Αυτή η ονειρώδης ραβέρσα! (pics)

Η ΑΕΚ αποσύρει σήμερα την ένδοξη φανέλα (με το Νο 6) του Γιώργου Τρόντζου και ο Βασίλης Σκουντής γράφει για το θρυλικό «hook shot» που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή. 

Αυτή η ονειρώδης ραβέρσα! (pics)

Αυτόν τον Γιώργαρο (όπως και τον συχωρεμένο τον Αμερικάνο) τον έμαθα, όπως και όλοι οι ψωνισμένοι με το μπάσκετ της γενιάς μου, από εκείνο το δισκάκι με την περιγραφή του τελικού του Κυπέλλου Κυπελλούχων της 4ης Απριλίου του 1968, από τον Βασίλη Γεωργίου...

Εκείνο το βράδυ στο αχανές, αλλά γεμάτο Καλλιμάρμαρο η ΑΕΚ στέφθηκε “βασίλισσα της Ευρώπης” και στα αυτά μου ηχεί ακόμα μια από τις καλύτερες ατάκες, που ξεστόμισε η “Σοφία Βέμπο του ελληνικού μπάσκετ”, όπως βάφτισε τον σπίκερ του ραδιοφώνου ο Φίλιππος Συρίγος...

«Aφού ο Γιώργος Tρόντζος έβαλε αυτό το ονειρώδες καλάθι, δεν χάνουμε κύριοι…»

Το 'βαλε όντως αυτό το ονειρώδες καλάθι ο Τρόντζος και δεν χάσαμε, κύριοι!

Βεβαίως πριν από αυτό , ο “ψηλός” ή “γίγαντας” (για την ακρίβεια, ο γίγαντας της πλατείας Αμερικής, όπου διέμενε τότε) όπως τον αποκαλούσαν οι συμπαίκτες του είχε βάλει ένα άλλο ονειρώδες καλάθι, μπροστά στο οποίο εκείνο στον τελικό δεν πιάνει μπάζα!

Πλάκα πλάκα αυτό ήταν το δίκην προσευχής “βάλ' το αγόρι μου” εκείνης της εποχής, διότι όπως και το κατά πολύ μεταγενέστερο καλάθι του Δημήτρη Διαμαντίδη σημειώθηκε στα τελευταια δευτερόλεπτα ενός ημιτελικού, σφράγισε την πρόκριση στον τελικό και συν τοις άλλοις- σε αυτή την σύζευξη των πλανητών- και οι δύο δράστες είναι αριστερόχειρες, Μακεδόνες και εκτοξεύθηκαν μέσω Θεσσαλονίκης!

Σαράντα οκτώ χρόνια πίσω, λοιπόν, όπως το απαιτεί η σημερινή νοσταλγική και συγκινητική περίσταση...

Στις 7 Μαρτίου του 1968 στον πρώτο ημιτελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων, η Ινις Βαρέζε είχε νικήσει την ΑΕΚ στο “Μασνάγκο” με 78-60 (ημίχρονο 30-28) και αυτή η διαφορά των 18 πόντων έβαζε την ελληνική ομάδα σε μια -συνηθισμένη ωστόσο εκείνη την εποχή- διαδικασία υπέρβασης.

Σαν ένα κυνήγι χιμαιρών, που ωστόσο τις έπιασε στα πράσα ο γεννημένος στη Βέροια, μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη, αναθρεμμένος (από μπασκετικής πλευράς) στο Σποκέιν της Γουάσινγκτον, σέντερ: ένας υπερμεγέθης για τα δεδομένα της εποχής σέντερ με μπόι 2μ.16 που άλλαξε σε μεγάλο βαθμό τον ρουν της ιστορίας του ελληνικού μπάσκετ και συνάμα υπήρξε μια κορυφαία φιγούρα στο διεθνές παλκοσένικο.

Ο Τρόντζος ένιωθε τύψεις και σε κάθε περίτπωση αντιλαμβανόταν ότι είχε αφήσει στη μέση τη δουλειά, διότι αφενός αποβλήθηκε στο 36ο λεπτό του ματς στο Βαρέζε και αφετέρου σε μια από τις χειρότερες βραδιές της καριέρας του, ηττήθηκε κατά κράτος από τους ψηλούς της ιταλικής ομάδας και σκόραρε με το ζόρι πέντε πόντους.

