Έλα και θα βγεις MVP!

Έλα και θα βγεις MVP!

Έλα και θα βγεις MVP!

Ο Μακένζι Μουρ φιγουράρει στο Νο 1 του ranking και ο Βασίλης Σκουντής σκιαγραφεί το προφίλ του δίμετρου γκαρντ του Λαυρίου, που επιβεβαιώνει με ακρίβεια τα προβλεφθέντα και υπεσχημένα από τον Χρήστο Σερέλη...

Βγήκε πολυτιμότερος παίκτης της αγωνιστικής με το καλημέρα της σεζόν, ξαναβγήκε την προηγούμενη εβδομάδα, αλλά σιγά τα ωά...

Όταν το προηγούμενο καλοκαίρι, ο Χρήστος Σερέλης προσέγγισε τον Μακένζι Μουρ για να τον εντάξει στο Λαύριο, μετά τη θητεία του στον Προμηθέα Πατρών, του υποσχέθηκε κάτι πολύ παραπάνω...

Για την ακρίβεια του έταξε ότι μαζί του(ς) θα βγει MVP ολόκληρου του πρωταθλήματος!

Εκείνη η πρόωρη κουβέντα του προπονητή του Λαυρίου μπορεί να ακουγόταν υπερβολική –αν και δεν ξέρω τι όνειρο είχε δει ο Σερέλης και πώς μπορεί να το ερμήνευσε ο ίδιος ο Μουρ-αλλά να που δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα!

Προτού καν συμπληρωθεί ο πρώτος γύρος του Πρωταθλήματος και ενώ οι διανύοντες φρενήρη πορεία (9-3) Λαυριώτες έχουν να αντιμετωπίσουν αύριο στο ΟΑΚΑ τον Παναθηναϊκό, ο 26άχρονος γκαρντ που έχασε κιόλας τρία ματς, λόγω τραυματισμού, διαπιστώνει πόσο δίκιο είχε ο προπονητής του...

Πλάκα πλάκα το όνειρο του Σερέλη βγαίνει πραγματικό, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, που ο Μουρ μοστράρει την αφεντομουτσουνάρα του στην κορυφή της λίστας των παικτών με τον υψηλότερο δείκτη αξιολόγησης, έχοντας 231 μονάδες, ο μεθερμηνευόμενον 25.6 ανά αγώνα.

Στην πράξη αυτό το νούμερο μεταφράζεται σε μέσο όρο 16.2 πόντους (με 60.0% στα δίποντα, 31.0% στα τρίποντα και χαμηλό 67.3% στις βολές), 7.0 ριμπάουντ, 4.7 ασίστ, 2.9 κλεψίματα, 5.8 κερδισμένα φάουλ, 0.9 μπλοκ και 2.4 λάθη σε 28 λεπτά συμμετοχής.

Not bad, που λένε και στο Kαλιφορνέζικο χωριό του!

Ιδού λοιπόν η μπασκετική εκδοχή της «McKenzie Method» την οποία επινόησε ο Νεοζηλανδός φυσικοθεραπευτής Ρόμπιν Μακένζι και αποτελεί μια διεθνώς αναγνωρισμένη και αποδεκτή μέθοδο αξιολόγησης και θεραπείας του σπονδυλικού πόνου!

Μιας και μπήκα σε αυτό το ιατρικό τριπάκι είναι προφανές πλέον πως ο (έχων μπόλικες παρτίδες με τη Νέα Ζηλανδία) Μακένζι Μουρ αποτελεί τον νωτιαίο μυελό στη λειτουργία του Λαυρίου και άμα λάχει προκαλεί κιόλας αφόρητους σπονδυλικούς πόνους στους εκάστοτε αντιπάλους του!

Ο πόιντ γκαρντ με το νούμερο μηδέν στη φανέλα δεν είναι αυτό που οι συμπατριώτες του αποκαλούν «ordinary player»: δεν είναι ένας κανονικός παίκτης, όχι μόνο επειδή αν και δίμετρος παίζει στον άσο (άλλωστε εμείς μπορούμε να παινευόμαστε για την παραγωγή μας αλλά και την εισαγωγή τέτοιων), αλλά επειδή το πληθωρικό και ολοκληρωτικό παιχνίδι του ξεφεύγει από τις συνηθισμένες νόρμες, με αποκορύφωμα τον αγώνα με τον Φάρο Λάρισας, στον οποίο παρήγαγε 16 πόντους, 6 ριμπάουντ, 6 ασίστ, 6 κλεψίματα και 7 κερδισμένα φάουλ!

Πέρυσι με τον Προμηθέα ο Μουρ είχε μέσο όρο 10.9 πόντους, 5.3 ριμπάουντ, 2.5 ασίστ, 1.4 κλεψίματα, 3.3 κερδισμένα φάουλ και 13.0 μονάδες στο ranking, αλλά εφέτος παρουσιάζει τη βελτιωμένη και επηυξημένη έκδοση του ταλέντου και της πολυφωνίας του και σε κάθε περίπτωση είναι ένας παίκτης- ορχήστρα, με τα σέα του και τα μέα του...

Οι Λαυριώτες του την... έπεσαν στο πιτς φυτίλι, μόλις πέντε λεπτά από τη στιγμή που τον αποδέσμευσε ο Προμηθέας! Ο Σερέλης είχε αποτυπωμένη την εικόνα του Μουρ από την περυσινή σεζόν και κυρίως από τον μεταξύ τους αγώνα, στο Λαύριο, όπου ο λεγάμενος υπήρξε συναρπαστικός και με 20 πόντους και 5 ριμπάουντ οδήγησε τους τότε νεοφώτιστους Πατρινούς στη νίκη με 77-74.

