Λιθοβολίας το ανάγνωσμα

Άφθονο ταλέντο, ωραίο μπάσκετ, αλλά στο τέλος μιλάνε οι σουτέρ

Λιθοβολίας το ανάγνωσμα

Λιθοβολίας το ανάγνωσμα

O Νίκος Παπαδογιάννης σχολιάζει το πρώτο δείγμα γραφής της Εθνικής Νέων και εντοπίζει τις πατροπαράδοτες παθογένειες.

To πρώτο 15λεπτο του χθεσινού αγώνα της Εθνικής Νέων με τη Γερμανία για το Ευρωμπάσκετ U20 ήταν από τα πιο αλλόκοτα που έχω δει στη ζωή μου.

Απέναντι σε έναν αξιόλογο (και γηπεδούχο) αντίπαλο, η ελληνική ομάδα έπαιζε υπέροχο μπάσκετ, ιδίως αν προστεθεί στην εξίσωση το φυσιολογικό έλλειμμα χημείας και ετοιμότητας.

Ταχύτατη κυκλοφορία της μπάλας, ωραίες συνεργασίες, γρήγορη εκτέλεση, τακτική στόχευση, αλλά και ομαδική δουλειά στην άμυνα, στο μισό ή σε ολόκληρο το γήπεδο. Στιγμές στιγμές, δεν χόρταινα να τη βλέπω.

Αλλά το σκορ ήταν 26-16 υπέρ των Γερμανών.

Η εξήγηση κρυβόταν στο κουτάκι με την –τρόπος του λέγειν- ευστοχία της ελληνικής ομάδας στο τρίποντο: 0 στα 8.

Οχτώ άστοχα σουτ από τα 6μ75, πολλά από τα οποία ήταν τούβλα που δεν έβρισκαν ούτε στεφάνη, μολονότι γίνονταν δίχως πίεση. Αδούλευτα σουτ.

Όταν επιτέλους μπήκαν δύο μαζεμένα (από τον πολυτάλαντο Γιώργο Καλαϊτζάκη), το μυαλό ξεμπλόκαρε, ο ήλιος έσβησε και η Εθνική μας πέτυχε σερί 18-2 σε τέσσερα λεπτά.

Έπειτα, πάλι τα ίδια: 9/33 τρίποντα έγραψε το κοντέρ. Τι και αν δεν μπαίνουν; Θα σουτάρουμε μέχρι να μπουν.

Στο τέλος ηττήθηκε (76-82), αλλά το αποτέλεσμα θα πρέπει να θεωρηθεί ήσσονος αξίας. Έστω χωρίς ψηλούς (26-43 τα ριμπάουντ χθες), η ομάδα θα κάνει αρκετό θόρυβο, στη συνέχεια του τουρνουά. Και δεν έχει και σημασία, στο κάτω κάτω της γραφής.  

Αυτό που προσπαθώ να πω είναι το παρακάτω. Για να παίξει κανείς το μοντέρνο μπάσκετ που φαίνεται ότι βρίσκεται ενθυλακωμένο στο dna αυτής της εξαιρετικής φουρνιάς (και του νέου προπονητή της, Γιάννη Καστρίτη), χρειάζεται και σουτ.

Πολύ και καλό σουτ. Δίχως αυτό, το στοίχημα μπορεί να χαθεί με χαρακτηριστική άνεση.

Η τελική στατιστική της Εθνικής μας έγραψε 33 προσπάθειες για τρίποντο και 16/25 δίποντα. Η ανισορροπία στον τρόπο εκδήλωσης των επιθέσεων δικαιολογείται, αφού η ομάδα έχει πολλούς ικανούς γκαρντ (και «πλάγιους»), αλλά μόνο έναν παίκτη ρακέτας, τον Βασίλη Χρηστίδη του Άρη.

Αλλά η λιθοβολία χαντάκωσε τελικά την ομάδα, αφού οι δύο βασικοί γκαρντ (Παν. Καλαϊτζάκης και Λούντζης) σούταραν 1/10 τρίποντα και οι Πιλάβιος-Αγραβάνης 0/5.

Για κάποιον λόγο, οι πρωτοκλασάτοι σκόρερς Γ. Καλαϊτζάκης και Μωραϊτης ήρθαν από τον πάγκο. Αυτοί οι δύο έβαλαν 41 πόντους σε 28-29 λεπτά συμμετοχής, με 6/12 τρίποντα.

Υποθέτω ότι δεν χρειάζεται να αναλυθεί ξανά η γνωστή παθογένεια του ελληνικού μπάσκετ, όπου τα μικρά παιδιά μαθαίνουν πρώτα το side pick and roll ή την άμυνα με τριπλές περιστροφές, αλλά πολύ αργότερα (ή καθόλου) τα βασικά.

Το πρόβλημα έχει επισημανθεί ξανά και ξανά, αλλά προς ώτα μη ακουόντων. Οι προπονητές διδάσκουν μπάσκετ που κερδίζει και οι γονείς αποθεώνουν τους προπονητές.