Ελα όμως που πίσω είχε η αχλάδα την ουρά, έστω και αν ήταν κολοβωμένη: χρησιμοποιώ αυτή την αλληγορία, διότι μετά από μια εβδομάδα, μόλις στο έκτο λεπτό του επαναληπτικού ημιτελικού, που διεξαγόταν ενώπιον 60.000 θεατών, ο Τρόντζος είδε το πόδι του να γυρίζει και να γίνεται τούμπανο. “Εκανα μια προσπάθεια στην επίθεση, έχασα την ισορροπία μου και έπεσα πάνω στο τσιμέντο. Πόναγα αφόρητα, σιγά σιγά το πόδι άρχισε να πρήζεται και μάλιστα ίσα ίσα που χωρούσε μέσα στο παπούτσι, αλλά ήταν τέτοια η σημασία του αγώνα που ούτε καν σκέφτηκα να καθίσω στον πάγκο” μου είπε χθες το μεσημέρι, ανατρέχοντας σε αυτή την ιστορική βραδιά. “Με περιποιήθηκε λίγο ο γιατρός (ΣΣ: ο λατρεμένος Δημήτρης Γιαννακόπουλος, που έφυγε πέρυσι από τη ζωή), ξανασηκωθηκα και έμεινα στο γήπεδο έως το τέλος”.

Ενα τέλος που υπήρξε λυτρωτικό και θριαμβευτικό δια χειρός του ιδίου. “Η χαλκέντερη ΑΕΚ με πάθος χιλίων λεόντων” (συμφώνως με το κλισέ της εποχής) όρμησε από την πρώτη στιγμή για να... κατασπαράξει τους Ιταλούς, προηγήθηκε στο ημίχρονο με 42-26 και μισό λεπτό πριν από τη λήξη το σκορ ήταν 70-52: τούτο σήμαινε ότι εάν δεν σημειωνόταν άλλο καλάθι, σύφωνα με τους κανονισμούς της εποχής (δεν θα παιζόταν παράταση, αλλά) θα διεξαγόταν τρίτος αγώνας, εν είδει μπαράζ μετά από δυο μέρες.

Οταν ο Χρήστος Ζούπας άρχισε την τελευταία “κατεβασιά” , οι Ιταλοί περίμεναν να δώσει την μπάλα στον Γιώργο Αμερικάνο, που τους είχε διαλύσει σκοράροντας 31 πόντους, αλλά αυτή βρέθηκε στα χέρια του Τρόντζου. Οι Λομβαρδοί έσφαλαν και πάλι, διότι πίστευαν ότι ο Γιώργος θα γυρίσει να παίξει με πλάτη και θα επιχειρήσει να τελειώσει τη φάση με τη ραβέρσα που ήταν το σήμα κατατεθέν του. “Μου φώναξαν ότι έμεναν έξι δευτερόλεπτα και τότε σκέφτηκα να κάνω κάτι άλλο από το συνηθισμένο” μου διηγήθηκε. “Πήρα την μπάλα στη δεξια πλευρά της επίθεσης, γύρισα προς τα αριστερά και αντί για ραβέρσα έκανα ένα τζαμπ σουτ και το έβαλα”!

Τόσο απλά, τόσο μεγαλειωδώς, τόσο ονειρωδώς που θα 'λεγε και ο Γεωργίου...

Στο επόμενο κλικ ο Αμερικανός σέντερ της Ινις Φρανκ Χολεντόνερ παρακολουθούσε τρομαγμένος (όπως και όλοι οι συμπαίκτες του) το ταξίδι της μπάλας προς το καλάθι, ο πίνακας έγραφε 72-52, η ΑΕΚ προκρινόταν στον τελικό και ο Τρόντζος απαντούσε με έναν καμουφλαρισμένο κυνισμό στην ερώτηση “πώς κατάφερες να βάλεις αυτό το καλάθι;”

Ιδού τι αποκρίθηκε: “Δεν γινόταν να μην το βάλω. Το πόδι μου ήταν χάλια, δαγκωνόμουν από τον πόνο και εάν η διαφορά έμενε στους 18 πόντους θα απουσίαζα από τον τρίτο αγώνα”!

