Η ουλή του Ρικ!

Η ουλή του Ρικ!

Η ουλή του Ρικ!

Ο Ρικ Πιτίνο μας τελείωσε και ο Βασίλης Σκουντής τον αποχαιρετά με μια αλληγορική ιστορία και με τις αναμνήσεις ενός λουκούλλειου γεύματος στο Ψυχικό…

Ο πρωτογενής, βασικός και απαράβατος κανών της δημοσιογραφίας λέει ότι «είδηση δεν είναι όταν ο σκύλος δαγκώσει τον άνθρωπο, αλλά όταν ο άνθρωπος δαγκώσει τον σκύλο» και σήμερα τολμώ να τον παραποιήσω για τις ανάγκες της περίστασης…

Είδηση δεν είναι ότι στις 21 Ιουνίου του 2019 ο Πιτίνο ανακοίνωσε ότι δεν θα επιστρέψει στην Ελλάδα…

Είδηση και μάλιστα σοκαριστική ήταν ότι στις 20 Δεκεμβρίου του 2018 ανακοίνωσε ότι έρχεται στην Ελλάδα!

Ηρθε για να καθίσει στον πάγκο του Παναθηναϊκού, όχι για… πικ νικ, που κάνει κιόλας ρίμα με τον… Ντομινίκ, σύμφωνα τον στιχοπλόκο του μακρινού 1995!

Ο Ρικ δεν ήρθε για πικ νικ, αλλά είδε το νερό να συσσωρεύεται στον κάτω τράχηλο της κλεψύδρας του και ταυτοχρόνως άκουσε τη φωνή της συνείδησης του να τον ενημερώνει για το αυτονόητο…

«Επίσχες το ύδωρ», αυτό έλεγαν στα δικαστήρια της αρχαιότητος όταν τελείωνε ο χρόνος της αγόρευσης των διαδίκων…

Και ο Πιτίνο, κατά πως, φαίνεται επίσχε το ύδωρ, απλώς δεν ξέρω ποιο μέλος της φαμίλιας του υπέβαλε ένσταση και εντέλει τι αποτέλεσμα έβγαλε το debate με τη γυναίκα του και τα πέντε παιδιά του.

Ο ίδιος είχε πει την προπερασμένη Παρασκευή, μετά τον τρίτο τελικό του Παναθηναϊκού με τον Προμηθέα πως σε αυτή τη διαδικασία έθετε ως όρο την απόλυτη έγκριση όλων και τόσο λεπτολόγος και περφεξιονίστας που (μας απέδειξε πως) είναι θαρρώ πως θα ζήτησε και τη συναίνεση του… σκύλου του!

Οι μεν δια βοής και το τετράποδο δια της υλακής!

Τις φάγαμε ομοθυμαδόν λοιπόν τις χυλόπιτες πρώτα από τον Σλούκα και ύστερα από τον Πιτίνο και καλό είναι να αμπραγιάρουμε που λέμε και στην Κρήτη!

Καιρός είναι να κατέβουμε από το συννεφάκι μας και να δούμε κατάφατσα τη σκληρή πραγματικότητα: κάποτε διαφεντεύαμε τον κόσμο, τώρα φαινόμαστε ανήμποροι να δελεάσουμε αυτούς που είναι δικοί μας ή τους θεωρούμε τέτοιους.

Πολύ κρίμα!

Αναρωτιέμαι βεβαίως σε ποιον κόσμο θέλαμε να κρατήσουμε τον Ρικ και να ξαναφέρουμε τον Κώστα…

Έλα μου ντε…

Πλάκα πλάκα ο Πιτίνο μας καταδέχτηκε επειδή είχε μια τεράστια και ανεπούλωτη ουλή στο πόδι!

Όχι δεν τρελάθηκα, αλλά η αλληγορία ταιριάζει γάντι στην περίσταση και σπεύδω να εξηγήσω τι εννοώ, καθότι μάλιστα ταιριάζει και το περιβάλλον…

To 1972 o (ποδοσφαιρικός) Παναθηναϊκός έφερε στην Ελλάδα τον περιβόητο Αργεντινό Χουάν Ραμόν Βερόν, που -όπως τραγούδαγαν οι εκστασιασμένοι οπαδοί του-«είναι πράγμα φοβερόν»!

