Το σύνδρομο της κουκούλας

Όποτε οι ελληνικές ομάδες υιοθετούν το μπάσκετ χωρίς κανόνες, χάνουν τα αυγά και τα καλάθια

Το σύνδρομο της κουκούλας

Το σύνδρομο της κουκούλας

Ο Νίκος Παπαδογιάννης πιστεύει ότι το πρώτο δείγμα γραφής της Εθνικής Νέων μπορεί να είναι τυφλοσούρτης για τη συνταγή που θα ακολουθήσει η Ανδρών.

Mέσα στο κλίμα απαισιοδοξίας και απαξίωσης για το μέλλον του ελληνικού μπάσκετ, ψευδεπίγραφο για να είμαστε δίκαιοι αφού οι περισσότεροι φιλιππικοί εκπορεύονται από τυφλό οπαδικό μένος ενάντια στον Βασιλακόπουλο, οι πρώτες εικόνες από την Εθνική Νέων ήταν μία πνοή φρεσκάδας.

Δεν με ενδιαφέρει αν θα διακριθεί ή όχι η ομάδα στο Ευρωμπάσκετ Κ20, όπως δεν θα έπρεπε να ενδιαφέρει κανέναν, εκτός ίσως από τους ίδιους τους παίκτες και τους προπονητές της.

Το σημαντικό είναι, να παίζει σωστά, με υποκείμενο, ρήμα και αντικείμενο. Να υπάρχουν κανόνες και να τηρούνται, με προσήλωση και αυτοσυγκέντρωση. Να μη κάνει ο καθένας ό,τι του κατέβει.

Όπως λέει η φίλη μου η Αθηνά Ζέρβα, της Εθνικής ομάδας Κωφών Γυναικών, «να μη φοράς κουκούλα», όταν τους βλέπεις.  

Δυστυχώς, το φαινόμενο της κουκούλας είναι συνηθισμένο στις Εθνικές ομάδες των τελευταίων ετών (χωρίς να εξαιρείται η Ανδρών), με ευθύνη όλων των εμπλεκομένων.

Υπάρχει, μάλιστα, ένας παράξενος αφορισμός που συνήθως αποδίδει την πραγματικότητα του ελληνικού μπάσκετ: «Όσο λιγότερο το ταλέντο, τόσο καλύτερη η ομάδα».

Σύμφωνοι, υπερβολικό. Τραβηγμένο από τα μαλλιά. Καταλαβαίνετε, ωστόσο, τι προσπαθώ να πω. Ειδάλλως, επιτρέψτε μου να το σπάσω σε πενηνταράκια, ώστε να συνεννοηθούμε. 

Εάν κριτήριο είναι το πηγαίο ταλέντο, τα κορμιά και η εργατικότητα, η Ελλάδα δεν έχει καμία δουλειά στην κορυφογραμμή του παγκόσμιου ή του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Ή οποιουδήποτε άλλου ομαδικού αθλήματος.

Δεν αποτελεί ντε φάκτο αποτυχία μία 10η θέση σε Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Εφήβων, πόσο μάλλον μία 5η σε Ευρωπαϊκό Ανδρών. Οτιδήποτε παραπάνω θα πρέπει να θεωρείται υπέρβαση των ορίων της λογικής.

Συζητάμε για μία χώρα όπου τα γήπεδα και γυμναστήρια είναι άδεια, οι καφετέριες γεμάτες, η αυταπάρνηση άγνωστη λέξη και οι «ελεύθερες» ώρες σκλαβωμένες από το σχολείο, το φροντιστήριο, τα ιδιαίτερα μαθήματα και την υστερική κούρσα προς την επαγγελματική καταξίωση.

Η δημοφιλέστερη θεωρία στις αναλύσεις που επιχειρούν να εξηγήσουν τη μετριότητα των μικρών Εθνικών ομάδων μπάσκετ έχει να κάνει με την ελλιπή γνώση των βασικών του αθλήματος: σουτ, πάσα, ντρίμπλα.

