Ο ταπεινός κύριος Βασίλης

Ο ταπεινός κύριος Βασίλης

Ο ταπεινός κύριος Βασίλης

Ο Βασίλης Βλαχόπουλος αποχαιρετά τον Βασίλη Βουρτζούμη, τον πιο ταπεινό άνθρωπο που γνώρισε στον χώρο του μπάσκετ.

Ήλπιζα ότι το συγκεκριμένο κείμενο θα καθυστερούσε κι άλλο, αλλά τον θάνατο ουδείς κατάφερε να τον νικήσει. Ο Βασίλης βάδιζε σ’ αυτό το μονοπάτι όταν στα τέλη του Σεπτέμβρη του 2016 διαπιστώθηκε ότι προσβλήθηκε από την ανίατη ασθένεια. Η αλήθεια είναι ότι μέτρησε πολλές νίκες γιατί η αρχική ιατρική εκτίμηση ζωής δεν υπερέβαινε τους έξι μήνες. Δυστυχώς, έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα έπειτα από (περίπου) δύο χρόνια σκληρής μάχης, έντονης στεναχώριας, αλλοίωσης των χαρακτηριστικών του, αλλά επ’ ουδενί του χαρακτήρα του.

Ο Βασίλης ήταν η ήρεμη δύναμη του Άρη. Λιγομίλητος, συγκρατημένος, ταπεινός και πανέξυπνος. Ήξερε να κρατά αποστάσεις και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην 20ετή παρουσία του στην ομάδα δεν έδωσε ούτε μία συνέντευξη. Ο μπαγάσας έφυγε δίχως να εκπληρώσει αυτήν την επιθυμία μου καθώς του ζήτησα αρκετές φορές να κάνουμε μια συζήτηση και να μοιραστεί μοναδικές εμπειρίες αλλά πάντα ξέφευγε.

Σαν να ακούω τώρα στα αυτιά μου τη στερεότυπη ατάκα του… «συνεντεύξεις δίνουν οι παίκτες και οι προπονητές, εμείς είμαστε ταπεινοί εργάτες». Την έλεγε, χαμογελούσε κι έφευγε. Είχε έναν μοναδικό τρόπο να μην ικανοποιεί τη δημοσιογραφική περιέργεια και παράλληλα να είναι ο πιο αγαπητός. Πολλές φορές για να τον εκνευρίσω τον αποκαλούσα… «άνθρωπο της κυβερνήσεως», στην πραγματικότητα όμως πάντα φρόντιζε ο ίδιος να κρατήσει τις διαχωριστικές γραμμές που πρέπει να υπάρχουν μεταξύ ενός υπαλλήλου με την ιδιοκτησία.

Ο Βασίλης δεν διαφήμιζε τη δουλειά του, μάλλον την υποβάθμιζε γιατί δεν ήθελε να φαίνεται. Βέβαια, όταν δικαιωνόταν σε κάτι έλεγε… «κι εμείς ρε μεγάλε τι κάνουμε; Μπρίκια κολλάμε;». Εκείνους τους μήνες συνύπαρξης στα γραφεία της ΚΑΕ για τη διοργάνωση της εκδήλωσης του Νίκου Γκάλη κατάλαβα πολύ καλά τον χαρακτήρα του. Σιχαινόταν τις εντάσεις, μεθοδικός, χωρίς πολλές φωνές, αθόρυβος στη δουλειά του. Ούτε τότε διεκδίκησε το μερίδιο που του αναλογούσε από εκείνη την όμορφη βραδιά. Θεωρούσε ότι ήταν το καθήκον του.

Ο Βασίλης δεν έπινε, δεν κάπνιζε, ήταν λιτοδίαιτος στις αποστολές και ευαίσθητος σε ότι αφορά τις συνθήκες για τους δημοσιογράφους όταν κάποιοι μας αντιμετώπιζαν σαν εχθρούς. Και ανέκφραστος γιατί εκτιμούσε ότι αυτός είναι ο ρόλος του. Τον είχε αποδεχθεί, ήξερε ότι έπρεπε να είναι το εργαλείο στα χέρια του προπονητή γι’ αυτόν τον λόγο όσοι πέρασαν από τον Άρη αυτήν την 20ετία τον ένιωσαν φίλο τους. Δεν αλλοιώθηκε στο πέρασμα του χρόνου, ούτε καβάλησε καλάμι.

Μπορώ να γράψω πολλές ιστορίες. Από την πρώτη κάλυψη της προετοιμασίας στο Μέτσοβο (στα μέσα της δεκαετίας του ’90) που δεινοπάθησαν τα κοψίδια και μου ζήτησε να κόψω το… «κύριε Βασίλη» γιατί δεν ήταν μπακάλης αλλά να τον φωνάζω «Βασίλη», για μια νύχτα στη Βιτόρια μαζί με τον Γκόρντον Χέρμπερτ στο λόμπι του ξενοδοχείου όπου ο Καναδός το έριξε στην μπύρα… πάρα πολλά. Ή το 2008 στην Κωνσταντινούπολη μετά τη νίκη είτε επί της Αναντολού Εφές ή της Φενέρμπαχτσε. «Εδώ δεν είναι Θεσσαλονίκη», μας είπε καθώς ετοιμαζόμασταν για βραδινή έξοδο με φίλους που είχαν ακολουθήσει την αποστολή. Ο Βασίλης δεν ήρθε μαζί μας, αλλά κατά τις τέσσερις τα ξημερώματα έτρεχε για να μας ξεμπλέξει… καθώς αρνηθήκαμε να πληρώσουμε 1.500 ευρώ για μια φιάλη ουίσκι.

Με τη συμπεριφορά του, ο Βασίλης κέρδισε τον σεβασμό όλων. Του απλού κόσμου, των ανθρώπων με τους οποίους συνεργάστηκε, των προσώπων της καθημερινότητας των γραφείων. Δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι επί διετίας ο Άρης δεν προσέλαβε team manager. Τη δουλειά του Βασίλη προσπάθησε να κάνει η Έλσα, ο Γιάννης, η Ιωάννα… όλοι. Με την προσδοκία ότι θα επέστρεφε στη θέση του στα γραφεία. Μετακόμισε όμως στη γειτονιά των αγγέλων, εκεί θα συνεχίσει το scouting που λάτρευε να κάνει καθ’ όλη τη διάρκεια της χρονιάς.

Καλό ταξίδι φίλε…

Best of internet