Θεωρώ περιττό να γράψω ποιος ήταν ο Βερόν, που μάλιστα επονομαζόταν «La Bruja», τουτέστιν η μάγισσα…

Ο Βερόν απλούστατα ήταν ο Βερόν!

Μετά την πρώτη προπόνηση στη Λεωφόρο (ο αστικός μύθος λέει ότι) ο Μίμης Δομάζος βγήκε από τα ντουζ, πλησίασε τον Φέρεντς Πούσκας και του είπε με συνωμοτικό ύφος…

«Μίστερ, αυτός έχει μια μεγάλη ουλή στο πόδι».

Τότε ο «καλπάζων συνταγματάρχης» έβαλε τα γέλια και απάντησε στον «στρατηγό» το εξής…

«Κοντέ εάν αυτός δεν είχε τη μεγάλη ουλή, δεν θα περνούσε από την Ελλάδα ούτε με αεροπλάνο»!

Το ίδιο ισχύει και για τον Πιτίνο: εάν δεν είχε κι ελόγου του την ουλή (από την υπόθεση «pay for play» του Λούιβιλ, για την οποία πάντως απεδείχθη αθώος του αίματος) δεν θα περνούσε ούτε με θαλαμηγό από τη Μύκονο και τη Σαντορίνη!

Σε τέτοιες περιπτώσεις πάντως νομίζω ότι ισχύει αυτό που μου είπε μια… γκόμενα όταν με παράτησε και με είδε στενοχωρημένο…

«Μη λυπάσαι που τελείωσε. Να χαίρεσαι που έγινε»!!!

Δίκην farewell στον Πιτίνο αναδημοσιεύω μια συνέντευξη μας η οποία δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τα ΝΕΑ» στις 20 του περασμένοθυ Απριλίου. Δεν ξέρω εάν έλεγε αλήθεια ή εάν-με το συμπάθιο κιόλας- με… … κωλομπάρεψε, αλλά κάποια στιγμή μου είπε ότι αρκετές από τις 58 ερωτήσεις που πρόλαβα να του κάνω δεν του είχαν κάνει ποτέ!

 

Ένα δείπνο είπαμε να κάνουμε με τον Ρικ Πιτίνο και μα τον Θεό αποδείχθηκε λουκούλλειο!

Κάλλιο να βγει λουκούλλειο, παρά ξινό, βεβαίως: λουκούλλειο όχι μονάχα με το φαγητό και το κρασί, αλλά κυρίως με την κουβέντα πάνω στην οποία κοντέψαμε να ξημερωθούμε…

Ο προπονητής του Παναθηναϊκού είναι ένας μύθος του παγκοσμίου μπάσκετ, που ενέσκηψε αίφνης εν Ελλάδι τα περασμένα Χριστούγεννα και τούτου δοθέντος νομιμοποιείται να τραγουδάει κι ελόγου του, αλλά το πρώτο σκέλος του περίφημου σουξέ του αγγλικού ντουέτου Wham…

«Last Christmas I gave you my heart», αλλά ως εκεί και μη παρέκει, διότι την επόμενη μέρα ο Παναθηναϊκός δεν του έδωσε πίσω αυτή την καρδιά. Τουναντίον αμφότεροι χτυπήθηκαν κεραυνοβόλα από τα φτερά του Έρωτος και δεν αποκλείεται αυτό το δάγκωμα της λαμαρίνας να διαρκέσει για καιρό και πάντως όχι για τον συμφωνηθέντα και προβλεπόμενο χρόνο των έξι μηνών.

