ΔΕΙΤΕ ΤΑ LIVE

Ο Παναθηναϊκός στήνεται στην αφετηρία των πλέι-οφ χωρίς το μπούμερανγκ της προηγούμενης διετίας

Το σπίτι των ανέμων

O Νίκος Παπαδογιάννης ανοίγει την αυλαία των προημιτελικών μεταξύ Ρεάλ-Παναθηναϊκού και αραδιάζει τα στοιχεία που γεννούν αισιοδοξία.

Το σπίτι των ανέμων

Πέρυσι τέτοιες μέρες, ο Παναθηναϊκός ετοιμαζόταν για τα προημιτελικά της Εuroleague βουτηγμένος σε αθεράπευτη αισιοδοξία. Η Ρεάλ απειλούσε, αλλά ο «νόμος του ΟΑΚΑ» έμοιαζε με ισχυρό αντίβαρο. Πρόπερσι, με τη Φενέρμπαχτσε του Ομπράντοβιτς, τα ίδια και χειρότερα.

Αλλά το βαρύ χαρτί αποδείχθηκε ελαφρύ σαν πούπουλο, όταν βρέθηκε αντιμέτωπο με μπουλντόζα. Μοιραία, σκόρπισε στους πέντε ανέμους. 

Η Ρεάλ του 2018 γνώρισε συντριβή στον εναρκτήριο αγώνα, αλλά απάντησε με ηχηρό διπλό και τελείωσε τη δουλειά στην άπαρτη Μαδρίτη. Η Φενέρ του 2017 γύρισε το πρώτο ματς  από -20 μέσα σε ένα ημίχρονο και σκάρωσε σβουριχτό 3-0, με δύο διπλά στη διόλου άπαρτη Αθήνα.

Στη μία περίπτωση ο Παναθηναϊκός τα έβαλε με τον προπονητή που άλλοτε λάτρευε –δικαίως- ως ημίθεο, ενώ στην άλλη με το αιώνιο και αιωνίως στρεβλό άλλοθι που λέγεται διαιτησία. 

Η αλήθεια είναι, ότι ο αντίπαλος ήταν ανώτερος από τον ίδιο και βρέθηκε συμπτωματικά στην 5η θέση της κατάταξης της κανονικής περιόδου. Τόσο οι Τούρκοι, όσο και οι Ισπανοί.

«Χάσαμε επειδή παίζουν και οι άλλοι», ομολόγησαν οι προσγειωμένοι, παραμερίζοντας τις αστειότητες περί αδικίας. Παίζουν και οι άλλοι, οι παραλήδες, μπορούσαν να προσθέσουν.

Εάν υπήρχε χρεία πρόσθετων επιχειρημάτων, φρόντισαν να τα προσφέρουν οι ίδιοι οι θύτες. Τόσο η Φενέρμπαχτσε του 2017 όσο και η Ρεάλ του 2018 κατέκτησαν το ευρωπαϊκό τρόπαιο, με τρόπο που δεν άφηνε περιθώριο αμφισβήτησης.

Εάν υπήρξε μεγάλη χαμένη ευκαιρία για τον Παναθηναϊκό της προηγούμενης τριετίας, αυτή κρύβεται στον προημιτελικό του 2016, απέναντι στην Βασκόνια: καλώς τα, τα παιδιά, 0-3.

Δεν ήταν για 3-0 εκείνη η Λαμποράλ, ούτε για 0-3 εκείνος ο Παναθηναϊκός. Οι Βάσκοι πόνταραν στους μετέπειτα δικούς του Τζέιμς και Μπουρούση και έφτασαν μισό βήμα από τον τελικό του Βερολίνου, αλλά είχαν οφθαλμοφανείς τρύπες στη στολή τους και δύσκολα θα άντεχαν πολυήμερο κονταροχτύπημα με άρμα μάχης.

Ο Παναθηναϊκός του 2015-6 θυσίασε την τελευταία σεζόν του Δημήτρη Διαμαντίδη στο σχεδόν αστείο προπονητικό πρόγραμμα του Σάσα Τζόρτζεβιτς, ο οποίος πλαισίωσε τον εμβληματικό αρχηγό με παίκτες μαλακούς σαν βούτυρο και έστειλε την ομάδα στα αγκάθια της Εουσκάντι ξυπόλητη.

