Μαμά, το αυτόγραφο!

Σε λίγες ώρες Ολυμπιακός (4-4) υποδέχεται την αδιάφθορη (8-0) Ρεάλ Μαδρίτης και ο Βασίλης Σκουντής θυμάται πότε υπέβαλε για πρώτη φορά τα σέβη του στη «Βασίλισσα» και στους… κυρίους επί των τιμών!

Μαμά, το αυτόγραφο!

Oσο περνούν τα χρόνια και -δόξα τω Θεώ- η μνήμη μου παραμένει αγχίνους, επιμένω να υποβάλω τον εαυτό μου σε μια δοκιμασία, που ενίοτε μοιάζει με βασανιστήριο…

Προσπαθώ δηλαδή κάθε φορά που μια δική μας ομάδα παίζει ένα ματς στα Κύπελλα Ευρώπης, να θυμηθώ πότε είδα για πρώτη φορά τον αντίπαλο της και τι στα κομμάτια θυμάμαι από δαύτον…

Εδά μάλιστας, απού λέει κι ο Ψαραντώνης σε μια παλιά ανωγειανή ιστορία: εδά μάλιστας διότι απόψε ο Ολυμπιακός δεν παίζει μ’ όποιον κι όποιον αντίπαλο, αλλά με την αυτής Μεγαλειότητα!

Το ‘χω ξαναγράψει πως ο Ολυμπιακός και η Ρεάλ Μαδρίτης κολλάνε γάντι στον τίτλο της κωμωδίας «Θα σε κάνω βασίλισσα», που γύρισε το 1964 ο Αλέκος Σακελλάριος με τον Θανάση Βέγγο, τη Νίκη Λινάρδου και τον Δημήτρη Κωνσταντάρα, μάλιστα παρουσιάζουν τη unisex εκδοχή του...

Δυο φορές (το 1995 στη Σαραγόσα και το 2015 στη Μαδρίτη) έκανε ο Ολυμπιακός τη Ρεάλ βασίλισσα και άλλη μια (το 2013 στο Λονδίνο) έκανε η Ρεάλ τον Ολυμπιακό βασιλιά...

Και μάλιστα σε πείσμα της μακροβιότητος της βασίλισσας Ελισάβετ, τον έκανε (αρσενικό) βασιλιά της Αγγλίας!

Απόψε, μεσούσης της ένατης αγωνιστικής της κανονικής περιόδου της Euroleague, προφανώς είναι πολύ νωρίς για να ενθρονισθεί κάποια από τις δυο ομάδες. Στον αντίποδα όμως οι Πειραιώτες βλέπουν κατάφατσα μια πρόκληση, που κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητη είναι: αντιμετωπίζουν τη μια από τις δυο

ομάδες που παραμένουν αλώβητες στη διοργάνωση και ασφαλώς θέλουν να της πάρουν (όχι το στέμμα, το οποίο φορά από τις 20 του περασμένου Μαίου, αλλά) το καινούργιο της σκαλπ!

Τους Μαδριλένους, λοιπόν, τους πρωτοείδα πριν από τριάντα εννέα χρόνια στο «Παπαστράτειο», όταν είχαν ήδη στο παλμαρέ τους έξι Κύπελλα Πρωταθλητριών, ενώ ο Ολυμπιακός εμφανιζόταν για πρώτη φορά στην εξάδα της τελικής φάσης.

Οι Ερυθρόλευκοι είχαν προκριθεί στους «6», αφήνοντας πίσω τους τη γαλλική Λε Μαν, την πολωνική Βίμπρζεζε Γκντανσκ και τη Γιάλα Χαλέπα από τη Συρία, ενώ στην πρεμιέρα του τελικού γύρου επικράτησαν της Μακαμπί στο «Παπαστράτειο» με 79-77. Αυτή έμελλε να είναι η μοναδική νίκη τους, καθώς στη συνέχεια υπέστησαν εννέα απανωτές ήττες από τη (μετέπειτα πρωταθλήτρια Ευρώπης) Μπόσνα Σαράγεβο, από την Εμερσον Βαρέζε, από τη Τζουβεντούτ Μπανταλόνα, από τη Ρεάλ Μαδρίτης και από τη Μακαμπί στο Τελ Αβίβ.