Τρεις εβδομάδες αργότερα το πόδι του είχε γιάνει, ο Τρόντζος έβαλε 24 πόντους απέναντι στον Γίρι Ζίντεκ, η ΑΕΚ ενώπιον μιας κοσμοπλημμύρας 80.000 θεατών, νίκησε τη Σλάβια Πράγας με 89-82 και απογειώθηκε στον έβδομο ουρανό.

Ο Τρόντζος γεννήθηκε στη Βέροια στις 16 Φεβρουαρίου του 1942 και σε ηλικία έξι χρονών βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου πήγε στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο, μυούμενος παράλληλα (λόγω ύψους βεβαίως) στο μπάσκετ ως νεαρός παίκτης της ΧΑΝΘ. Ξαφνικά βρέθηκε στο δρόμο του ο γυρολόγος Αμερικανός προπονητής Τζιμ Μακ Γκρέγκορ που έφερνε τους τότε λιγοστούς συμπατριώτες του στη “Γηραιά Ηπειρο” για να παίξουν μπάσκετ στις ιταλικές και στις ισπανικές ομάδες, αλλά παράλληλα στρατολογούσε κιόλας Ευρωπαίους για να τους στείλει σε κολέγια.

Είδε λοιπόν το 1959 φάτσα κάρτα τον Τρόντζο, θαμπώθηκε από το ύψος του, τον έβαλε σε ένα αεροπλάνο και τον έστειλε συστημένο στα χέρια του Χανκ Αντερσον στο πανεπιστήμιο Γκονζάγκα. Ο επί 22 συναπτά έτη προπονητής των “Bulldogs” έγινε ο μέντορας του Τρόντζου ο οποίος βάδισε σε αχαρτογράφητα ύδατα: υπήρξε ο πρώτος Ελληνας παίκτης και ο δεύτερος Ευρωπαίος με παρουσία στο NCAA (μετά τον ισοϋψή του Γάλλο Ζαν Κλοντ Λεφέμπρ που προηγήθηκε κατά έναν χρόνο, επίσης στο Γκονζάγκα) και μάλιστα όχι στη χάση και στη φέξη, αλλά επί τέσσερις συναπτές περιόδους, εκ των οποίων, λόγω των κανονισμών, ήταν ενεργός στις τρεις.

Τότε η μεγάλη φίρμα των “Βulldog” ήταν ο Φρανκ Μπέρτζες, ο οποίος μάλιστα αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του κολεγιακού πρωταθλήματος τη σεζόν 1960-61 με 32.4 πόντους και παραμένει μέχρι σήμερα στο Νο 1 του κολεγίου, που μετά από 25 χρόνια ανέδειξε τον κορυφαίο πασέρ και δημιουργό pick n' roll στην ιστορία του NΒΑ, τον μεγάλο, αν και μικρό το δέμας, Τζον Στόκτον. Κατά τη θητεία του ο Γιώργος βρέθηκε απέναντι σε παίκτες που μεσουρανούσαν στο κολεγιακό πρωτάθλημα και έμελλε να διαπρέψουν στο ΝΒΑ, όπως ο Ντέηβιντ Ντεμπούσερ (πανεπιστήμιο του Ντητρόιτ) και ο Πολ Σάιλας (Κρέιτον).

Τη ραβέρσα την έκανε από πριν, αλλά στο Γκονζάγκα τη δούλεψε πολύ με τον κόουτς Αντερσον και την κατέστησε το αμάχητο δόρυ του! “Με έβαζε και έκανα πάνω από πεντακόσιες ραβέρσες σε κάθε προπόνηση, διοτι επέμενε ότι λόγω ύψους κανείς δεν θα μπορούσε να με κόψει στον αέρα ή να μου αλλοιώσει την εκτέλεση και είχε δίκο. Μάλιστα είχα έναν συμπαίκτη, τον Μπομπ Χαντ που ήταν επίσης μανούλα σε αυτή την κίνηση και μάλιστα συνήθιζε να σκοράρει με ραβέρσες όχι μόνο από την κορυφή της ρακέτας, αλλά ακόμη και από τις γωνίες”!