«Μέχρι στιγμής δεν έχω δεχθεί πρόταση από τον Παναθηναϊκό για τη νέα σεζόν, άλλωστε έχουμε την πρεμούρα της σειρά με τη Ρεάλ» σχολιάζει. «Απ’ ό,τι αφουγκράζομαι πάντως ο Δημήτρης (Γιαννακόπουλος), ο Μάνος (Παπαδόπουλος), οι παίκτες, οι φίλαθλοι, ακόμη και οι δημοσιογράφοι με θέλουν, αλλά θα δούμε πως θα εξελιχθούν τα πράγματα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι δεν θα αναλάβω κάποια κολεγιακή ομάδα, διότι θα έπρεπε να συμβεί εδώ και τώρα, που κλείνουν αυτές οι δουλειές. Εάν υπάρχει κάποια πρόταση από το ΝΒΑ, θα το σκεφτώ, αλλά τώρα στο μυαλό μου βρίσκεται μονάχα το πώς θα προκριθούμε στο φάιναλ φορ» τονίζει ο Πιτίνο, ο οποίος γνωρίζει καλά το προπονητικό υπόβαθρο του Παναθηναϊκού.

«Ο Ομπράντοβιτς έμεινε επί 13 σεζόν, αλλά εγώ είμαι ο όγδοος προπονητής τα τελευταία επτά χρόνια. Απολαμβάνω πολύ τη δουλειά μου στον Παναθηναϊκό και τη ζωή μου στην Ελλάδα, μάλιστα άλλαξα όνομα σε ένα από τα δώδεκα άλογα ιπποδρόμου που έχω και το βάφτισα ‘’Princess PAO’’ (ΣΣ: πριγκίπισσα Παναθηναϊκός). Λόγω τιμής θα μπορούσα να μείνω εδώ όχι για έξι μήνες, αλλά ακόμη και για έξι χρόνια, αλλά υπάρχουν κάποια πράγματα που δεν μου αρέσουν ή δεν μπορώ να τα ελέγξω. Ένα από αυτά είναι το θέμα των εγκαταστάσεων. Μια ομάδα δεν μπορεί να κάνει προπόνηση σε χαμηλή θερμοκρασία, όπως συνέβη κάμποσες φορές στο ΟΑΚΑ. Εάν μείνω, λοιπόν, θα ζητήσω να μετακομίσουμε σε άλλο προπονητήριο» !

Η Ελλάδα υπήρχε από χρόνια στην καθημερινότητα του, χάρη στον φίλο του Νικόλα Σοτέλ. «Μένει στη Νέα Υόρκη, είναι Ελληνας και μιλούσαμε πολύ συχνά για την πατρίδα του, αλλά δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα έρθω εδώ για να προπονήσω μια ομάδα, χωρίς μάλιστα να αλλάξω τη φιλοσοφία μου., Απλώς διαφοροποιήθηκε το life style μου, για παράδειγμα τρώω αργά το βράδυ και πίνω πολύ»!

Ο Πιτίνο έσκασε μύτη στην Αθήνα άγνωστος μεταξύ αγνώστων αλλά αποδείχθηκε χαμαιλέων και η προσαρμογή του στην ελληνική κουλτούρα και στο modus vivendi (σε μια ευρεία γκάμα εμπειριών από την Ακρόπολη ως τα μπουζούκια) συνιστά μια περιπτωσιολογία. «Είμαι σκληρός Νεοϋορκέζος, δεν χαμπαριάζω από αντιξοότητες και άγνωστες συνθήκες» επιβεβαιώνει. «Μεγάλωσα βιώνοντας τον καθημερινό μόχθο του πατέρα μου που δούλευε στα φορτηγά στο Μανχάταν και της μάνας μου. Έφευγαν στις πέντε το πρωί από το σπίτι και μου άφηναν στην κουζίνα ένα ποτήρι γάλα με κορν φλέικς. Σηκωνόμουν, ντυνόμουν και πήγαινα μόνος μου στο σχολείο μέσα στο σκοτάδι κι ας ήμουν μόνο έξι χρονών. Έμαθα να παλεύω, και να επιβιώνω και γι αυτό είμαι ο μόνος από την οικογένεια μου που κατάφερε να σπουδάσει στο κολέγιο».

