Ο Μοντεζούμα με το σομπρέρο!

Ο Μοντεζούμα με το σομπρέρο!

Σε λίγες ώρες, στο Τορίνο, η Εθνική αντιμετωπίζει το Μεξικό και ο Βασίλης Σκουντής γράφει την ιστορία του ισόβιου μπασκετικού αυτοκράτορα των Αζτέκων!

Ο Μοντεζούμα με το σομπρέρο!

Θυμάμαι πριν από τριάντα πέντε χρόνια τον συχωρεμένο τον Φαίδωνα Ματθαίου να φιλοτεχνεί το πορτρέτο του Μηνά Γκέκου λέγοντας με το αμίμητο ύφος του ότι «είναι σαν τον Μεξικάνο που ανεβαίνει στο άλογο, παίρνει το λάσο του και όποιον πάρει ο χάρος» και να που αυτή η κουβέντα ξαναγίνεται επίκαιρη… 

Όχι βεβαίως λόγω του «Πατριάρχη» που λέει εδώ και πέντε χρόνια λέει τα ανέκδοτα του στον Παράδεισο και κάνει τον Θεό και τον Άγιο Πέτρο να ξεκαρδίζονται στα γέλια! Ούτε λόγω του Μηνά ο οποίος αλωνίζει την Ελλάδα ασχολούμενος (όχι με το μπάσκετ, αλλά) με ένα σύγχρονο σύστημα παραγωγής ζωοτροφών, που πλάκα πλάκα κάνουν για να ταίζει και εκείνο το άλογο, που έλεγε ο Ματθαίου πως ίππευε στα νιάτα του! Αλλά, επιτέλους, λόγω των Μεξικανών, που θα τους ξαναδούμε μπροστά μας στο Τορίνο και δεν θέλουμε να μας ξαναπιάσουν… Κότσους και να μας φορέσουν τα σομπρέρο ανάποδα!

Έχω λόγο που χρησιμοποίησα το επίρρημα «επιτέλους», διότι τους λεγάμενους η Εθνική έχει να τους βρει στο διάβα της από τότε που ο Ματθαίου ήταν στα ντουζένια του, ο Γκέκος βρισκόταν ακόμη στο Πέρα της Κωνσταντινούπολης και οι Μεξικανοί κατέβαζαν τεκίλες στην υγειά του καλύτερου παίκτη του κόσμου, εκτός του ΝΒΑ! Τέτοιος ήταν και ωσαύτως αποκαλούνταν ο περιβόητος Μανουέλ Ράγκα Ναβάρο!

Προτού ασχοληθώ με την αφεντιά του, που παρεμπιπτόντως θα ξαναεμφανιστεί στο κάδρο στις 27 Αυγούστου στη Γενεύη και μάλιστα δίπλα στον Παναγιώτη Φασούλα (στην τελετή εισαγωγής στο «Hall of Fame» τηςFIBA) οφείλω να διευκρινίσω για ποιο λόγο έγραψα ότι οι Μεξικανοί μας έχουν φορέσει τα σομπρέρο ανάποδα… Ο λόγος είναι προφανής: Διότι δεν έχουμε κάνει ακόμα σεφτέ απέναντι τους! Η Εθνική τους αντιμετώπισε για πρώτη φορά σε ένα φιλικό ματς στις 21 Μαΐου του 1968 στην Αθήνα, όπου, με προπονητή τον Μίσσα Πανταζόπουλο, γνώρισε την ήττα με 67-61 (Τρόντζος 12, Κολοκυθάς 18, Σισμανίδης, Κατσαφάδος 4, Μπαρλάς 3, Παναγιωταράκος 10, Χαϊκάλης 7, Διαμαντόπουλος 5, Παρίσης, Λαρετζάκης 2).