Ακόμα και έτσι, με Πάβλοβιτς και Χέινς και Κούζμιτς, ο Παναθηναϊκός άγγιξε το «μπρέικ» που θα τον έκανε κυρίαρχο του παιχνιδιού. Εκείνο το δεύτερο ματς, που χάθηκε στην παράταση (78-82), θα μπορούσε να δώσει πνοή σε ολόκληρο τον οργανισμό.

Από το 0-2, ωστόσο, δεν έχει επιστρέψει ζωντανός ποτέ κανείς. Η ήττα από τον Ολυμπιακό στους τελικούς της Α1 με το θρυλικό πια τρίποντο του Σπανούλη ήταν μία χαριστική βολή, περισσότερο για τον Διαμαντίδη παρά για τον ίδιο τον Παναθηναϊκό.

Εάν είχε μείνει στο τιμόνι των «πρασίνων» ο απολυμένος το 2014 Αργύρης Πεδουλάκης αντί της διετούς πελαγοδρόμησης με τους λεγεωνάριους –ιτς, μπορεί να γραφόταν η ιστορία με διαφορετικά κοσμητικά.

Απρίλιο του 2019, δεν υπάρχει άνθρωπος με τα σύγκαλά του που να θεωρεί τον Παναθηναϊκό φαβορί απέναντι στην Ρεάλ. Η διαφορά ποιότητας –και βάθους- στο υλικό των δύο μονομάχων είναι ορατή ακόμα και από το διάστημα. Το δε πλεονέκτημα της έδρας βρίσκεται αυτή τη φορά σε ξένα χέρια.

Ωστόσο, ο πρωταθλητής Ελλάδας στήνεται στην αφετηρία οπλισμένος με κάποια προτερήματα που δεν γίνεται να αγνοηθούν.

Πρώτον, έχει με το μέρος του τη δυναμική, αυτό που στον ορεινό Μυλοπόταμο ονομάζεται «momentum». Ουδείς θέλει να αντιμετωπίσει σε σειρά πλέι-οφ αντίπαλο που προέρχεται από ρεκόρ 7-1, παρά τρίχα 8-0.

Από τις 22 Φεβρουαρίου και δώθε, νικήθηκε μόνο από τον χαρταετό του Ρούντι Φερνάντεθ, σε ματς που δεν ήταν δα ζωής και θανάτου. Ένα γαμώτο της στιγμής και μετά ξεχάστηκε. 

Με κάθε ροζ φύλλο, ο δείκτης της αυτοπεποίθησης και της αισιοδοξίας σκαρφάλωνε στα ύψη. Μοιάζει σαν να πέρασαν χρόνια, από τον Δεκέμβριο της μαυρίλας.

Δεύτερον, ξορκίστηκε το φάντασμα των εκτός έδρας αποτυχιών. Το ίδιο κοντέρ που έγραψε 9 συνεχόμενες ευρωπαϊκές ήττες μακριά από το ΟΑΚΑ μετράει τώρα  4 σερί νίκες, δύο για ζέσταμα (Γκραν Κανάρια, Νταρουσάφακα) και δύο για ζεμάτισμα (ΤΣΣΚΑ, Αρμάνι).

Όποιος έχει κερδίσει πρόσφατα στη Μόσχα δεν φοβάται καμία Μαδρίτη. Για την ακρίβεια, δεν θεωρεί εαυτόν χαμένο από χέρι. Μπορεί να ηττηθεί, αλλά θα παλέψει. Ο αντίπαλος θα τον αισθανθεί.

Τρίτον, ο Παναθηναϊκός παρατάσσεται σχεδόν πλήρης, απέναντι σε αντίπαλο ορφανό από τον σημαντικότερο παίκτη του. Την περυσινή σειρά με τη Ρεάλ την τούμπαρε η παρουσία του εγχειρισμένου Σέρχι Γιουλ, ο οποίος ωστόσο θα απουσιάσει από τους πρώτους (τουλάχιστον) αγώνες.

Και δεν υπάρχει πια η αγνοια κινδύνου του θαυματουργού Ντόντσιτς, να τραβήξει την κουρσάρα από τη λάσπη.

