Ο μικρόσωμος άνδρας με τις πολύχρωμες γραβάτες είχε μια καρδιά γεμάτη χρώματα

Ένα καντήλι από μετάξι

O Nίκος Παπαδογιάννης σβήνει το φως και ανάβει το καντήλι της μνήμης για τον Θανάση Γιαννακόπουλο.

Ένα καντήλι από μετάξι

Δεν φοράω ποτέ γραβάτες. Η φίρδην μίγδην γκαρνταρόμπα μου δεν διαθέτει γραβατοθήκη, με εξαίρεση εκείνη την κρεμάστρα όπου συνωστίζονται τα ευρήματα της πολυετούς αναζήτησης για την πιο ψαγμένη ψαγμενιά, στα ταξίδια, με παρτενέρ τον Δημήτρη Καρύδα.

Σε κάποια ακρούλα, όμως, ακουμπισμένη πάνω σε ένα πράσινο πουκάμισο Dur, αναπαύεται μία, μονάκριβη, πολύχρωμη γραβάτα, άδετη, κολλαριστή, σαν κειμήλιο. Έτσι όπως έχει και λίγο κόκκινο στην κορυφή, μοιάζει με αναμμένο καντήλι.

Η βραδιά, στο κλειστό της Γλυφάδας, ήταν γεμάτη από το άγχος που τρώει τα σωθικά. Δεν είχε ανατείλει ακόμη, η εποχή της παντοκρατορίας και των ευρωπαϊκών θριάμβων.

Στο ημίχρονο του αγώνα με τη Μπολόνια, Μπάκλερ την έλεγαν τότε, ο Θανάσης Γιαννακόπουλος εγκατέλειψε την κερκίδα των επισήμων και κινήθηκε προς το μπαρ, όπως συνήθιζε, περισσότερο για να στήσει πηγαδάκι με δημοσιογράφους παρά για να αγοράσει πορτοκαλάδα.

Δεν ήθελε να δροσιστεί, αλλά να μιλήσει. Για να ξεσκάσει και να διασκεδάσει το άγχος. Περί ανέμων και υδάτων, όπως πάντοτε.

Και με συμμετοχή όσων φιλάθλων κατόρθωναν να διακρίνουν  τον μικρόσωμο άνδρα ανάμεσα στους 10-15 μαντράχαλους που τον περιστοίχιζαν. Μη φανταστείτε φρουρούς, τέτοιους δεν είχε ποτέ. Ούτε αυτός, ούτε ο μεγάλος αδελφός του.

«Πρόεδρε, ωραία γραβάτα», του είπα όταν τον είδα να βάζει φρένο στον μονόλογό του. Δεν ήταν ωραία, η γραβάτα του Θανάση. Ποτέ δεν ήταν ωραίες οι γραβάτες που φορούσε ο Θανάσης. Περισσότερο θύμιζαν κινέζικο λαχανόκηπο, παρά την τελευταία λέξη του πρετ-α-πορτέ.

Ο Θανάσης το ήξερε. Έτσι του άρεσαν, οι γραβάτες. Παρδαλές και με δική τους προσωπικότητα. Σαν την καρδιά του, τη γεμάτη χρώματα. Να τις βλέπει ο άλλος και να καταλαβαίνει μεμιάς σε ποιον ανήκαν. Να φωνάζουν, όπως ο ίδιος. Ήσυχο δεν τον αποκάλεσε ποτέ κανείς, τον Θανάση. Ήσυχοι «τυφώνες» δεν υπάρχουν.

Μόλις με άκουσε να επαινώ τη γραβάτα του, βάλθηκε να λύνει πυρετωδώς τον κόμπο της. «Παιδί μου, σου τη χαρίζω», είπε. «Να τη φοράς, να σκέφτεσαι εμένα και να γράφεις καλές κουβέντες για τον Παναθηναϊκό μας».

Μα…; Δεν είχε «μα». Ποτέ δεν είχε «μα», με τον Θανάση Γιαννακόπουλο. Μου την έβαλε στη χούφτα και απομακρύνθηκε. Το πηγαδάκι κηρύχθηκε λήξαν.

Από τους εκατοντάδες άνδρες που γνώρισα στα 32 χρόνια της θητείας μου σε τούτο το πολύπλαγκτο επάγγελμα, ο εκλιπών ήταν ο πιο sui generis από όλους. Κανένας δεν του έμοιαζε και κανένας δεν πρόκειται να του μοιάσει.