Επτά χρόνια αργότερα οι δυο ομάδες αναμετρήθηκαν σε δυο αγώνες στο πλαίσιο του Διηπειρωτικού Κυπέλλου και το Μεξικό σημείωσε πάλι ισάριθμες νίκες επί της ελληνικής ομάδας, η οποία είχε στον πάγκο της τον Βαγγέλη Νικητόπουλο: στις 19 Ιουλίου του 1975 στο Καλλιμάρμαρο με 64-62 (Κοκολάκης 5, Γιαννουζάκος 11, Κορωναίος 10, Γιατζόγλου 11, Καστρινάκης 13, Αλεξανδρής 10, Μίσσας, Σταμέλος) και στις 7 Αυγούστου του 1975 στην πόλη του Μεξικού με 87-73 (Κοκολάκης 8, Γιαννουζάκος 4, Σακελλαρίου 2, Κορωναίος 6, Γιατζόγλου 22, Παπαγεωργίου 17, Φωσσές 2, Αλεξανδρής 4, Σταμέλος

Τότε λοιπόν ήταν που οι Έλληνες είδαν σε πρώτη και ζωντανή προβολή τον «ιπτάμενο Μεξικάνο» και κάποιος απ’ όλους μπορεί κιόλας να είπε (όπως ο Αρης Ραφτόπουλος όταν βρέθηκε απέναντι στον Σεργκέι Μπέλοφ) ότι «το μόνο που έβλεπα ήταν ένα κόκκινο σορτσάκι στη μούρη μου»! Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Κώστας Μίσσας του οποίου τις θύμησες σκάλισα πριν από λίγη ώρα εδώ στο Τορίνο. «Τα έχωνε από παντού, όπως ήθελε και όποτε ήθελε. Μεγάλη παιχτάρα, μάλιστα εκτός από τα μεταξύ μας ματς με την Εθνική, τον είδα και όταν ο Παναθηναϊκός έπαιξε στο Κύπελλο Πρωταθλητριών με την Ινις Βαρέζε» μου είπε ο νυν τεχνικός σύμβουλος της Εθνικής που είχε κληθεί να τον μαρκάρει και τα είδε όλα κωλυόμενα!

Ο Ράγκα και το ταξίδι στο Μεξικό δεν έχουν διαλάθει της πάντοτε πολύ γερής μνήμης του Βαγγέλη Αλεξανδρή: «Α, δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό που ζήσαμε στο Μεξικό» διηγείται ενθουσιασμένος ο «Τίγρης», που το φέρει περί πολλού ότι έκλεψε δυο τρεις φορές την μπάλα από τον τρομερό Μεξικανό. «Μάλιστα μου έκανε πλάκα ο αρχηγός της αποστολής, ο αντιπρόεδρος της ΕΟΚ, Νίκος Τσούλος λέγοντας ότι επειδή ήμουν μαυριδερός τον μπέρδεψα και γι’ αυτό μπόρεσα να του κλέψω την μπάλα». Ο Αλεξανδρής εκστασιάσθηκε τότε με τον Ράγκα. «Σκόραρε όπως ήθελε και ήταν πραγματικά απολαυστικός στο παιχνίδι του. Ήταν ένας πραγματικός βιρτουόζος, μάλιστα είχαμε μείνει όλοι με ανοικτό το στόμα, βλέποντας τον να πατάει στη γραμμή των βολών και να κάνει από εκεί λέι απ»! Floater, Bαγγέλη μου, floater, που το λένε οι γραμματιζούμενοι!

Το ταξίδι στην πολύβουη και αχανή πόλη του Μεξικού εξελίχθηκε σε μια απολαυστική περιπέτεια. «Επηρεαστήκαμε πολύ από το μεγάλο υψόμετρο και χάναμε τις αναπνοές μας. Θυμάμαι μάλιστα ότι στη διάρκεια του αγώνα άνοιξαν οι μύτες του Γιατζόγλου και του Καστρινάκη, ενώ επειδή ήμασταν ασυνήθιστοι σε αυτές τις ιδιότυπες ατμοσφαιρικές συνθήκες, πίσω από τον πάγκο βρίσκονταν νοσοκόμοι για να προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες σε οτιδήποτε ήθελε προκύψει. Παράλληλα όμως καταλάβαμε τι σημαίνει χλιδή, διότι μείναμε σε ένα λουξ ξενοδοχείο, που λεγόταν «Primavera» και τρώγαμε στην κυριολεξία με χρυσά κουτάλια σε ένα εστιατόριο με τρία επίπεδα.  Ψωνίσαμε κιόλας σομπρέρο και κυρίως αλάβαστρα που ήταν πολύ φτηνά και τα φέραμε πίσω για την προίκα μας, ενώ από την πρώτη στιγμή ήταν μαζί μας ένας Έλληνας μετανάστης, ονόματι Τσίτζης, που μάλιστα κυκλοφορούσε με… τσαρούχια και ένα άσπρο κιμονό στην πλάτη του οποίου είχε ζωγραφίσει τον Παρθενώνα»!