Και, πράγματι, είναι σωστή και καίρια. Δεν φανερώνει, όμως, παρά μόνο μία από τις πολλές όψεις του νομίσματος. Όχι απαραίτητα, τη σημαντικότερη.

Προσωπικά πιστεύω ότι είναι μάταιο και ανεδαφικό, να περιμένουμε από 12χρονα και 15χρονα Ελληνόπουλα να αφιερώσουν στον αθλητισμό ώρες που δεν διαθέτουν και αφοσίωση που δεν βγαίνει από μέσα τους.

Οπωσδήποτε είναι αδύνατο να τραβήξουμε τα πόδια τους σαν τον Προκρούστη, για να ξεχειλώσουν και να γίνουν μακρόστενα σαν τα Σερβάκια και τα Λιθουανάκια.

Όποιος βρει καλούς ψηλούς στις Εθνικές ομάδες μας, από την Ανδρών μέχρι την Παίδων, κερδίζει μία κατσαρή περούκα για να ντυθεί Φασούλας και έναν τόμο με τα απομνημονεύματα του Τρόντζου. Ο Μπουρούσης θα παίζει στην Ανδρών μέχρι τα 60 του, εάν αντέξει.

H δική μου θέση, και πείτε με αιρετικό όσο θέλετε, συνηθισμένα δα τα βουνά στα χιόνια, είναι ότι λαθεύουμε όταν ξεστρατίζουμε από την πεπατημένη της ελληνικής σχολής.

Το πετράδι στο ουχί ευκαταφρόνητο στέμμα μας είναι ο τρόπος με τον οποίο δημιουργούμε σύνολα που υπερβαίνουν το άθροισμα του ατομικού ταλέντου των παικτών. Όποτε προσπαθούμε να παίξουμε κάτι άλλο με αυτό που μας ταιριάζει, χάνουμε τα αυγά και -ιδίως- τα καλάθια.

Βεβαίως, το σημείο κλειδί είναι η προσαρμογή των πατροπαράδοτων διδαγμάτων στα νέα δεδομένα. Με μπάσκετ του 2000 δεν πρόκειται να νικήσουμε κανέναν το 2020. Χρειάζεται ταχύτητα, αθλητικότητα, σβελτάδα στην εκτέλεση.

Αλλά στις Εθνικές ομάδες δεν γίνεται να στρατολογήσεις έναν ιπτάμενο Αμερικανό σέντερ για να σου μπαλώσει τα κενά με τάπες ή έναν Λεττονό «κίλερ» για να βάλει 5 μαζεμένα τρίποντα.

Παίζεις με αυτούς που έχεις. Όσα σου λείπουν, τα δημιουργείς αξιοποιώντας τα δικά σου προσόντα και επενδύοντας καντάρια φαιάς ουσίας. Και ομαδικότητας. Να παίζουν όλοι για έναν, όχι ο καθένας για πάρτη του. 

Η Εθνική Νέων που ξεκίνησε την προσπάθειά της χθες στο Τελ Αβίβ δεν διαθέτει ούτε θηρία της ρακέτας τύπου Παπαγιάννη ούτε πολλούς αξιόπιστους σουτέρ. Έχει, όμως, σχέδιο, βασισμένο πάνω στα χαρακτηριστικά της και όχι σε κάποια υγρή φαντασίωση τύπου Ουόριορς.

Το ταλέντο της είναι συσσωρευμένο στην περιφερειακή της γραμμή, όπου για καλή της τύχη υπάρχουν παιδιά με ψηλά κορμιά, μακριά χέρια και μπασκετικό μυαλό, με πρώτους τους Καλαϊτζάκηδες.

Οι 4-5 φάσεις στις οποίες οι Σλοβένοι δεν μπόρεσαν ούτε να περάσουν τη σέντρα ήταν μουσική για τα μάτια μου, αφού εκτός των άλλων θύμισαν τη σπουδαία Ανδρών του 2005-8. Το ξύλο στα μετόπισθεν έπεφτε ανελέητο, ενώ τα σουτ στην επίθεση έβγαιναν από συνεργασίες και γρήγορη κυκλοφορία της μπάλας.