Το υπόλοιπο ματς με τους Ιταλούς, ο κύριος Θανάσης το παρακολούθησε χωρίς γραβάτα και χαλινάρι. Ίσως να ήταν και καλύτερα έτσι, γιατί ο κόμπος τον έσφιγγε και δεν τον άφηνε να εκδηλωθεί όπως θα ήθελε.

Μια στο τόσο μούντζωνε κιόλας, τους διαιτητές ή τους παίκτες (δίχως να εξαιρεί αυτούς τους Παναθηναϊκού, «γι’ αυτό τους πληρώνω, για να τρώνε και κανένα φάσκελο»), με τα μικροκαμωμένα χεράκια του.

 Όλοι γνώριζαν την παρορμητικότητά του και το κιμπαριλίκι του, οπότε ουδείς του κρατούσε κακία. Δεν μπορώ να σκεφτώ πολλούς, που να έχουν μόνο φίλους σε αυτόν τον άφιλο χώρο. Μπορώ να σκεφτώ πολλούς, που δεν έχουν κανέναν φίλο.  

 Ήταν 23 Μαρτίου του 2000, όταν ο Θανάσης Γιαννακόπουλος υπέστη ισχαιμικό επεισόδιο, πριν από τον δεύτερο προημιτελικό Τσιμπόνα-Παναθηναϊκού στο Ζάγκρεμπ. Ευτυχώς, όχι ιδιαίτερα σοβαρό.

Οι γιατροί, στο κροατικό νοσοκομείο όπου μεταφέρθηκε με μέριμνα του Δημήτρη Ιτούδη (ο οποίος γνωρίζει καλά την πόλη και τη γλώσσα από την εκεί διαμονή του), είπαν ότι το νόσημα προήλθε από αύξηση του σακχάρου.

Θυμάμαι ότι στο πλευρό του Θανάση έσπευσε μεταξύ άλλων ο άλλοτε προπονητής της ομάδας Ζέλικο Παβλίτσεβιτς. Και φυσικά ο Παύλος, που πήρε το πρώτο αεροπλάνο από την Αθήνα.

Εννοείται, και σύσσωμη η ομάδα, αμέσως μετά τον θρίαμβο που έστειλε το «τριφύλλι» στο final-4 της Θεσσαλονίκης. Ήταν η τελική ευθεία της πρώτης χρονιάς του Ομπράντοβιτς.

Ο αντιπρόεδρος, τότε, της ΚΑΕ Παναθηναϊκός νοσηλεύτηκε για μερικές μέρες, ώσπου έλαβε το -τι άλλο- πράσινο φως για να επιστρέψει χωρίς κίνδυνο στην Αθήνα.

Κάποιος από τους πολλούς που του τηλεφώνησαν για «περαστικά» τον ενημέρωσε ότι του είχα απευθύνει δημόσια θερμές ευχές για ταχεία ανάρρωση από το μικρόφωνο της τηλεόρασης και ο Θανάσης δεν το ξέχασε.

 Όταν συναντηθήκαμε ξανά, στο Hyatt της Θεσσαλονίκης στο περιθώριο του final-4 που ακολούθησε, εκείνος πλησίασε και συγκινημένος με γέμισε με ευχαριστίες και ευχές, αρκετές και για τα τρισέγγονά μου.

Μου ομολόγησε ότι είχε, λίγο, τρομάξει. Ότι η θετική ενέργεια γνωστών και αγνώστων τον βοήθησε να μείνει όρθιος.

Αυτά κρατάω από τον Θανάση Γιαννακόπουλο μέχρι να τον συναντήσω στην επόμενη ζωή:  την καλοσύνη στο βλέμμα, τον σπάνιο αυθορμητισμό, την εντιμότητα, την αστική ευγένεια που μοιραζόταν με τον αδελφό του τον Παύλο και κάποια προσωπικά στιγμιότυπα που δεν χρειάζεται να γνωρίζει κανείς.

Α, και μία πολύχρωμη γραβάτα, την οποία θα φορέσω για πρώτη και τελευταία φορά σε λίγες ώρες, στο τελευταίο του κατευόδιο. Καλό ταξίδι και καλή ξεκούραση.