Κλείνω εδώ την παρένθεση με τις συναρπαστικές ταξιδιωτικές αναμνήσεις του «Τίγρη» και επιστρέφω στον μέγιστο μπασκετικό θρύλο που έχουν αναδείξει οι αποψινοί αντίπαλοι της Εθνικής…

Ο «Εl Mexicano volador» γεννήθηκε στη Βίλα Αλδάμα της Ταμαουλίπας στις 14 Μαρτίου του 1944, έχει ύψος 1μ.88  και αγωνιζόταν στη θέση του σούτιγκ γκαρντ. Σπούδασε στο Τεχνολογικό πανεπιστήμιο της γενέτειρας του, ενώ αγωνίσθηκε κατά σειρά στη Θιουδάδ Μαδέρο (1960-63), στη Βίλα Αλδάμα (1963-68), στην ιταλική Ινις Βαρέζε (1968-74) και στην ελβετική Λουγκάνο (1974-79), με την οποία κατέκτησε τρία Πρωταθλήματα και ένα Κύπελλο

Στην Εθνική ομάδα του Μεξικού ο Ράγκα αγωνίσθηκε από το 1963 (στο Μουντομπάσκετ του Ρίο ντε Τζανέιρο, με μέσο όρο 12 πόντους σε ηλικία 19 ετών) έως το 1976 και έλαβε μέρος, μεταξύ άλλων, σε τρία Ολυμπιακά Τουρνουά και σε τρία Παγκόσμια Πρωταθλήματα. Το 1967 οδήγησε το Μεξικό στην κατάκτηση του ασημένιου μεταλλίου στους Παναμερικανικούς αγώνες στο Γουίνιμπεγκ, ενώ έναν χρόνο αργότερα έβαλε φαρδιά πλατιά την υπογραφή του στην κατάληψη της πέμπτης θέσης στους Ολυμπιακούς Αγώνες, τους οποίους φιλοξένησε η πατρίδα του, με προπονητή τον Αμερικανό Λέστερ Λέιν και συμπαίκτες τον Αρτούρο Γκερέρο (ο οποίος αργότερα έλαβε μέρος σε καμπ πέντε ομάδων του ΝΒΑ), τον Αντόνιο Αγιάλα, τον Αλεχάνδρο Γκούσμαν, τον Κάρλος Κουϊντανάρ, τον Ρικάρντο Ποντβιάνε, τον Λουίς Ενρίκε Γκραχέδα, τον Ραφαέλ Ερέδια, τον Τζον Χατς, τον Μιγκέλ Αρελάνο, τον Οσκαρ Ασιαίν και τον Φερνάντο Τισκαρένο.

Η φήμη του «Ινδιάνου» (Ιndio) όπως αποκαλούνταν λόγω των φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών του, ξεπέρασε τα όρια του Μεξικού και σε μια (πολύ μακρινή σε σχέση με την τωρινή της παγκοσμιοποίησης και των ανοικτών συνόρων) εποχή που το ΝΒΑ λειτουργούσε ακόμη με τους κανόνες του …γκέτο, ο Ράγκα έγραψε ιστορία το 1970 ως ο πρώτος μη Αμερικανός παίκτης ο οποίος επιλέχθηκε στο ντραφτ, από τους Ατλάντα Χοκς (ακολούθησε στο Νο 182 ο συμπαίκτης του στην Ινις Βαρέζε, Ντίνο Μενεγκίν) χωρίς ωστόσο να αγωνισθεί ποτέ εκεί.

