mας… κατσικώθηκε για τα καλά ο Ερυθρός Αστέρας τον τελευταίο καιρό και δεν λέει να φύγει από το σβέρκο μας…

Σαν τις αρμένικες βίζιτες ένα πράγμα!

Στις 18 και 20 Σεπτεμβρίου τον αντιμετώπισε ο μπασκετικός Ολυμπιακός στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας σε δυο φιλικά ματς που εν προκειμένω, ελέω των δεσμών των δυο συλλόγων, θα μπορούσαν να αποκαλούνται και αδερφικά!

Ανάμεσα σε αυτά, στις 19 Σεπτεμβρίου οι πρωταθλητές της Αδριατικής λίγκας πετάχτηκαν μέχρι το Περιστέρι για άλλο ένα από δαύτα.  

Προχθές το βράδυ πήρε τη σκυτάλη ο ποδοσφαιρικός Ολυμπιακός στο «Μαρακανά» του Βελιγραδίου και απόψε είναι η σειρά του μπασκετικού Παναθηναϊκού που θα επιδιώξει κιόλας να κάνει σεφτέ σε αυτή τη διελκυστίνδα διαρκείας… 

Το γράφω αυτό διότι έχουν προηγηθεί οι τέσσερις νίκες των «γύφτων», όπως αποκαλούνται οι λεγάμενοι στη σερβική αθλητική αργκό και ασφαλώς οι Πράσινοι δεν θέλουν να δουν την τέταρτη πράξη του ίδιου έργου.

Τυγχάνει κιόλας να ανοίγει σήμερα η αυλαία της Euroleague, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τον πόθο των εξάκις πρωταθλητών Ευρώπης να εκκινήσουν με το δεξί στον μακρύ, κακοτράχαλο και κοπιώδη δρόμο προς Κολωνία μεριά…

Το σημερινό σουαρέ θα ‘χει το χάζι του για κάμποσους λόγους, συμπεριλαμβανομένων και των επί προσωπικού, που λένε…

Προσωπικές ιστορίες, που έχουν να τις διηγηθούν ο Τζέιμς Γκιστ, ο Στράτος Περπέρογλου και ο Μίλαν Τόμιτς…

Καθένας με τις αναμνήσεις του, με τον πόνο του και με τον καημό του!

Ο Περπέρογλου έραψε τα δυο από τα τρία αστέρια στη στολή του, φορώντας τη φανέλα του Παναθηναϊκού το 2009 στο Βερολίνο και το 2011 στη Βαρκελώνη για να ακολουθήσει ένα τρίτο, το 2013 με τον Ολυμπιακό.

Στον πάγκο του Παναθηναϊκού βρίσκεται πια ο Αργύρης Πεδουλάκης, αλλά στη μνήμη του Στράτου θα είναι ασφαλώς εντυπωμένη η ατάκα που του είπε ο Ζέλικο Ομπράντοβιτς, το καλοκαίρι του 2008,  όταν μετά την αποχώρηση του Κένεντι Γουίνστον, τον έπιασε από τον ώμο και του έκανε μια βαρυσήμαντη ανακοίνωση…

«Θα είσαι το βασικό τριάρι μας»!

Ο Τόμιτς ως εμβληματική φιγούρα του Ολυμπιακού έπαιζε σε αυτό το έργο πάντοτε τον ρόλο του… κακού. Από το 1992 που εμφανίστηκε για πρώτη φορά φορώντας τη φανέλα του Ολυμπιακού έως και πρόπερσι (με ελάχιστες και γι αυτό ανεπαίσθητες εξαιρέσεις) ήταν ένας ασυνθηκολόγητος ταξικός εχθρός για τον Παναθηναϊκό.

Ελόγου του θα ‘χει να θυμάται ένα σωρό από αγώνες σε αυτό το γήπεδο: οι περισσότεροι από αυτούς είχαν δυσάρεστη κατάληξη για τον Ολυμπιακό, αλλά υπήρξαν και κάποιοι όπως ο πρώτος αγώνας των πλέι οφς του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος στις 27 Μαρτίου του 1997,  όταν καθ’ οδόν προς τη Ρώμη, ο Ολυμπιακός άλωσε το ΟΑΚΑ με το εκκωφαντικό 69-49.

