Δεκα χρόνια κεκτημένης ταχύτητας μετά την εποποιία της Σαϊτάμα

Με το καντήλι αναμμένο

O Nίκος Παπαδογιάννης δυσκολεύεται να καταλάβει τη θεωρία όσων πιστεύουν ότι η νίκη επί των ΗΠΑ μας έκανε κακό.

Με το καντήλι αναμμένο

To τζάμπολ της χθεσινής χρονιάρας μέρας συνέπεσε με τη δημοσίευση του επετειακού μου κειμένου εδώ στο Gazzetta λίγο μετά τα μεσάνυχτα της Τετάρτης, ενώ η κόρνα της λήξης με βρήκε σε ένα δροσερό μπαλκόνι, να παρακολουθώ το ιστορικό ματς για πολλοστή φορά και να ξαναζώ τα συναισθήματα της αλησμόνητης βραδιάς μέσα από τις κορώνες που εκτόξευσα στα ερτζιανά του Σπορ FM. Ολόκληρο τον αγώνα θα τον βρείτε, με δική μου περιγραφή, εδώ εδώ,  εδώ και εδώ.

Ενδιάμεσα, πρόλαβα να διαβάσω τα ωραία κείμενα της λοιπής μπασκετοπαρέας, αλλά και να περιηγηθώ στο διαδίκτυο, όπου συνάδελφοι παλαιοί και νέοι, παρόντες και απόντες, κατέθεσαν αναμνήσεις, αναλύσεις και διηγήσεις. Σε ουκ ολίγες περιπτώσεις, ξαφνιάστηκα με αυτά που διάβασα.

Φαίνεται ότι υπάρχει εκεί έξω μία σχολή σκέψης, που θεωρεί τη νίκη επί των ΗΠΑ ...ζημιογόνα για το τότε "αύριο" του ελληνικού μπάσκετ. Μας έκανε, πιστεύουν, περισσότερο κακό παρά καλό.

Μα, πώς στην ευχή γίνεται αυτό;

Πήραν τα μυαλά μας αέρα, έτσι γίνεται. Νομίζαμε ότι πιάσαμε τον παπά από τα αποτέτοια, με αποτέλεσμα να αποπροσανατολιστούμε και να χάσουμε τελείως τον δρόμο προς την πρόοδο. Οπότε, λένε, ισοπεδωθήκαμε και ξαναφτάσαμε στο σημείο μηδέν.

Εγώ μάλλον ζω σε κάποιον διαφορετικό πλανήτη. Διότι δεν καταλαβαίνω τίποτε από όλα αυτά.

Εάν μιλούσαμε για το ποδόσφαιρο, που πατούσε σε κινούμενη άμμο πριν και μετά το 2004, τότε ναι, να το δεχθώ. Για το στρατόπεδο της ασπρόμαυρης μπάλας, η κατάκτηση του Euro εξελίχθηκε σε κατάρα, αφού κουκούλωσε τα αβυσσαλέα προβλήματα και έστρωσε χαλί σε κακοποιούς και εγκληματίες.

Δώδεκα χρόνια μετά τον θρίαμβο της Πορτογαλίας, το ελληνικό ποδόσφαιρο βρίσκεται πολύ πιο πίσω από εκεί όπου βρισκόταν στις αρχές της δεκαετίας του '90. Η ευκαιρία έμεινε πέρα για πέρα ανεκμετάλλευτη.

Αλλά στο μπάσκετ δεν είναι έτσι. Το θαύμα της Σαϊτάμα έδωσε πνοή και κεκτημένη ταχύτητα σε ολόκληρο το στερέωμα για μία ολόκληρη δεκαετία.

Το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης αναζωπυρώθηκε, οι μεγάλοι παίκτες εκείνης της φουρνιάς έγιναν παράδειγμα προς μίμηση, οι πλούσιοι σύλλογοι ακολούθησαν το ρεύμα (ιδίως ο Ολυμπιακός που τότε φυτοζωούσε), τα μικρά παιδιά ξανάμαθαν το μπάσκετ, χορηγίες όπως αυτή της Eurobank ήλθαν για να μείνουν, ο έρωτας με την "επίσημη αγαπημένη" αναθερμάνθηκε.

Έναν χρόνο μετά την Ιαπωνία αργότερα, ταξίδεψαν στην Μαδρίτη για το Ευρωμπάσκετ περίπου 500 Έλληνες. Ο αριθμός είναι αδιανόητος.
Περισσότερο, όμως, και από το μπάσκετ, ευεργετήθηκε από εκείνη τη νίκη το θυμικό του Έλληνα φιλάθλου - και, αντίστοιχα, του αθλητή.