Το  τρομερό επιτόπιο άλμα και το παρελκόμενο jump shot, η δεξιοτεχνία, το αστείρευτο επιθετικό ταλέντο, η ικανότητα του στην άμυνα και στα ριμπάουντ δελέασαν από την πρώτη στιγμή τον περιβόητο ανιχνευτή ταλέντων, τότε τζένεραλ μάνατζερ των Χοκς, Μάρτι Μπλέικ, που βεβαίως γνώριζε ότι εκείνη η εποχή δεν προσφερόταν για τέτοια ανοίγματα, λέγεται μάλιστα ότι οι Χοκς δεν προθυμοποιήθηκαν να πληρώσουν το ποσόν των 35.000 δολαρίων, που ζητούσε η Βαρέζε για να τον αποδεσμεύσει και να στείλει την κάρτα του. Στο Μουντομπάσκετ του 1967 διέλυσε με 31 πόντους τους Ιταλούς και τους γυάλισε για τα καλά! Το αποτέλεσμα; Η Ινις Βαρέζε τον άρπαξε και στήριξε πάνω του τη δυναστεία της στο ιταλικό πρωτάθλημα και στο Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης στο οποίο πέτυχε ένα μυθικό ρεκόρ, αγωνιζόμενη σε δέκα απανωτούς τελικούς (1970-79) και κατακτώντας πέντε τρόπαια.

Από την πρώτη στιγμή ο Ράγκα έγινε το είδωλο της μικρής πόλης του Βαρέζε και συνάμα ο φόβος και ο τρόμος των αντιπάλων της Ινις, συγκροτώντας (για δυο σεζόν, 1972-74) ένα τρομερό δίδυμο, μαζί με τον Αμερικανό Μπομπ Μορς, ενώ τους πλαισίωναν ο Ντίνο Μενεγκίν, ο Αλντο Οσολα, ο Μαρίνο Ζανάτα, ο Οτορίνο Φλαμπορέα, ο Μάσιμο Γελίνι, ο Ιβάνο Μπισόν και ο Εντοάρντο Ρουσκόνι.

Επί των ημερών του «Ιl phenomenon» και «Elicottero» όπως τον βάφτισαν οι Ιταλοί, σε έξι σεζόν (1968-74) η Ινις με προπονητές τον Νίκο Μεσίνα, τον Ατσα Νίκολιτς και τον Σάντρο Γκάμπα κατέκτησε τρία Κύπελλα Πρωταθλητριών Ευρώπης (1970, 1972, 1973), τρία Πρωταθλήματα (1969, 1970, 1971), τρία Κύπελλα (1969, 1970, 1971) και δυο Διηπειρωτικά  Κύπελλα (1970, 1973). Ως παίκτης της ιταλικής ομάδας ο Ράγκα βρέθηκε απέναντι στον Παναθηναϊκό στους συναρπαστικούς ημιτελικούς του Κυπέλλου Πρωταθλητριών της σεζόν 1971-72: την Ιη Μαρτίου του ’72 στο «Masnago» (Ινις-Παναθηναϊκός 69-55) σκόραρε 24 πόντους και μια εβδομάδα αργότερα στον «Τάφο του Ινδού» (Παναθηναϊκός-Ινις 78-70) έβαλε 22. Στον τελικό που φιλοξενήθηκε μετά από δέκα πέντε ημέρες στο «Yad Eliyahu» του Τελ Αβίβ, η Ινις επικράτησε της Γιουγκοπλάστικα με 70-69 και ανέβηκε στο θρόνο.

