Ο θούριος των ηττημένων

Πάνω στην καμένη γη δεν υπάρχουν νικητές ούτε δικαιολογούνται θριαμβολογίες

Ο θούριος των ηττημένων

Ο θούριος των ηττημένων

O Νίκος Παπαδογιάννης αναρωτιέται αν υπάρχει ίχνος ζωής μετά από μία πυρηνική καταστροφή.

Kαι τώρα, δηλαδή, τι πρέπει να κάνουμε; Να ασχοληθούμε με τα απομεινάρια των πλέι-οφ της Α1, να αναλύσουμε τα αίτια της κρίσης ή να ασκήσουμε υψηλή κριτική στην πολύκροτη απόφαση των Αγγελόπουλων; Ή μήπως να γράψουμε πάλι πόσο ωραία ήταν στη Βιτόρια και τι είδους κατάθλιψη μας προξενεί η επιστροφή στην Ελλάδα;

Τίποτε από τα παραπάνω δεν έχει νόημα. Το ελληνικό μπάσκετ πέθανε έναν άδοξο θάνατο όσο εμείς απουσιάζαμε και δεν μένει παρά να του κάνουμε μία ένδοξη κηδεία, με χαβιάρι αντί για κόλλυβα και με σαμπάνια στη θέση του πικρού καφέ.

Έτσι, για να θυμηθούμε τα Κύπελλα Πρωταθλητριών, να νοσταλγήσουμε και να διασκεδάσουμε τις εντυπώσεις από τη χλεύη των Ευρωπαίων τις μέρες του Final-4. Προσωπικά αδιαφορώ πλήρως για το «τι θα πουν οι ξένοι», αλλά ντρέπομαι αυτοτελώς και ανεξαρτήτως. 

Στη Βιτόρια, παρίστανα τον Λιθουανό για να αποφεύγω τις ενοχλητικές ερωτήσεις. Ευτυχώς, το επώνυμό μου μοιάζει με λιθουανικό, ιδίως στα μάτια των Ισπανών που δεν καταλαβαίνουν πολλά πολλά.

Το κακό είναι ότι οι περισσότεροι με γνώριζαν, από τα 24 ρημαδιασμένα final-4 που κάλυψα πριν το φετινό. «Δεν ασχολούμαι πια με το μπάσκετ», έλεγα όταν επέμεναν. «Μόνο η Τότεναμ με νοιάζει, να, δείτε και το μπλουζάκι μου».

Και η Εθνική, αλλά αυτό δεν το έλεγα. Αλλιώς θα χρειαζόταν να εξηγήσω πώς είναι δυνατόν να έχουμε ακόμα τον Βασιλακόπουλο και τον Τσαγκρώνη, στις ίδιες καρέκλες όπου άλλοι καθίζουν τον Σαμπόνις, τον Κιριλένκο και τον Τούρκογλου.

Βαδίζοντας πάνω στα αποκαϊδια της Α1, μου έρχεται να βάλω όχι τα κλάματα, αλλά τα γέλια. Τι άλλο από γελοιότητα είναι το γεγονός ότι αμφότερες οι αντιμαχόμενες -κατά κράτος ηττημένες- παρατάξεις θριαμβολογούν; Δεν έχουν ξανακουστεί τόσοι θούριοι, την ώρα της καταστροφής. 

Ο Ολυμπιακός αυτοακρωτηριάστηκε για να δικαιώσει μία θεωρία συνωμοσίας, την οποία υποστηρίζουν με τις κραυγές τους δεκαεξάχρονοι φανατικοί που δεν έχουν πληρώσει για τίποτε στη ζωή τους και τυφλοί κονδυλοφόροι με αντικειμενικότητα Τσουκαλάδων.

Οι Αγγελόπουλοι κράτησαν την αναπνοή τους μέχρι να σκάσουν και νομίζουν ότι η αυτοκτονία αποτελεί τίτλο τιμής και το σαμποτάζ δημιουργία. Μία μπίζνα εκατομμυρίων έγινε έρμαιο της Θύρας 7, η οποία δεν ενδιαφέρεται καν για το μπάσκετ.

Στον Παναθηναϊκό, αδυνατούν να κατανοήσουν ότι το «μέχρι τέλους» συμπαρασύρει τους ίδιους στον βυθό και ρίχνουν στην πίστα κιλοτάκια, κότες και πανό αθλιότητας, για να διασκεδάσουν μέσα στους καπνούς.