Υπάρχει, βεβαίως, και η altera pars. Εφ’ όσον ζητούμενο στον επαγγελματικό αθλητισμό είναι η νίκη, χρειάζεται να εφευρεθούν τρόποι για να ισοσκελιστεί το πλεονέκτημα του αντιπάλου.

Κακά τα ψέματα, φίλοι μου. Ο Έλληνας υστερεί έναντι των βασικών ανταγωνιστών του τόσο σε σωματομετρία όσο και σε εργατικότητα ή πηγαίο ταλέντο.

Ειδικά για την έλλειψη αθλητικότητας, δεν υπάρχει γιατρειά. Όποιος περπατήσει για λίγο στους δρόμους του Βελιγραδίου, του Βίλνιους, του Ζάγκρεμπ, του Βερολίνου, της Μόσχας ή της Στοκχόλμης θα χάσει κάθε ελπίδα για διάκριση σε αθλήματα όπου απαιτείται πρώτο μπόι.

Καλύτερα να μην ανοίξουμε συζήτηση για τα μυώδη κορμιά, τα μακριά χέρια και τα πόδια-ελατήρια των μαύρων που συνήθως στελεχώνουν τις ομάδες μπάσκετ των ΗΠΑ, της Γαλλίας και άλλων χωρών... 

Μοιραία, εμείς ποντάρουμε στα χαρακτηριστικά της λεγόμενης ελληνικής σχολής, αυτής που 30-35 χρόνια τώρα μας βγάζει ασπροπρόσωπους: σκέψη, στόχευση, ομοιογένεια, αυταπάρνηση, τακτική.

Για να το πω χύδην και διαρρήδην, προσπαθούμε να πιάσουμε τον άλλον κορόιδο, ξεκινώντας από το εργαλείο των φτωχών, που λέγεται άμυνα.

Ειδάλλως, θα χάνουμε. Θα ευχαριστιόμαστε το παιχνίδι, αλλά θα χάνουμε. Θα χάνουμε, αλλά θα το ευχαριστιόμαστε.

Η προσωπική μου αδυναμία είναι οι ομάδες που μπορούν να απλώσουν πολυπλόκαμη άμυνα στα ¾ του γηπέδου (αν όχι περισσότερο) και να κρύψουν τον ορίζοντα, κλέβοντας μπάλες και σκοράροντας στο δύο εναντίον κανενός.

Πώς λέμε Εθνική Ελλάδας 2005-6, με Διαμαντίδη, Χατζηβρέττα στην πρώτη γραμμή αμύνης; Έτσι.

Τέτοιου είδους προσόντα (μακριά χέρια, νιονιό, γρήγορα πόδια, έφεση στο ανθρωποκυνηγητό) έχουν και αρκετοί παίκτες της τωρινής Εθνικής Νέων, όπως ο Λούντζης.

Στην Ανδρών της ύστερης εποχής, όμως, αυτό το στοιχείο χάθηκε, σαν αντανακλαστικό που ατόνησε. Ίσως επειδή τα πόδια των παικτών παραείναι κουρασμένα για τέτοια ανδραγαθήματα.

Από τις μπασκετικές φαντασιώσεις μου, η πιο …υγρή απαιτεί μία πεντάδα αμυντικών καμικάζι, με Γιάννη, Θανάση, Καλάθη και τους δύο «Παπ». Σας εγγυώμαι, ότι ο αντίπαλος δεν θα μπορεί να περάσει τη σέντρα. Και συγγνώμη αν σας λέρωσα.

Από τα στελέχη της τωρινής U20 (η οποία παίζει απόψε στις 7μμ με το Ισραήλ), οι Λούντζης, Χρηστίδης πέρασαν ήδη την πύλη της Εθνικής Ανδρών, έστω «αναγκαστικά» ένεκα λειψανδρίας. Ο Γιώργος Καλαϊτζάκης έπεται, μολονότι παίζει ελάχιστα στον Παναθηναϊκό ώσπου να δοθεί –και αυτός- δανεικός.

Η δική μου συμβουλή προς όλους, είναι να επιχειρούν χιλιάδες σουτ (και ελεύθερες βολές) σε κάθε προπόνηση ή πριν ή μετά από αυτήν. Για να κάνει κάποιος μεγάλη καριέρα δίχως αξιόπιστο τρίποντο, στο μπάσκετ της νέας εποχής, θα πρέπει να έχει τις προδιαγραφές ενός Καλάθη.

Ίσως μάλιστα να είναι προτιμότερο στις μέρες μας το «αναίσθητο» σουτ (σαν αυτό που έχει π.χ. ο Μήτογλου), παρά τα υπόλοιπα προσόντα.

Στα ζόρια, βέβαια, ο αυτόματος πιλότος θα γυρίζει μόνος του στην ένδειξη «D», για να βγαίνει πιο εύκολα το φίδι από την τρύπα. Είτε μιλάμε για Νέους είτε για Παίδες είτε για Άνδρες είτε για τις Γυναίκες που ετοιμάζονται για το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα.   

Best of internet