Η αυτοπεποίθηση ενός ταλαίπωρου και μαθημένου στην καρπαζιά λαού πολλαπλασιάστηκε μέσα σ'ένα βράδυ και έφτασε στους ουρανούς.

Οι δώδεκα "καμικάζι" της Σαϊτάμα δεν φοβήθηκαν τίποτε και κανέναν. Ούτε δείλιασαν ούτε βολεύτηκαν ούτε συμβιβάστηκαν με την προοπτική του μικρού τελικού. Δίδαξαν στην πράξη, ότι -όσο μεγαλεπήβολο και αν ακούγεται το κλισέ- ο Έλληνας μπορεί.

Όχι όμως ο Έλληνας του φραπέ και της απατεωνιάς, αλλά ο Έλληνας που θα συσπειρωθεί, θα δουλέψει σκληρά και θα υιοθετήσει το δόγμα Γιαννάκη, "ένας για όλους, όλοι για έναν".

Οταν ηττήθηκαν από την Ισπανία, οι διεθνείς δεν μοιράστηκαν το δικό μας "δεν πειράζει", αλλά κατέβασαν τα μούτρα, όπως αρμόζει σε κάποιον που στοχεύει στην κορυφή. Όταν νίκησαν τους Αμερικανούς, δεν γιόρτασαν με μεθύσια και ξενύχτια, αλλά εμφανίστηκαν μετρημένοι και σοβαροί.

Σεβάστηκαν τον αντίπαλο πολύ περισσότερο απ'όσο (δεν) τους σεβάστηκε εκείνος. Τον κατατρόπωσαν όχι με αντάρτικο και μπαμπεσιές, όχι με δηλητηριασμένη σφεντόνα, αλλά με τα δικά του όπλα, στο δικό του παιχνίδι, πρόσωπο με πρόσωπο, ίσοι απέναντι σε ίσους.

Στην εποποιία του ποδοσφαιρικού Euro υπεισέρχεται ο παράγων "τύχη" (όπως γίνεται συχνά σε ένα άθλημα όπου μπορεί ο κατώτερος να νικήσει τον ανώτερο), αλλά στη Σαϊτάμα δεν παίχτηκε κλεφτοπόλεμος.

Ακόμα και το 2005, στο Ευρωμπάσκετ του Βελιγραδίου, η Εθνική μας έπαιξε μέτριο μπάσκετ και ευνοήθηκε από την -κακά τα ψέματα- χαμηλή ποιότητα των αντιπάλων της. Την 1η Σεπτεμβρίου του 2006, καταργήθηκαν όλες οι δικαιολογίες, όλα τα άλλοθι, όλοι οι αστερίσκοι και όλα τα "ωστόσο".

Η Εθνική Ελλάδας άγγιξε την τελειότητα και εξαργύρωσε την απόδοσή της με ένα από τα πιο βροντερά αποτελέσματα στην ιστορία του παγκόσμιου αθλητισμού. Εάν είχε τρόπο να κρατήσει τις μπαταρίες της γεμάτες μετά από τέτοια υπερπροσπάθεια, θα κατακτούσε και τον τίτλο της παγκόσμια πρωταθλήτριας.

"Δεν πειράζει", είπαμε εμείς. "Όχι, πειράζει", απάντησαν μουτρωμένοι οι παίκτες.

"Νομίσαμε ότι γίναμε Τζόρνταν", διάβασα κάπου, χθες. Ναι, πράγματι. Νομίσαμε ότι γίναμε Τζόρνταν και με το δίκιο μας.

Διότι νικήσαμε τους διαδόχους του Τζόρνταν. Τους δώσαμε ένα μάθημα που -όπως αποδεικνύεται στην πράξη- θα μείνει σημείο αναφοράς στην ιστορία και πυξίδα για το μέλλον.

Το δικό μας τρόπαιο στήθηκε σε γερά θεμέλια, αφού μόλις την προηγούμενη χρονιά είχαμε γιορτάσει τον ευρωπαϊκό τίτλο. Και έγινε εφαλτήριο για μία σειρά από σημαντικές επιτυχίες, που -εμείς οι κακομαθημένοι- μόλις τώρα καταλαβαίνουμε πόσο αξιέπαινες υπήρξαν.

Την 4η θέση του 2007 στην Ισπανία, όπου κινητοποιήθηκαν θεοί και δαίμονες για να ματαιώσουν τη μεγάλη ρεβάνς. Την 5η θέση του 2008 στο Πεκίνο, όπου η πρόκριση στα  Ολυμπιακά ημιτελικά χάθηκε για ένα σουτ. Το μετάλλιο του 2009 με αποδεκατισμένη ομάδα στην Πολωνία.