Ο Γιαννακόπουλος ακολουθεί το δικό του οπαδικό θυμικό και πανηγυρίζει την ήττα σε κατάσταση ένθεης έκστασης, όπως ακριβώς κάνουν και οι απέναντι. 

Ο πελαγωμένος ΕΣΑΚΕ φλυαρεί για «βήμα μπροστά» ενώ πραγματοποιεί άλματα προς τον μεσαίωνα, η ΕΟΚ νίπτει τα γέρικα χέρια της και επικαλείται μία διάτρητη και στρεβλή νομιμότητα.

Η δε Πολιτεία φοβάται το πολιτικό κόστος και διστάζει να κατεβάσει τους διακόπτες. Όπως έκανε και με το ποδόσφαιρο, με τις γνωστές συνέπειες...

Σας έχω άσχημα νέα, εάν βαυκαλίζεστε ότι κερδίσατε στο μπρα-ντε-φερ. Χάσατε. Ηττηθήκατε. Όποιοι και αν είστε. Όποια χρώματα και αν φοράτε. Τα τσίγκινα κυπελλάκια για τα οποία σφάζεστε είναι μηδενικού κύρους.

Δεν θυμάμαι ποιος είπε ότι το μπάσκετ δεν θα πέσει στο επίπεδο του ποδοσφαίρου, αλλά το γκολ το φάγαμε προ πολλού. Και ήταν αυτογκόλ. Ό,τι είχε απομείνει από το ηθικό πλεονέκτημα εξανεμίστηκε φέτος.

Στο τέλος αυτής της θλιβερής ημέρας, δεν θα έχει αναδειχθεί ούτε ένας νικητής. Μπορεί κάποιοι να ξεκίνησαν από διαφορετικές αφετηρίες, αλλά αυτή τη στιγμή συνωστίζονται άπαντες στον πάτο του πηγαδιού.

Για όποιον τους κοιτάζει από ψηλά, όλοι φαίνονται όμοιοι και χωράνε στο ίδιο τσουβάλι, το μαύρο. Κανένας δεν πρόκειται να ξεκολλήσει από τον βούρκο και να σκαρφαλώσει στην επιφάνεια χωρίς τη βοήθεια των άλλων εγκλωβισμένων.

Αργά το βράδυ της Κυριακής στη Βιτόρια, στο μοναδικό ίσως μπαρ που είχε μείνει ανοιχτό, ακούσαμε στο βάθος μία γνώριμη ιαχή: «Πα-να-θη-ναϊ-κός»! Και μετά, γέλια με ελληνική προφορά. Ξαφνιαστήκαμε και πλησιάσαμε για να ανιχνεύσουμε το τοπίο.

Ήταν μία εξαμελής παρέα Ελλήνων φιλάθλων που ξεκίνησαν από διαφορετικά σημεία της Ευρώπης για να παρακολουθήσουν το final-4 δίχως να πολυνοιάζονται για την παρουσία ελληνικής ομάδας.

Αυτοί είναι οι τελευταίοι σημαιοφόροι. Λίγοι, αλλά καλοί. Καλοί, αλλά λίγοι. Καμιά διακοσαριά μπασκετόκαυλοι αφήνουν κάθε χρόνο πίσω τους την ασφυξία της ελληνικής σκηνής και ξενιτεύονται για 4-5 μέρες, για να πάρουν φίλαθλη ανάσα. Ή για περισσότερες, αν προσθέσουμε στην εξίσωση τους εραστές της επίσημης αγαπημένης.

Μακάρι να υπήρχαν κι άλλοι, σαν αυτούς. Ακόμα πιο μακάρι να εμφανιστεί ξανά στα γήπεδά μας το κοινό του «Αθήνα 2004», που ξανάριξε μαύρη πέτρα πίσω του μόλις έσβησε η Φλόγα των Αγώνων. Ίσως τώρα να είναι η ώρα των ρομαντικών.

«Μόνο μία πυρηνική βόμβα θα μας σώσει», λέμε πότε πότε, εμείς οι αθεράπευτα απαισιόδοξοι. Τώρα που έπεσε η πυρηνική βόμβα και γκρέμισε τα πάντα δίχως να αφήσει επιζώντες, ίσως είναι ευκαιρία για να ξαναχτιστεί το οικοδόμημα εκ θεμελίων.

Πιο σεμνά και πιο ταπεινά. Και ας μην αξιωθούμε να ξαναδούμε ευρωπαϊκή κούπα. Αρκετές πήραμε χωρίς να τις αντέχει το μπόι μας, ως χώρα και ως στερέωμα. Ας τις νέμονται στο εξής αυτοί που τις αξίζουν.  

Best of internet