Ηταν τότε που κατόπιν ωρίμου σκέψεως ο Ντούσαν Ιβκοβιτς αποφάσισε να βάλει τον Τόμιτς στη βασική πεντάδα για να παίξει τον ρόλο της… φωνής της συνείδησης και να τραβάει ενίοτε τα γκέμια στον Ντέιβιντ Ρίβερς!

Θα έχει επίσης να θυμάται ο νυν προπονητής του Ερυθρού Αστέρα το μεγάλο τρίποντο που έβαλε 47 δευτερόλεπτα πριν από τη λήξη του αλήστου μνήμης ημιτελικού του Final 4  στις 11 Απριλίου του 1995 στη Σαραγόσα, γράφοντας το 56-52 .

Α ναι θα ΄χει να θυμάται αυτό που και ο ίδιος και ο Νττέγιαν Μποντιρόγκα θα ήθελαν να ξεχάσουν: τα… μπουνίδια στον ημιτελικό των πλέι οφς της Α1 στις 18 Μαίου του 2002, στο ΟΑΚΑ, όπου ο Ολυμπιακός βρήκε τον Παναθηναϊκό ζαλισμένο από το έπος της Μπολόνια και τον άφησε εκτός νυμφώνος.

Για τον Τζέιμς… Γκιστόπουλο δεν το συζητώ: αυτός με το που θα εισέλθει αποθεούμενος στο ΟΑΚΑ, θα δει να κρέμονται ψηλά τα λάβαρα, θα ακούσει το σύνθημα στο οποίο οι φίλαθλοι απλώς επαναλαμβάνουν το επώνυμο του (το κανονικό, όχι το ελληνικό) και θα βραβευθεί, ε τότε ασφαλώς θα δει να περνάει από μπροστά του σαν φιλμ, ολόκληρη η ζωή του…

Διάβολε, εξίμισι χρόνια και επτά σεζόν δεν ξεχνιούνται εύκολα. Βασικά δεν ξεχνιούνται ποτέ!

Στις 8 του περασμένου Ιουλίου που οι Πράσινοι και ο Γκιστ χώρισαν τα τσανάκια τους, η ΚΑΕ Παναθηναϊκός με ανακοίνωση της τόνισε το προφανές και αυτονόητο: «You ‘ll always be one of us».

Ουδέν ακριβέστερον και αληθέστερον τούτου!

Μετά από εξήμισι χρόνια στο… Ελλάντα (όπως έλεγε και ο Γιατσεκ Γκμοχ, που μάλιστα έβγαλε ένα τέτοιο βιβλίο) ο λεγάμενος είχε de facto και de jure το δικαίωμα να αλλάξει το επώνυμο του!

Το άλλαξε άλλωστε τα τελευταία χρόνια και συστηνόταν ως Γκιστόπουλος, απλώς από αναγραμματισμό το έγραφε Gistoupolous!

 Ορθώς το έπραξε και εννοώ την κατάληξη του εξελληνισμένου επωνύμου του διότι πονήρεψε τόσο που πραγματικά η σκούφια του θα πρέπει να βαστάει από εκεί που υποδηλώνει το… όπουλος.

Από Πύργο ή από Καλαμάτα μεριά!

Σοβαρολογώ και ελπίζω να μην παρεξηγηθώ από τους περί ων ο λόγος, άλλωστε μπορώ να το τεκμηριώσω: επειδή η κόρη του πήγαινε στο ίδιο δημοτικό σχολείο με τον γιο μου (αλλά ήταν τόσο ανεπτυγμένη που θύμιζε φοιτήτρια του Πανεπιστημίου!) τον συναντούσα πολύ συχνά που ερχόταν να την πάρει και να γυρίσουν στο σπίτι.

Τι σημασία έχει αυτό; Έχει και παραέχει διότι κάμποσες φορές τον είδα να καβαλάει το πεζοδρόμιο και να περνάει μέσα από ένα βενζινάδικο για να αποφύγει την ουρά στο φανάρι που βγάζει από τη Χαριλάου Τρικούπη στη λεωφόρο Κηφισίας!