Από εκείνη τη ζόρικη εποχή, ο Ρικ κρατά σαν φυλακτό μια κουβέντα του πατέρα του, που ήταν γιος μετανάστη από τις Συρακούσες. «Δεν είχε ποτέ γεμάτες τις τσέπες του, ίσα ίσα τα έφερνε δύσκολα πέρα αλλά με έμαθε να είμαι γενναιόδωρος και με τα λεφτά και με τα συναισθήματα μου. Μου έλεγε ότι ακόμη κι αν δεν είχα ένα σεντ στην τσέπη μου έπρεπε να βρίσκω τρόπο να δίνω καλό φιλοδώρημα στον σερβιτόρο»!

Γεννημένος στις 18 Σεπτεμβρίου του ’52 στο «Μεγάλο Μήλο», ο Πιτίνο μεγάλωσε γαλουχούμενος στα νάματα του θρυλικού προπονητή του φούτμπολ, Βινς Λομπάρντι. Ξέρει απ’ έξω κι ανακατωτά τα πρώτα δυο μέρη (αλλά σιχαίνεται το τρίτο) της τριλογίας του «Νονού», εάν η ζωή του γυριζόταν σε ταινία θα ήθελε να τον υποδυθεί ο Ρόμπερτ ντε Νίρο και θα της έβαζε τίτλο «Tα σκαμπανεβάσματα μιας μεγάλης ζωής»!

Αυτή τη ζωή ο Πιτίνο την έχει ζήσει από κάθε πλευρά και τη ρουφά ως το μεδούλι, αρχής γενομένης το 1974 στο πανεπιστήμιο της Χαβάης. «Μόλις δέχθηκα την πρόταση να γίνω βοηθός προπονητή εκεί είπα αμέσως το ‘’ναι’’ και ακύρωσα τη συμφωνία μου για να παίξω σε μια ιταλική ομάδα. Ξερογλειφόμουν βλέποντας τη Χαβάη στην τηλεόραση και στα 21 μου ήθελα να κάνω… ζωάρα. Ήταν σαν να μου έλεγαν τώρα να πάω να δουλέψω στη Μύκονο»!

Στο πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης ο προπονητής του Παναθηναϊκού σπούδασε πολιτικές επιστήμες και «εάν δεν είχα μπλέξει με το μπάσκετ θα ήμουν χρηματιστής στη Wall Street». Πρεσβεύει δίκην μότο στη ζωή του το «όσο πιο σκληρά προσπαθείς και όσο πιο πολύ πιστεύεις και προσηλώνεσαι στους στόχους σου, τόσο θα δρέπεις τους καρπούς του μόχθου» και πέρα από τους τίτλους, τις διακρίσεις, τη φήμη και τα τοιαύτα, θεωρεί ως σημαντικότερο επίτευγμα της ζωής του «τα πέντε παιδιά μου, που μεγάλωσαν σε σωστό περιβάλλον και είναι εργατικά και ταπεινά και τους πάνω από τριάντα προπονητές τους οποίους ανέδειξα».

Τον Σεπτέμβριο του 2016 ο Πιτίνο κατηγορήθηκε για χρηματισμό στη στρατολόγηση παικτών από το Λούιβιλ και αυτή η ιστορία του προκαλεί θυμό και αγανάκτηση. «Δεν πλήρωσα ποτέ μου κάποιο παιδί ή τον γονιό του και αυτό αποδείχθηκε στην έρευνα του FBI. Άλλοι προσήχθησαν σε δίκη, ενώ εγώ αθωώθηκα αλλά δυστυχώς απολύθηκα από τον Ντέιβιντ Γκρίσομ, μετά από 17 χρόνια. Δεν θα τον συγχωρήσω ποτέ, διότι δεν με ρώτησε καν εάν είχε συμβεί κάτι. Μου είπε ότι ή θα έφευγα μόνος μου ή θα με απέλυε».