Ο μέτριος σουτέρ θα γίνει καλός, εάν σουτάρει διαρκώς ελεύθερος. Τα ποσοστά ευστοχίας (64% δίποντα χθες) θα αυξηθούν, εάν προστεθούν στην εξίσωση μερικά λέι-απ σε συνθήκες αιφνιδιασμού.

Οι 70 πόντοι θα γίνουν 85, εάν οι καλές επιλογές φέρουν πολλές ελεύθερες βολές (23/28 χθες) και περισσότερα δίποντα παρά τρίποντα (36-26). Η ήττα θα γίνει νίκη, εάν ο αντίπαλος ξεμείνει στους 70-75 πόντους.

Το «μπάσκετ του προπονητή», μπάσκετ ρόλων προτιμώ να το αποκαλώ, τείνει να λοιδορηθεί στις μέρες μας, λες και υπάρχει κάποιος κανόνας που απαιτεί τον άκρατο αυτοσχεδιασμό.

Αυτό είναι, όμως, που δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε να μοιράσει ο σούτινγκ-γκαρντ 9 ασίστ (Μωραϊτης) ή να μαζέψει ένας περιφερειακός παίκτης 8 ριμπάουντ (Π.Καλαϊτζάκης) ή να μπουμπουνίσει ελεύθερος 4 τρίποντα ο καλός σουτέρ της ομάδας (Καμπερίδης).

Όταν βγάλουμε τον δικό μας Χάρντεν και τον δικό μας Κάρι, ή έστω τον επόμενο Γκάλη, μπορούμε να το συζητήσουμε ξανά.

Μέχρι τότε, θα πρέπει να βρούμε τρόπους να κάνουμε τον Παπαπέτρου ανώτερο του Γκαλινάρι, τον Σλούκα του Μπογκντάνοβιτς, τον Πρίντεζη του Σαμπόνις και τον Μπουρούση του Γκομπέρ.

Όπως κάναμε τον Σπανούλη ανώτερο τον Ουέιντ, τον Παπαλουκά του Πολ, τον Κακιούζη του Καρμέλο, τον Φώτση του ΛεΜπρόν και τον Σχορτσανίτη του Ντουάιτ Χάουαρντ. Έστω, για μια νύχτα.

Οι Εθνικές ομάδες είναι το στοίχημα της μίας νύχτας ή έστω των είκοσι ημερών. Το μπάσκετ των μικρών θαυμάτων.

Για το ελληνικό μπάσκετ, που βγάζει τους παιχταράδες με προσευχές και συμπτώσεις, το σήμα κατατεθέν δεν μπορεί να είναι μία καταιγίδα από τρίποντα.

Στη χρονοκάψουλα του αθλήματος, η δική μας συνεισφορά θα είναι φάσεις όπου ο  αντίπαλος παγιδεύεται και δεν προλαβαίνει να περάσει τη σέντρα σε 8 δευτερόλεπτα. 

Οφείλουμε να τζογάρουμε στο χαρτί που έχει τις μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας και όχι στο νούμερο που βγαίνει μία στο τόσο και στο μεταξύ σου τρώει το βιός.

Ελπίζω, ή μάλλον πιστεύω, ότι το παραπάνω δόγμα θα είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της Εθνικής Ανδρών, εν όψει Μουντομπάσκετ.

Ο αριθμός κλειδί θα είναι το σκοράρισμα όχι το δικό μας, αλλά του αντιπάλου. Στους 95 πόντους δεν θα νικήσουμε κανέναν. 

Όταν ξαμολυθούν, πεινασμένα, τα μπλε χταπόδια στο παρκέ της Ναντζίνγκ, στα 3/4 του γηπέδου όπως κάνουν οι Νέοι, μπορούν να σκορπίσουν τον τρόμο στον αντίπαλο.

Η άμυνα που θα χτιστεί γύρω από τα πλοκάμια του Γιάννη (και όχι μόνο αυτού) θα είναι το Α, το Ω και αρκετά από τα ενδιάμεσα γράμματα στο ευαγγέλιο του Σκουρτόπουλου.   

Best of internet