Πλάκα πλάκα Ελληνας δεν γεννιέσαι μόνο, αλλά γίνεσαι κιόλας.

Ατυχώς για τις δικές του φιλοδοξίες (που δεν έχουν να κάνουν με ματαιοδοξία) και για το στοιχειωμένο όνειρο της επιστροφής του Παναθηναϊκού στο Final 4 της Euroleague, ο Γκιστ έγινε Έλληνας, αλλά δεν έγινε κιόλας… Μπατίστ!

Δεν αξιώθηκε να παίξει σε Final 4 και δεν στέφθηκε πρωταθλητής Ευρώπης, αλλά κατέκτησε έντεκα τίτλους και φιγουράρει στο Νο 2 των μακροβιότερων παικτών σε μια ομάδα του ελληνικού πρωταθλήματος και στο Νο 4 εκείνων με τις περισσότερες συμμετοχές (192) πίσω από τον… Μιχάλη Βατίστα (301), τον Ρόντρικ Μπλέικνι (239) και τον Μίχαελ Κοχ (207).

Ο έρωτας του Παναθηναϊκού με τον Γκιστ και τούμπαλιν υπήρξε αμοιβαίος και σφοδρός. Οι καιροί που πέρασαν από το βράδυ της 28ης Δεκεμβρίου του 2012, που ο λεγάμενος φόρεσε για πρώτη φορά την πράσινη φανέλα με το Νο 14, δεν υπήρξαν πάντοτε ανέσπεροι, ωστόσο είναι τέτοια τα αισθήματα που έτρεφαν προς το πρόσωπο του οι Πράσινοι της Αθήνας, ώστε του συγχώρησαν τα πάντα…

Δεν αναφέρομαι στην προ δυο ετών απουσία του λόγω του σοβαρού και εξόχως ύπουλου τραυματισμού του στον εκτός έδρας αγώνα με τη Ρεάλ Μαδρίτης, τούτο άλλωστε ήταν ένα οφειλόμενο χρέος προς τον παίκτη που αποτελούσε την κολώνα τους. Τις παρασπονδίες του εννοώ και τις περιπέτειες στις οποίες έβαλε τον Παναθηναϊκό με τη χρήση μαριχουάνας τον Απρίλιο του 2015 και την ποινή αποκλεισμού οκτώ μηνών που αργότερα μειώθηκε στους έξι...

Κimse mükemmel değildir (κανείς δεν είναι τέλειος) κατά πώς λένε και στο χωριό του…

Παρεμπιπτόντως το χωριό του δεν βρίσκεται στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αλλά δυο βήματα από το δικό μας: στην αμερικανική αεροπορική βάση του Ινκιρλίκ, στα Αδανα της Τουρκίας, όπου τον πρωτοκράτησαν στην αγκαλιά τους ο Τζέιμς τζούνιορ και η Λίντα Γκιστ στις 26 Οκτωβρίου του 1986.

Επίτηδες αναφέρθηκα προηγουμένως στους Πράσινους της Αθήνας διότι υπάρχουν και οι ομόχρωμοι τους της Μάλαγα, οι οποίοι πριν από πέντε χρόνια φόρεσαν εκτάκτως κόκκινη στολή και έγιναν ο απροσδόκητος Αϊ Βασίλης του Παναθηναϊκού!

Μετά το κύμα φυγής που συντελέσθηκε το καλοκαίρι του 2012, ο Αργύρης Πεδουλάκης, ο οποίος διαδέχθηκε τον Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς ψάχτηκε από νωρίς για τον παίκτη, τον οποίο αποδέσμευσε η Φενέρμπαχτσε στις 7 Ιουλίου του 2012. Του Αργύρη του είχε κάνει κλικ, αλλά τότε ο ατζέντης του Γκιστ, ο Ράντε Φιλίποβιτς τον πήγε πεσκέσι στον Γιάσμιν Ρέπεσα για να λούζεται (όπως γράφει και ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα) στον Γουαδαλκιβίρ!

Ωστόσο τα νερά του ποταμού που διατρέχει την Ανδαλουσία αποδείχθηκαν κρύα και αφιλόξενα για τον Γκιστ, που μετά από τρεις μήνες συνειδητοποίησε πώς δεν ταίριαζαν τα χνώτα του με τον Ρέπεσα και δεν τον σήκωνε το κλίμα στη Μάλαγα.