Μόνο όταν ξεκίνησε η αποψίλωση με τις διαδοχικές αποχωρήσεις κορυφαίων παικτών κατρακύλησε στο επόμενο σκαλοπάτι η Εθνική ομάδα. Ακόμα και τότε, παρέμεινε (και παραμένει) αξιόμαχη, την ίδια ώρα που οι "γαλάζιοι" πιτσιρικάδες  έχουν εξελιχθεί σε συλλέκτες μεταλλίων και φορείς υποσχέσεων.

Οι ήρωες του Τόκυο μπορεί να εγκατέλειψαν ένας ένας την Εθνική, αλλά μάζεψαν δεκάδες τρόπαια -και εκατοντάδες εκατομμύρια- τα επόμενα χρόνια φορώντας τις φανέλες του Παναθηναϊκού, του Ολυμπιακού και κορυφαίων ξένων συλλόγων.

Η ελληνική σχολή έγινε θέσφατο στην πιάτσα των προπονητών για μία γεμάτη δεκαετία. Έλληνες παίκτες της επόμενης γενιάς γκρέμισαν τα τείχη του ΝΒΑ και βάλθηκαν να θυμίζουν στους Αμερικανούς τη Σαϊτάμα με κάθε τους βήμα.

Τι από όλα αυτά θα είχε συμβεί αν δεν υπήρχε η παρακαταθήκη της διετίας 2005-6 και η ευλογημένη συζυγία των πλανητών που έφερε τη νίκη επί των ΗΠΑ;

Δεν νομίζω ότι θα απέπνεε τον ίδιο σεβασμό στο εξωτερικό η φράση "ελληνικό μπάσκετ", αν δεν υπήρχε το κληροδότημα του 2006. Το χρυσό του Βελιγραδίου σας διαβεβαιώ ότι δεν το θυμάται κανείς εκτός συνόρων. Τα αποτελέσματα της Ευρωλίγκας, με τις χρυσοπληρωμένες λεγεώνες των ξένων, ακόμα λιγότεροι.

Δέκα χρόνια αργότερα, η Εθνική Ελλάδας μετράει δύο συνεχόμενες Ολυμπιάδες εκτός νυμφώνος και μία επταετία δίχως μετάλλιο σε επίπεδο Ανδρών. "Ισοπεδωμένη", λέει."Αποτυχημένη". "Ξοφλημένη".

Μισό λεπτό, όμως. Με τι θράσος ζητάμε παγκόσμιους και ευρωπαϊκούς θριάμβους, από μία δεξαμενή παικτών τόσο περιορισμένη; Πότε υπογράψαμε συμβόλαιο με το βάθρο και τις πρωτιές;

Μήπως βγαίνουν κάθε μέρα Διαμαντίδης, Σπανούλης και Παπαλουκάς; Στον κόσμο ολόκληρο, όχι μόνο στην Ελλάδα.

Μήπως έχουμε σήμερα Κακιούζη, Τσαρτσαρή και Χατζηβρέττα; Ακόμα και όταν τους είχαμε, όλους αυτούς, θυσιάζαμε παρθένες για να τους πείσουμε να παίξουν στην Εθνική.

Σε πείσμα των καιρών και του ρεύματος, παραμένει σταθερά στην κορυφαία 6άδα του ευρωπαϊκού μπάσκετ και στις 10-12 κορυφαίες του κόσμου.

Είναι πολύ περισσότερο απ'όσο αναλογεί σε μία μικρή, χρεωκοπημένη χώρα, που εκτός των άλλων έχει αλλεργία στη μεθοδικότητα και στη σκληρή δουλειά. Ας αφήσουμε τους αιθεροβάμονες να ακροβατούν στα σύννεφα και ας χαρούμε αυτό που έχουμε.

Όχι, δεν θα ξαναζήσουμε Σαϊτάμες, ίσως ούτε Βελιγράδια. Αυτό όμως που αποκτήσαμε στο συλλογικό μας υποσυνείδητο εκείνη την εποχή είναι το καλύτερο πράγμα που θα μπορούσε να μας τύχει.

Οφείλουμε να κρατήσουμε το καντήλι αναμμένο και να μην ζαλιζόμαστε από τον καπνό. Υπάρχουν δεκάδες χώρες που έχουν καταρρεύσει στο μπάσκετ και ζουν με περασμένα μεγαλεία, αλλά η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται σε αυτές. Η πορτοκαλί μπάλα μπορεί να είναι το τελευταίο μας αποκούμπι.

 

 

Best of internet