Ο Ράγκα αποχώρησε από τη Βαρέζε το καλοκαίρι του 1974 και τον διαδέχθηκε ο Αμερικανός Τσάρλι Γέλβερτον, ο οποίος τη σεζόν 1972-73 είχε αγωνισθεί στην Ευρώπη με τον Ολυμπιακό! Στις 12 Μαρτίου του 2010 η πόλη του Βαρέζε διοργάνωσε μια ειδική  τελετή για να του αποδώσει τις προσήκουσες τιμές και να τον ανακηρύξει επίτιμο δημότη της δια χειρός του Δημάρχου Ντάριο Γκάλι. Παρών σε αυτή την εκδήλωση ήταν και ο γιος του Μανουέλ τζούνιορ, που επιχείρησε να βαδίσει στα χνάρια του ενδόξου πατρός, αγωνιζόμενος και αυτός στην ελβετική Λουγκάνο με την οποία μάλιστα έλαβε μέρος στην Ευρωλίγκα της σεζόν 2000-01. Τότε μάλιστα οι Snakes βρέθηκαν αντιμέτωποι με το Περιστέρι από το οποίο γνώρισαν δυο ήττες (80-91, 68-85).

Ο Μανουέλ τζούνιορ και ο Φιντέλ είναι καρποί του γάμου του με τη Βόσνια Μουσουλμάνα μπασκετμπολίστρια της Ζελέσνιτσαρ Εσμα Σμάις την οποία γνώρισε, ερωτεύθηκε κεραυνοβόλα και ζήτησε σε γάμο μέσα σε μια μέρα: στις 9 Απριλίου του 1970, όταν βρέθηκε στο Σαράγεβο για τον τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών με την ΤΣΣΚΑ Μόσχας στον οποίο (με 19 δικούς του πόντους και 20 του Μενεγκίν) η Ινις νίκησε με 79-74 και κατέκτησε τον πρώτο από τους πέντε τίτλους τηςΈρωτας με την πρώτη ματιά που λένε ή μάλλον με το πρώτο τζαμπ σουτ!

Το 1991 ο Ράγκα διετέλεσε ασίσταντ κόουτς στην Εθνική ομάδα του Μεξικού η οποία κατέκτησε το ασημένιο μετάλλιο στους Παναμερικανικούς Αγώνες στην Αβάνα, ενώ το 2008 στη διάρκεια του Φάιναλ Φορ της Μαδρίτης βραβεύθηκε από την Ευρωλίγκα ως ένας από τους 50 σπουδαιότερους συντελεστές στην ιστορία του Κυπέλλου Πρωταθλητριών.

Τώρα, στα εβδομήντα δυο χρόνια του, ζει στην Θιουδάδ Βικτόρια, όντας παντρεμένος με  την Κουβανή πρώην βολεϊμπολίστρια (5η στους Ολυμπιακούς Αγώνες του ’76 και του ’80) και εν συνεχεία προπονήτρια Λουσίλα Ουργκέλες Σαβόν και βρίσκεται στην προεδρία της ομάδας Κορεκαμίνος, στον πάγκο της οποίας κάθισε πριν από τρία χρόνια ο Κρις Χουγκάζ!

Στο μικρό χρονικό διάστημα που έμεινε εκεί ο παλαίμαχος παίκτης του Πανιωνίου και νυν προπονητής (και μάλιστα με νταμπλ) της αυστριακής Ομπερβαρτ, συνειδητοποίησε τι εστί Ράγκα και τι συμβολίζει για τους Μεξικάνους. Συνειδητοποίησε δηλαδή αυτό που γράφω στον τίτλο του κειμένου: ότι πέρα και πάνω από «Ιπτάμενος Μεξικάνος», «Ινδιάνος», «Φαινόμενο» και «Ελικόπτερο», ο Μανουέλ Ράγκα αποτελεί τον διαχρονικό αυτοκράτορα του μεξικάνικου μπάσκετ!

Έναν Μοντεζούμα που φοράει σομπρέρο , κρατά στα χέρια του την μπάλα του μπάσκετ και παραμένει στο θρόνο των Αζτέκων, χωρίς να κινδυνεύει από τις ανταρσίες των ιθαγενών και από τους Ισπανούς κατακτητές… 

Best of internet