Ο Παναθηναϊκός ο οποίος το καλοκαίρι είχε αποκτήσει γι αυτή τη θέση τον άλλοτε παίκτη του ΠΑΟΚ και MVP της προηγούμενης σεζόν στο ισπανικό πρωτάθλημα (με την Χιπούθκοα) Αντι Πάνκο καραδοκούσε και δεν έχασε τον καιρό του: με μια α λα ΝΒΑ τράμπα έστειλε στη Μάλαγα τον Πάνκο και έφερε στην Αθήνα τον Γκιστ, ο οποίος έμελλε να εξελιχθεί σε εμβληματική φιγούρα.

Ο Γκιστόπουλος έκανε το ντεμπούτο του με τον Παναθηναϊκό στις 28 Δεκεμβρίου του 2012, βράδυ Παρασκευής (ώρα έναρξης 22:00), στο ΟΑΚΑ στο πλαίσιο της πρεμιέρας του Top 16, κόντρα στους Πράσινους του Κάουνας: ένα ντεμπούτο που δεν υπήρξε αστραφτερό και χάθηκε μέσα στην αγωνία του θρίλερ του οποίου επέζησαν οι οικοδεσπότες, οι οποίοι κατάφεραν να γραπώσουν τη νίκη με σκορ 67-66, χάρη σε μια ελεύθερη βολή που έβαλε 52 δευτερόλεπτα πριν από τη λήξη ο Διόσκουρος του, Στεφάν Λάσμε.

Σε εκείνη την πρώτη εμφάνιση του ο Γκιστ έπαιξε 14 λεπτά και 45 δευτερόλεπτα, με απολογισμό δυο πόντους (με κάρφωμα από ασίστ του Μπανκς για το 56-49), 1/4δίποντα, 0/1 τρίποντο, 0/2 βολές, τρία ριμπάουντ, μία ασίστ, ένα κλέψιμο, μία τάπα, τρία κερδισμένα και ένα εις βάρος του φάουλ.

Παρεμπιπτόντως το ίδιο βράδυ έκανε το ντεμπούτο του με τη φανέλα του Παναθηναϊκού και ο συμπατριώτης του, δεινός σουτέρ τριών πόντων Τζέισον Καπόνο ο οποίος δεν έμελλε να μακροημερεύσει, ενώ στη Ζαλγκίρις αγωνίζονταν τρεις παίκτες με ελληνικό παρελθόν ή μέλλον: ο Ολιβερ Λαφαγέτ, ο Τρεμέλ Ντάρντεν (τους οποίους ο Γκιστ θα αντιμετώπιζε αργότερα στα ντέρμπι αιωνίων) και ο Ιμπραίμ Τζάαμπερ (Αιγάλεω, 2007-08). Αντιστοίχως στον τελευταίο αγώνα του με τη φανέλα της Ουνικάχα, στις 13 Δεκεμβρίου του 2012, κόντρα στη γαλλική Σαλόν Σιρ Σαόν (σκορ 86-62), ο Γκιστ είχε βρει απέναντι του τον Ελβετό, νυν σέντερ των Χιούστον Ρόκετς, Κλιντ Καπέλα.

Την ίδια ημέρα (13 Δεκεμβρίου 2012), στον τελευταίο αγώνα του στην πρώτη φάση της διοργάνωσης, στις 13 Δεκεμβρίου με τον Πάνκο στη σύνθεση του, ο Παναθηναϊκός είχε ηττηθεί στη Μόσχα με 78-77 από τη Χίμκι στην οποία τότε αγωνιζόταν ο μετέπειτα συμπαίκτης του, Κέι Σι Ρίβερς!