Ακόμη περισσότερο συναρπαστικός και οργιώδης υπήρξε το περασμένο Σάββατο στο rematch αυτού του αγώνα (Λαύριο-Προμηθέας 101-87) με 20 πόντους, 7 ριμπάουντ, 5 ασίστ, 3 κλεψίματα και 2 τάπες, οπότε του Σερέλη γελούσαν και τα μουστάκια και τα μούσια τα οποία άλλωστε καλλιεργεί επιμελώς!

Ο προπονητής του Λαυρίου δεν αγόρασε γουρούνι στο σακί. Πέραν της άποψης που σχημάτισε, (όπως ο ίδιος μου έλεγε τις προάλλες), επικοινώνησε κιόλας με τον νυν προπονητή του Προμηθέα, Μάκη Γιατρά, ο οποίος πέρυσι είχε τον ρόλο του τεχνικού διευθυντή και ήξερε πώς έπρεπε να διαχειριστεί όχι τόσο το αδιαμφισβήτητο ταλέντο, όσο τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα του Μουρ.

Σήμερα μετά από δώδεκα αγωνιστικές, η συνεργασία τους εξελίσσεται όχι απλώς ειδυλλιακά, αλλά ονειρικά!

«Τα πράγματα είναι απλά. Είτε παίζει στον άσο, είτε στο «2», θέλει δυο πράγματα: την μπάλα στα χέρια του και την εμπιστοσύνη των παικτών και του προπονητή» σχολιάζει ο Σερέλης. «Του αρέσει να αποφασίζει για τη ροή ενός αγώνα και να νιώθει πως είναι ο ηγέτης τον οποίο εμπιστευόμαστε για να μας οδηγήσει στη νίκη. Πραγματικά έχει πολύ ταλέντο και πολύ μπάσκετ μέσα του και πέρα από τα προφανή, που αποτυπώνονται στη στατιστική, κάνει πολλά άλλα πράγματα τόσο στην άμυνα, όσο και στην επίθεση. Είναι γρήγορος, δίνει βοήθειες, αλλάζει εξαιρετικά στα σκριν, τρέχει με την μπάλα μετά από ριμπάουντ κατά μήκος του γηπέδου και γενικώς είναι ένα πολυδιάστατο εργαλείο».

Όσο για τον πολυσυζητημένο περίεργο χαρακτήρα του, ο Σερέλης είναι σαφής: Αυτό είναι το μόνιμο θέμα της συζήτησης μας. Του λέμε ότι πρέπει να αλλάξει την εικόνα του, όχι γιατί είναι κακό παιδί, αλλά επειδή όσοι δεν τον γνωρίζουν μπορεί να τον παρεξηγήσουν. Μερικές φορές δίνει προς τα έξω χειρότερη εντύπωση σε σχέση με την πραγματικότητα και αδικεί τον εαυτό του»...

Εδώ ήρθαμε που λένε και στο σινεμά, γιατί αυτή η αδικία προς το ταλέντο και τον εαυτό του κατατρύχει εδώ και χρόνια τον Μουρ ο οποίος έχει λερωμένη τη φωλιά του από κάμποσα περιστατικά στο παρελθόν...

Ο Καλιφορνέζος γκαρντ έπαιξε κολεγιακό μπάσκετ στο Σαν Φρανσίσκο και εν συνεχεία στο φημισμένο (από τον θρίαμβο στον τελικό του Final 4 το 1966 με τους πέντε μαύρους του Ντον Χάσκινς απέναντι στους πέντε λευκούς του Αντολφ Ραπ, που μάλιστα έγινε βιβλίο και ταινία με τον τίτλο «Glory Road») Τέξας Ελ Πάσο και εκεί είχε προπονητή τον διάδοχο του Φιλ Τζάκσον στους Μπουλς, Τιμ Φλόιντ.

Εκτός από επιρρεπής σε κατάγματα στα δάχτυλα των ποδιών, υπήρξε εξίσου επιρρεπής και σε μυστήριες και πάντως παρεξηγήσιμες συμπεριφορές που του μουτζούρωσαν το... μητρώο: έπαιζε στοίχημα με δυο συμπαίκτες του (σε μια υπόθεση που υπέπεσε κιόλας στα ραντάρ του FBI) δεν έδινε το χέρι του στις αλλαγές, αγνοούσε τις εντολές του Φλόιντ, με αποτέλεσμα να φάει κάμποσες αποβολές από την ομάδα και να μην ολοκληρώσει τις σπουδές του.

Μετά τις απανωτές περιπέτειες του στο UTEP, ο Μουρ άρχισε την επαγγελματική καριέρα του με πρώτο σταθμό τη Νέα Ζηλανδία, όπου έκανε θραύση αγωνιζόμενος στους Νέλσον Τζάιαντς και στους Καντέρμπερι Ραμς. Βγήκε MVP και πρώτος πασέρ της λίγκας, ενώ στο μεσοδιάστημα πέρασε για ένα φεγγάρι από τη βελγική Λεβέν και τα καλοκαίρια δοκίμαζε την τύχη του στα Summer Leagues του ΝΒΑ (με τους Μπακς, τους Νετς και τους Μάβερικς), χωρίς οι απόπειρες του να στεφθούν από επιτυχία.

Ύστερα μπήκε στη ζωή του η Ελλάδα που μοιάζει να είναι η δική του κολυμβήθρα του Σιλωάμ!

Best of internet