Τι αποτελεί το μπάσκετ στη ζωή του; «Πάθος, αρρώστια» αποκρίνεται με μιας. «Είμαι εξαρτημένος από αυτό, δεν μπορώ να ζήσω μακριά από το γήπεδο. Στον ενάμιση χρόνο που έμεινα χωρίς δουλειά, αισθανόμουν άδειος και κόντεψα να πάθω κατάθλιψη, αλλά ευτυχώς δέχθηκα την πρόταση του Παναθηναϊκού που παλινόρθωσε τη ζωή μου. Τρέμω όταν σκέπτομαι τι θα κάνω σε 7-8 χρόνια που θα αποσυρθώ, δεν ξέρω εάν θα το αντέξω».

Πριν από έξι χρόνια τέτοια εποχή, ο Πιτίνο (θυμάται ότι) έβαλε για τελευταία φορά τα κλάματα. «Ήταν τα δάκρυα της χαράς για τον θρίαμβο του Λούιβιλ στο κολεγιακό πρωτάθλημα. Εκ των υστέρων λόγω της υπόθεσης του ‘’pay for play’’ μας αφαίρεσαν τον τίτλο, αλλά μου πήραν μόνο το λάβαρο, όχι τα συναισθήματα».

Ο Πιτίνο κουβαλάει την ταμπέλα της διάνοιας του μπάσκετ, αλλά έχει κι ελόγου του κάποιες απορίες, που εκτείνονται εκτός παιδιάς. «Αυτές αφορούν κυρίως τη θρησκεία. Δεν είναι εύκολο να ερμηνεύσεις τη Βίβλο και τον λόγο του Θεού, αλλά είμαι βέβαιος ότι υπάρχει η μετά θάνατον ζωή. Υπάρχει σε ένα γήπεδο μπάσκετ με καλύτερους παίκτες από αυτούς που είχα στην επίγεια ζωή μου»!

Εάν σε αυτή την επίγεια ζωή του ήξερε ότι του απομένει ένα λεπτό, πώς άραγε θα ήθελε να το περάσει; «Θα προσπαθούσα να σώσω τη ζωή κάποιου ανθρώπου. Να τον συγκρατούσα από την αυτοκτονία, από τα ναρκωτικά, από την κατάθλιψη, από τη φτώχεια, από οτιδήποτε υπέφερε».

Μεσούσης της κουβέντας για τις κάθε λογής υπαρξιακές αναζητήσεις, τολμώ να τον ρωτήσω τι θα έλεγε στον εαυτό του εάν ήταν δέκα χρονών. Ξεκαρδίζεται από τα γέλια και το λέει όπως το αισθάνεται: «Αγοράκι μου είσαι ένα τυχερό… σκατό»!

Ύστερα σοβαρεύει. Σχεδόν καταχνιάζει, διότι αυτός ο έκτακτος παλιμπαιδισμός του φέρνει στο μυαλό το έκτο παιδί του, τον Ντάνιελ, που το είδε να φεύγει από τη ζωή το 1987, σε ηλικία μόλις έξι μηνών από το σύνδρομο αιφνίδιου θανάτου βρεφών και στη μνήμη του δημιούργησε το φερώνυμο ίδρυμα. «Προσεύχομαι στον Θεό και τον παρακαλώ να μη δώσει ποτέ τέτοια πίκρα σε κανέναν γονιό στον κόσμο σαν αυτή που νιώσαμε η Τζοάν κι εγώ».

Τη γυναίκα του τη γνώρισε όταν και οι δυο τους ήταν μαθητές λυκείου. «Παίζαμε λακρός με κάποιους φίλους μου στο πάρκο και έτυχε αυτή να κάθεται σε ένα παγκάκι. Η μπάλα έπεσε στα πόδια της και μόλις πήγα να την μαζέψω και την είδα, την ερωτεύθηκα αμέσως. Το ίδιο βράδυ οι φίλοι μου την κάλεσαν σε ένα πάρτι, τα φτιάξαμε και από τότε είμαστε μαζί».