Η σύνθεση του Παναθηναϊκού σε αυτό το ματς που έμελλε να αποβεί ιστορικό Μπράμος 15, Ματσούλις 7, Καπόνο 16, Ούκιτς 2, Λάσμε 14, Τσαρτσαρής, Διαμαντίδης 3, Γκιστ 2, Μπανκς 8, Σκορδίλης, Ξανθόπουλος, Σχορτσανίτης

Από εκείνο το βράδυ μέχρι το κύκνειο άσμα του στις 14 Ιουνίου του 2019 (στον τρίτο τελικό με τον Προμηθέα Πατρών) πέρασαν εξήμισι χρόνια στα οποία ο Γκιστ αγωνίσθηκε και ως πεντάρι και ως τεσσάρι, ακόμη και ως τριάρι !

Στην κολυμπήθρα του ελληνικού ο Αμερικανός σέντερ/φόργουορντ βαπτίστηκε στις 6 Ιανουαρίου του 2013, κόντρα στον Απόλλωνα Πατρών (σκορ 91-60) στο ΟΑΚΑ, όπου «έγραψε» 12 πόντους (1/6δ., 2/5τρ., 4/6β.), έξι ριμπάουντ, δυο ασίστ και μία τάπα σε 26 λεπτά και 17 δευτερόλεπτα.

Τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 10 Ιανουαρίου 2013, ο Παναθηναϊκός υποδέχθηκε στο ΟΑΚΑ την Ουνικάχα Μάλαγα, την οποία νίκησε με 78-73, προεξάρχοντος του Γκιστ. Σε αυτό το ματς κόντρα στην προηγούμενη ομάδα του, ο μετρ των alley-oops είχε 17 πόντους (2/2δ., 3/5τρ., 4/4β.), τέσσερα ριμπάουντ, μία ασίστ και δυο τάπες σε 27 λεπτά, ενώ στην αντίπερα όχθη ο Πάνκο «έγραψε» 11 πόντους και έξι ριμπάουντ σε 26 λεπτά.

Ο Γκιστ υπήρξε ο καταλύτης αυτής της αγχωτικής νίκης, πρωτοστάτησε στην ανατροπή με δυο τρίποντα, ενώ μετά από ένα κάρφωμα γυρίζοντας προς την άμυνα, πανηγύριζε χοροπηδώντας μπροστά στον Ρέπεσα!

Tι ήταν τότε ο Γκιστ; Οσο υπερβολικό κι αν ακούγεται, δεν ήταν καθόλου αυτό που έγινε στη συνέχεια...

Τότε ήταν ένα αγρίμι, ένα κατσίκι, ένας μπούφος!

Ένας μπούφος, που – για να μείνω στο πνεύμα της... πανίδας - έγινε σαΐνι!

Τον χαρακτηρισμό «μπούφος» του τον προσήψε, κατά την προσφιλή και συνηθισμένη έκφραση του, ο Αργύρης Πεδουλάκης με τον οποίο ωστόσο ο Γκιστ δεν είδε να του τριτώνει το καλό…

Τον Δεκέμβριο του 2017, επί τη ευκαιρία των πέμπτων πράσινων γενεθλίων του Γκιστ είχα ζητήσει από τον Πεδουλάκη να μου σκιαγραφήσει το προφίλ του και σήμερα, ελέω της επικαιρότητας με την επιστροφή του στο ΟΑΚΑ αναδημοσιεύω αυτολεξεί όλα όσα μου είχε πει τότε…

Όταν ήλθε από τη Μάλαγα είχε όλο το πακέτο των προσόντων, αλλά υστερούσε στο κομμάτι της τακτικής και στο διάβασμα ων καταστάσεων στη διάρκεια ενός αγώνα. Δεν ήταν έτοιμος σε αυτό το σκέλος, αλλά εντάχθηκε στο πρόγραμμα, το ακολούθησε και το υπηρέτησε πιστά.

Τότε θεωρούσε τον εαυτό του τριάρι, πίστευε ότι αυτή ήταν η θέση του εξ ου και τα πολλά τρίποντα πού σούταρε. Αρεσκόταν να παίζει γύρω γύρω και να εκτελεί από την περιφέρεια, αλλά τον βάλαμε σε μια διαφορετική λογική, του αλλάξαμε θέση και αγωνιστική συμπεριφορά με αποτέλεσμα να διαπρέψει ως παίκτης ρακέτας.