Ο πρώτος από τους 36 μέχρι στιγμής αγώνες απέναντι στη Ρεάλ διεξήχθη στις 25 Ιανουαρίου του 1979 στο «Pabellón de la Ciudad Deportiva», όπου έπεσε βαρύς ο πέλεκυς: 113-72 (ημίχρονο 54-33), με τον Στιβ Γιατζόγλου να αποβάλλεται με πέμπτο φάουλ στο 22ο λεπτό και τον Γιώργο Καστρινάκη να τον ακολουθεί στο 30'.

Παρεμπιπτόντως στο ρόστερ της Ρεάλ, εκτός από τις υπόλοιπες μυθικές φιγούρες, βρισκόταν και ο νυν (και αεί!) πρόεδρος της Μπασκόνια, Χοσέαν Κερεχέτα. Οι συνθέσεις:

ΡΕΑΛ ΜΑΔΡΙΤΗΣ: Κορμπαλάν 6, Μπράμπεντερ 10, Σέρμπιακ 37, Ρουγιάν 14, Μάιστερ 18, Καμπρέρα 10, Ιτουριάγκα 8, Ροντρίγκεθ, Κερεχέτα 2, Μπειράν 8. Προπονητής: Λόλο Σάινθ.

ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ: Γιατζόγλου 21, Μελίνι 12, Διάκουλας 8, Καστρινάκης 12, Τζένκινς 11, Σισμανίδης 4, Μπαρλάς 8. Προπονητής: Κώστας Μουρούζης.

Σαράντα μέρες αργότερα ήμουν κι εγώ εκεί!

Μαθητής της Β’ Λυκείου και ψωνισμένος με το μπάσκετ, πήρα το λεωφορείο από το σπίτι μου στον Κορυδαλλό και τράβηξα Λεύκα μεριά. Πήγα να δω τη Ρεάλ που θάμπωνε τα μάτια μου ως ένα τεράστιο αθλητικό μέγεθος, το οποίο εκείνη την εποχή όχι να το ανταγωνιστούμε δεν μπορούσαμε, αλλά ούτε καν να το αγγίξουμε και να το δούμε στον ορίζοντα μας.

Πήγα λοιπόν να δω τη Ρεάλ και μαγεύτηκα από δυο μυστακοφόρους (όπως το επέτασσε η μόδα της εποχής) παίκτες που βάλθηκα να μετράω τους πόντους τους! Είχα αρχίσει ήδη να ταλαιπωρώ τη δημοσιογραφία από το προηγούμενο καλοκαίρι και μέσα στη διαστροφή μου έβγαλα το μπλοκάκι μου αλλά κάποια στιγμή διαπίστωσα πανικόβλητος πως οι ενδείξεις 2 και 1 (από τα δίποντα και τις βολές) δεν χωρούσαν σε μια σειρά και έπιαναν δεύτερη και τρίτη!

Στο τέλος της βραδιάς ο Γουόλτερ Σέρμπιακ και ο Γουέιν Μπράμπεντερ είχαν κάνει σούμα 67 πόντους: 36 ο ένας και 31 ο άλλος!

Τον ξανθομάλλη Μπράμπεντερ που φορούσε το Νο 4 τον ξανασυνάντησα και μάλιστα του πήρα συνέντευξη μετά από έξι χρόνια, όταν ως παίκτης της Καχαμαδρίδ, πλέον, βρέθηκε απέναντι στον Αρη στους ομίλους του Κυπέλλου Κόρατς και παρέμενε στα σαράντα του θαλερός και δεινός σκόρερ!

Γεννημένος σκόρερ, με ένα δολοφονικό σουτ που σε έκανε να τον κοιτάς σαν χάνος!

Για τους αντιπάλους του στο γήπεδο δεν το συζητώ: αυτοί πρέπει να ‘χαναν τον ύπνο τους πολλά μερόνυχτα προτού τον αντιμετωπίσουν χώρια οι μεταγενέστεροι εφιάλτες!

Αμ ο Σέρμπιακ; Αλλη καλαθομηχανή, φοβερός και τρομερός.