Σαράντα εννέα χρόνια αργοτερα η εφημερίδα “The Spokesman Review” δημοσίευσε ένα σχετικό άρθρο αφιερωμένο στη θητεία του στο Γκονζάγκα (http://www.spokesman.com/stories/2012/nov/08/a-tall-tale/)

Υπήρξε άραγε έστω και από απόσταση η προοπτική του ΝΒΑ; “Θα μπορούσα να γίνω και ο πρώτος Ελληνας παίκτης που θα αγωιζόταν στο ΝΒΑ, αλλά τότε η κατάσταση ήταν εντελώς διαφορετική” απαντά το τιμώμενο πρόσωπο του σημερινού αγώνα της ΑΕΚ με το Λαύριο. “Εκείνη την εποχή οι Αμερικανοί δεν ήξεραν και δεν εμπιστεύονταν τους Ευρωπαίους, ενώ θα έπρεπε να μείνω εκεί, ίσως να μην αγωνιζόμουν κιόλας για κάμποσο καιρό και αυτό το σενάριο δεν με συνάρπαζε. Γύρισα λοιπόν πίσω, έπαιξα στη Βαλκανιάδα του 1963 και μάλιστα με αντίπαλο τον Ραντιβόι Κόρατς και τότε δέχτηκα την πρόταση από την ΑΕΚ που οικοδομούσε τη μεγάλη ομάδα η οποία θα γινόταν δυναστεία”.

Σαν σήμερα, στις 15 Οκτωβρίου 1963 ο Τρόντζος παρουσιάσθηκε για να υπηρετήσει τη στρατιωτική θητεία του και εκεί “πάτησε” ο Παναθηναϊκός για να ζητήσει την ακυρωση της μεταγραφής του στην ΑΕΚ. Ο Απόστολος Νικολαϊδης είχε αρπάξει τον Γιώργο Κολοκυθά από τον Σπόρτιγκ και τον Θανάση Πέππα από τον Πανιώνιο με συνολικό κόστος 220.000 δραχμές και το ποσόν των 150.000 που ζητούσε η ΧΑΝΘ για τον Τρόντζο του φάνηκε υπερβολικό και υπαναχώρησε. Αποσύρθηκε ο ίδιος, αλλά δεν ήθελε επ 'ουδενί να δει τον Τρόντζο με τη φανέλα της ΑΕΚ, που αποτελούσε τον τότε μεγάλο αντίπαλο, γι αυτό ζήτησε και πέτυχε την προσωρινή ακύρωση της μεταγραφής, επικαλούμενος τον κανονισμό ο οποίος απαγόρευε τις μετακινήσεις παικτών, εφόσον υπηρετούσαν τη στρατιωτική θητεία τους!

Μη έχοντας άλλη επιλογή, ο Τρόντζος τα μάζεψε και ξαναγύρισε για έναν χρόνο στη ΧΑΝΘ, μολονότι είχα ήδη παίξει με την ΑΕΚ, εναντίον της Γαλατασαράι στον πρώτο γύρο του Κυπέλλου Πρωταθλητριών της σεζόν 1963-64! Στο μυαλό του όμως είχε φωλιάσει η επιθυμία της... εκδίκησης προς τον Παναθηναϊκό και αυτή η ευκαιρία του δόθηκε-και την άρπαξε από τα μαλλιά- μετά από μερικές εβδομάδες: στον πρώτο γύρο του παρθενικού πρωταθλήματος της Α Εθνικής, η ΧΑΝΘ επιβλήθηκε του Παναθηναϊκού με 89-80, προεξάρχοντος του Γιώργου ο οποίος σκόραρε 32 πόντους!

Το επόμενο καλοκαίρι τα ξαναμάζεψε και δίκην αναπόδραστης μοίρας εντάχθηκε στην ΑΕΚ, που αποδείχθηκε πως ήταν το πεπρωμένο του και με την οποία έμελλε να μεγαλουργήσει εντός και εκτός συνόρων, παράλληλα με τη μεγάλη καριέρα του στην εθνική ομάδα 9136 συμμετοχές, 1.543 πόντοι) και τις τρεις παρουσίες του στη Μικτή Ευρώπης.