Ο Γκιστ έχει κάποια προσόντα που σπανίζουν σε παίκτες του ύψους του (2μ.06): διαθέτει πολύ γρήγορα πόδια, κάνει ταχύτατα πλάγια βήματα στην άμυνα, έμαθε να διαβάζει τις καταστάσεις και είναι μανούλα στις αλλαγές στα σκριν και στις εξόδους απέναντι στα pick n’ roll, με αποτέλεσμα να μπορέσει να υποστηρίξει τέλεια, μαζί με τον Λάσμε, το πλάνο μας στην αντιμετώπιση του Βασίλη Σπανούλη στα ντέρμπι με τον Ολυμπιακό.

Στην πρώτη προπόνηση που έκανε μαζί μας και έδειξε πόσο γρήγορος είναι γύρισα γελώντας προς τον Ξανθόπουλο και τον τρομοκράτησα: «Θα βάλω τον Γκιστ να σε κυνηγάει σε όλο το γήπεδο και θα τα δεις όλα κωλυόμενα» του έλεγα. «Ασε ρε κόουτς, σιγά, που θα με προλάβει» απάντησε ο Βασίλης, αλλά στην επόμενη φάση κατάλαβε ότι δεν αστειευόμουν. Οντως ο Γκιστ μπορούσε να βγει και όχι μονάχα να μαρκάρει κοντό, αλλά να τον κυνηγήσει κιόλας γύρω γύρω.

Βεβαίως τότε, στα πρωτόλεια του, είχαμε να αντιμετωπίσουμε και να επιλύσουμε διάφορα ζητήματα στο παιχνίδι και στην αγωνιστική συμπεριφορά του. Επειδή είναι πολύ συναισθηματικός και παθιάζεται, παρασυρόταν εύκολα από τον παλμό της εξέδρας και στην αρχή έπαιζε περισσότερο με την καρδιά και την ενέργεια, παρά με το μυαλό και την τακτική μας. Κόλλαγε σε μερικές φάσεις, έκανε φτηνά φάουλ, μπουμπούνιζε τρίποντα σε άσχετες φάσεις και δεν ακολουθούσε πάντοτε το πλάνο μας.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ένα γεγονός που συνέβη στον πρώτο τελικό του πρωταθλήματος στο Στάδιο Ειρήνης Φιλίας (ΣΣ: 7 Ιουνίου 2013, σκορ 51-64). Στην αρχή του αγώνα δεν διάβαζε τις αλλαγές του Ολυμπιακού στα σκριν και αντί να ποστάρει ακροβολιζόταν και βάραγε τρίποντα. Κάποια στιγμή γυρίζει προς τον πάγκο ο Διαμαντίδης και κάνει μια γκριμάτσα απορίας. Θυμάμαι ότι του φώναξα «focus James, focus» ζητώντας του να εστιάσει στις καταστάσεις της άμυνας και να εκμεταλλεύεται τα mismatches. Το κατάλαβε αμέσως και το έκανε με αποτέλεσμα να γίνει ακρογωνιαίος λίθος στη νίκη (ΣΣ: 10 πόντοι με 4/6δ., 0/3τρ., 2/3β.., 11ρ., 1κλ.) και στο sweep με το οποίο κατακτήσαμε τον τίτλο».

Έχει μεγάλη πλάκα η ιστορία με το παρατσούκλι που του κόλλησα. Τον έλεγα «μπούφο», αυτή είναι μια λέξη που τη χρησιμοποιώ συχνά, μάλιστα έτσι φώναζα κάποτε και τον Δημήτρη Τσαλδάρη. Στην αρχή παραξενεύτηκε με το παρατσούκλι και μου έκανε παράπονα, γιατί, απ’ ό,τι του είπαν, ο μπούφος είναι χαζό πουλί. Τότε του είπα να μη δίνει σημασία στο δούλεμα που έτρωγε από τους συμπαίκτες του και να γκουγκλάρει στο Internet για να διαπιστώσει ότι ο μπούφος σε αντίθεση με ό,τι πιστεύει ο κόσμος, είναι ένα επιθετικό, αρπακτικό και έξυπνο πουλί. Με τα πολλά το κατάλαβε και όχι μόνο το αποδέχθηκε, αλλά συστηνόταν κιόλας σαν μπούφος»!