To δέκα το καλό, που λένε. Επιανε την μπάλα, τη γήτευε και την έστελνε συστημένη στο καλάθι με έναν μαγικό τρόπο, που σε έκανε να νομίζεις πως είναι οπτασία!

Αυτό το δίδυμο ήταν η απάντηση της Ρεάλ στο θρυλικό ντουέτο της Ινις Βαρέζε με τον Μπόμπ Μορς και τον Μανουέλ Ράγκα….

Τον Σέρμπιακ δεν έτυχε να τον ξαναδώ από κοντά, αλλά έτυχε μια φορά να συναντήσω τον γιο του, τον Γουόλι, που έπαιξε δέκα χρόνια στο ΝΒΑ (Τίμπεργουλβς, Σέλτικς, Σόνικς, Καβαλίερς) και του είπα πόσο μαγεύτηκα κάποτε από τον πατέρα του…

Του είπα επίσης ότι τον πήρα στο κατόπι μετά τη λήξη του αγώνα και ξεροστάλιαζα στον περίβολο έξω από το γήπεδο, για να του ζητήσω αυτόγραφο! Του το ζήτησα, μου το έδωσε και μολονότι κρατώ με θρησκευτική ευλάβεια μέσα σε μια κούτα στο πατρικό σπίτι μου όλα τα κάθε λογής ενθυμήματα, χθες που έφαγα τον κόσμο να το βρω, έφαγα ήττα!

Κάπου θα ΄χει παραπέσει το ρημάδι το χαρτί από εκείνο το μπλοκάκι και ελπίζω να μην το κατάπιαν τα νερά τις προάλλες που πλημμύρισε το παλιό πλυσταριό της μάνας μου!

Η φαμίλια των Σέρμπιακ που γράφονται Szczerbiak έλκουν την καταγωγή τους από την Ουκρανία. Οι γονείς του Γουόλτερ γνωρίσθηκαν το 1945, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε έναν καταυλισμό προσφύγων στο Αμβούργο, όπου γεννήθηκε κιόλας ο μετέπειτα παίκτης της Ρεάλ στις 21 Αυγούστου του 1949. Αργότερα μετανάστευσαν στο Πίτσμπουργκ της Πενσιλβάνια, όπου ο Σέρμπιακ έπαιξε κολεγιακό μπάσκετ και μολονότι επιλέχθηκε στο Νο 65 του ντραφτ του 1971 από τους Φοίνιξ Σανς δεν βρήκε ποτέ την ευκαιρία να ανοίξει την πόρτα του ΝΒΑ.

Αγωνίσθηκε για δυο σεζόν στη δεύτερη τη τάξει λίγκα, το ΑΒΑ και το 1973 πήρε τα μπογαλάκια του και μετακόμισε στη Μαδρίτη, όπου έμελλε να μείνει για επτά χρόνια, κατακτώντας

με τη Ρεάλ τρία Κύπελλα Πρωταθλητριών Ευρώπης (1974, 1978, 1980), τρία Διηπειρωτικά τρόπαια (1976, 1977, 1978), τέσσερα πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο Ισπανίας. Στη συνέχεια πέρασε για δυο χρόνια από την Ιταλία, φορώντας τη φανέλα της Ούντινε και παλινόστησε στην Ισπανία για να κλείσει την καριέρα του τη σεζόν 1983-84 με την Κανάριας.

Α, για να μην το ξεχάσω: σε κείνο το ματς του β’ γύρου ο Ολυμπιακός υπήρξε πολύ ανταγωνιστικός και λίγο έλειψε να αρπάξει τη νίκη, γνωρίζοντας εν τέλει μια ήττα με διαφορά τεσσάρων πόντων (97-101). Οι συνθέσεις:

ΟΛΥΜΠΙΑΚΟΣ: Γιατζόγλου 29, Μελίνι 8, Διάκουλας 13, Καστρινάκης 11, Τζένκινς 23, Σισμανίδης 5, Ραφτόπουλος 8.

ΡΕΑΛ ΜΑΔΡΙΤΗΣ: Ιτουριάγκα 4, Μπράμπεντερ 31, Σέρμπιακ 36, Ρουγιάν 16, Μάιστερ 8, Πράντα 6, Κορμπαλάν, Κερεχέτα, Ροντρίγκεθ