Με την ΑΕΚ η οποία σήμερα ως “η ομάς ευγνωμονούσα” ανεβάζει τη φανέλα με το Νο 6 στον ουρανό του ΟΑΚΑ, ο Τρόντζος κατέκτησε πέντε σερί πρωταθλήματα (1964, 1965, 1966, 1968, 1970) και ένα Κύπελλο Κυπελλούχων (1968), ενώ αγωνίσθηκε σε δυο τελικούς του Κυπέλλου Ελλάδος (1976, 1980) και στο Φάιναλ Φορ του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, το 1966 στην Μπολόνια και στο Μιλάνο. Παρέμεινε στις επάλξεις επί 16 συναπτά έτη (1964-1979), ενώ το 1980 ανελαβε την τεχνική ηγεσία διαδεχόμενος τον Φαίδωνα Ματθαίου και οδήγησε την “Ενωση” ως παίκτης και προπονητής στον τελικό του Κυπέλλου, όπου ηττήθηκε από τον Ολυμπιακό.

Εναν χρόνο αργότερα, εμφανίστηκε ξανά στην αποβάθρα η... “παροπλισμένη Ελλη”, όπως είχε πει τότε ο Βασίλης Γκούμας. Ο Αμερικανός προπονητής Φρανκ Ντέβελι και ο συχωρεμένος έφορος Δημοσθένης Πασχαλιδης ζήτησαν από τον σαραντάχρονο Τρόντζο να επιστρέψει στην ενεργό δράση και αυτός δεν αρνήθηκε! Ξαναφόρεσε το σορτσάκι, τη φανέλα με το Νο 6 και τα άσπρα Converse All Stars, προπονήθηκε γερά και βοήθησε την ΑΕΚ να ορθοποδήσει. Θα μπορούσε μάλιστα να προσθέσει στο παλμαρέ του το Κύπελλο Ελλάδος που κατέκτησε η “Ενωση” το 1981 στη Γλυφάδα κόντρα στον Ηρακλή (με Κερτ Ράμπις, Βασίλη Γκούμα, Μηνά Γκέκο, Βαγγέλη Φώτση, Βασίλη Γιαννόπουλο, Γιάννη Κανακάκη), αλλά ήδη τα είχε βροντήξει, απογοητευμένος από τη συμπεριφορά του προπονητη. Τι συνέβη; Ο Ντέβελι στο μεν Αλεξάνδρειο κόντρα στον Αρη τον σήκωσε στα τελευταία δυο λεπτά (και αυτός αρνήθηκε να μπει), στη δε Νέα Σμύρνη, με τον Πανιώνιο, δεν τον έβαλε ούτε δευτερόεπτο και εκείνη η παρουσία του στον πάγκο έμελλε να είναι το “κύκνειο άσμα” μιας καριέρας που υπήρξε λαμπρή, ένδοξη και μένει ανεξίτηλα χαραγμένη στην ιστορική μνήμη.

Η φανέλα που θα αποσυρθεί σήμερα και θα αναρτηθεί δίπλα σε αυτή του αείμνηστου συντρόφου του, Γιώργου Αμερικάνου είναι κάτι παραπάνω από μια μεγάλη στιγμή και από ένα οφειλόμενο χρέος το οποίο παρεμπιπτόντως η ΑΕΚ επιτελεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα αποδεικνύοντας τον σεβασμό που τρέφει στην ιστορία της.

Είναι μια σπονδή στον βωμό του ελληνικού και του ευρωπαϊκού μπάσκετ προς τιμήν ενός ανθρώπου που η καριέρα του θα μπορούσε να αποτυπωθεί (πέραν των τίτλων) στο ενσταντανέ της φάσης που ήταν το άρμα μάχης, ο θυρεός, αλλά και το κληροδότημα του στις επόμενες γενιές: στην εικόνα της ονειρώδους και θρυλικής ραβέρσας του, που μάλιστα προηγήθηκε του “sky hook” που λάνσαρε ως αριστούργημα ο Λιου Αλσιντορ (και μετέπειτα Καρίμπ Αμπντούλ Τζαμπάρ) στο UCLA, στους Μπακς και στους Λέικερς. 

Best of internet