Οι «λευκοί» της Μαδρίτης έχουν 13-14 ετοιμοπόλεμους παίκτες πρώτης γραμμής, αλλά την έμπνευση την περιμένουν από τον Γιουλ και από τους Ισπανούς συνοδοιπόρους του (Ρούντι, Ρέγιες).

Η απουσία του τοτέμ αφήνει πίσω κραυγαλέο κενό, τόσο αγωνιστικό όσο και ψυχολογικό. Ρεάλ δίχως Γιουλ είναι σαν Ολυμπιακός χωρίς Σπανούλη.

Τέταρτον και σημαντικότερον, οι «πράσινοι» παίζουν με τα λευκά στη σκακιέρα των πάγκων. Η σημαντικότερη μονάδα σε μία ομάδα μπάσκετ δεν είναι κάποιος παίκτης, οποιοσδήποτε παίκτης, αλλά ο προπονητής.

Ο Πάμπλο Λάσο είναι ικανότατος (και πάντως όχι κάπελας, όπως μας άρεσε να πιστεύουμε), αλλά δεν μπορεί να δέσει κόμπο ολόκληρον Ρικ Πιτίνο. Τώρα πια το καταλαβαίνουν και οι δύσπιστοι. 

Στα χέρια του Αμερικανού, οι παίκτες του Παναθηναϊκού έγιναν άλλοι άνθρωποι και η ομάδα άλλη ομάδα. Δεν ξέρω αν το μαγικό φίλτρο κρύβεται περισσότερο στο μυαλό παρά στο κορμί, αλλά ο Πιτίνο παρέλαβε τον Παναθηναϊκό μέσα σε βαρυχειμωνιά και του έφερε την άνοιξη.  

Αρκούν αυτά τα στοιχεία για να κλείσουν την ψαλίδα που χωρίζει τις δύο ομάδες; Πιθανότατα όχι, αλλά φτάνουν για να κάνουν τον Παναθηναϊκό ανταγωνιστικό, απέναντι μάλιστα σε μία Ρεάλ που κινείται με μισόσβηστες τις μηχανές τις τελευταίες εβδομάδες.

Και που ενίοτε βραχυκυκλώνει, όταν αντιμετωπίζει αυτό που μάθαμε να ονομάζουμε μπάσκετ του προπονητή. Ρωτήστε και στο Κάουνας, θα σας πουν.

Θα εκπλαγώ εάν η σειρά τελειώσει με ξεπάστρεμα του φαβορί, αλλά θα εκπλαγώ πολύ λιγότερο, εάν εξελιχθεί αμφίρροπη και τραβήξει σε μάκρος.

Για τον Παναθηναϊκό, το πρώτο της τριήμερο αποτελεί, προφανώς, κλειδί επιτυχίας. Είπαμε, από 0-2 δεν έχει διασωθεί κανείς σε σειρά 5 αγώνων, στην ιστορία των πλέι-οφ. 

Προσθέτω έναν τελευταίο αστερίσκο, για να ολοκληρώσω το ψυχολογικό πλαίσιο του ζευγαρώματος. Την προηγούμενη διετία, ο παράγων έδρα αποδείχθηκε αντιπαραγωγικός για τον Παναθηναϊκό.

Τα φληναφήματα για τον «νόμο του ΟΑΚΑ», που ξέφυγαν από τη φιλολογία της κερκίδας και έγιναν επίσημη ρητορική, μάλλον αποπροσανατόλισαν την ομάδα και μείωσαν τη συσπείρωσή της παρά τη βοήθησαν.

Για τη Ρεάλ και για τη Φενέρ ίσχυσε το ακριβώς αντίστροφο, όπως συνέβη και για ελληνικές ομάδες στο παρελθόν (π.χ. τον Παναθηναϊκό που έβγαλε τα δύο διπλά στη Σιένα το 2009).

Ομάδα πνευματικά ισχυρή και σίγουρη για τον εαυτό της δεν λογαριάζει κανέναν «νόμο» κανενός ΟΑΚΑ, πόσο μάλλον του Ουίθινκ Θέντερ, που λένε και οι Μαδριλένοι.

Είναι όμως τόσο ισχυρός όσο θέλουμε να πιστεύουμε ο Παναθηναϊκός του Απριλίου ή πρόκειται για οφθαλμαπάτη; Στο τέλος της εβδομάδας, θα έχουμε πιο ευκρινή εικόνα.