Ο Πιτίνο είναι ρεαλιστής, αλλά και ονειροπόλος. «Βλέπω συχνά όνειρα, αλλά όταν ξυπνάω τα έχω ξεχάσει. Να τις προάλλες είδα στον ύπνο μου ότι πήρα το πρωτάθλημα του ΝΒΑ, αλλά το πρωί δεν θυμόμουν με ποια ομάδα τα κατάφερα που να πάρει η οργή»!

Μιλάμε και για τις τρέλες του. «Η μεγαλύτερη είναι ότι ανήμερα τα Χριστούγεννα έφτιαξα τη βαλίτσα μου, μπήκα στο αεροπλάνο και ήρθα στην Αθήνα για να αναλάβω μια ομάδα που δεν την ήξερα. Έχω κάνει διάφορες, όπως τότε που μπήκα σε ένα μαγαζί του Gucci και αγόρασα ένα ζευγάρι πανάκριβα παπούτσια από δέρμα αλιγάτορα»!

Ο Πιτίνο αυτοπροσδιορίζεται ως «ανοιχτό βιβλίο, ένας άνθρωπος που δεν φοβάται να εκτεθεί δημοσίως και δεν δίνει σεντ τσακιστό για το τι θα πει ο κόσμος» με ό,τι αυτό συνεπάγεται. «Ξέρεις τι μου είχε πει κάποτε ο παλιός παίκτης και μάνατζερ των Λος Αντζελες Ντότζερς, Τόμι Λασόρντα; Το 80% των ανθρώπων δεν νοιάζονται για τα προβλήματα σου και το υπόλοιπο 20% χαίρονται που τα έχεις»!

Θυμάται με συγκίνηση το πιάνο που του έκαναν δώρο το 1996 οι φίλαθλοι στο Κεντάκι, όταν κατέκτησε τον κολεγιακό τίτλο και παραδέχεται ότι είναι προληπτικός. «Δεν έχω φετίχ με αντικείμενα και γούρια, αλλά δίνω μεγάλη σημασία στο κακό προαίσθημα, στην κακή διάθεση, στην κακή προπόνηση πριν από έναν αγώνα». Θεωρεί ως μεγαλύτερο λάθος της ζωής του το ότι βιάστηκε να φύγει και από το Πρόβιντενς και από το Κεντάκι και πιστεύει ότι «ο κόσμος με λατρεύει επειδή διδάσκω και παίζω ένα ωραίο μπάσκετ και με μισεί επειδή με τις νίκες χαλάω τη ζαχαρένια κάποιων»!

Μολονότι ως φοιτητής εντρύφησε στις πολιτικές επιστήμες δεν θα εμπλεκόταν ποτέ με το αντικείμενο. «Τι; Να γίνω πολιτικός και να αισθάνομαι ότι κάποιοι κοιτάζουν διαρκώς εμένα και την οικογένεια μου μέσα από μια κλειδαρότρυπα; Απορώ πώς ξυπνάει κάθε πρωί ο Τραμπ και ο καθένας στη θέση του».

Εδώ ήρθαμε κατά πως λένε και στο σινεμά, διότι μια από τις πιο περίεργες εμπειρίες του στην Ελλάδα έχει πολιτική χροιά και μάλιστα εκτυλίχθηκε στην πένθιμη ατμόσφαιρα της κηδείας του Θανάση Γιαννακόπουλου…

«Όταν έφτασα στην εκκλησία, με πλησίασε ένας ευγενέστατος και πολύ συμπαθητικός κύριος με ψαρά μαλλιά και με συνεχάρη για τις νίκες. Μιλήσαμε στα όρθια για δυο τρία λεπτά και μου έκανε εξαιρετική εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε. Τον ρώτησα λοιπόν ποιος είναι και έπεσα από τα σύννεφα με την απάντηση του…

«Α, ναι, συγνώμη, ξέχασα να σας συστηθώ, κύριε Πιτίνο. Είμαι ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας και λέγομαι Προκόπης Παυλόπουλος»!

Best of internet