Τον έζησε τον πόνο και τον είδε!

Τον έζησε τον πόνο και τον είδε!

To νέο μεταγραφικό «απόκτημα» του gazzetta.gr, o Γιάννης Ντεντόπουλος γράφει για τον Παναθηναϊκό που με τις μεταγραφές του Σίνγκλετον και του Τζέιμς, κάλυψε δυο μεγάλα κεφάλαια και πλέον ψάχνει δυο παίκτες για να καλύψει όλη την... ύλη.

Τον έζησε τον πόνο και τον είδε!

Μπαίνοντας στο φετινό μεταγραφικό σαφάρι, ο Παναθηναϊκός είχε δίπλα του έναν πρώτο «ανεπιθύμητο» σύμμαχο, που ο ίδιος δημιούργησε. Τις περσινές αστοχίες του. «Αστοχίες» που τον πόνεσαν γιατί σε τελική ανάλυση ήταν (και) αυτές που πλήρωσε. Και τις πλήρωσε, τόσο με την εικόνα του στο μεγαλύτερο μέρος της σεζόν, όσο και με τα αποτελέσματά του.

Κατά μία έννοια, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι είναι και «τυχερός», γιατί τα λάθη αυτά ήταν τόσο κραυγαλέα που θα χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια για να μην τα εντοπίσει και ακόμη μεγαλύτερη για να τα επαναλάβει. «No pain, no gain» που λένε και οι Άγγλοι. Στην πορεία, ανακάλυψε ότι υπήρχε και ένας δεύτερος (σύμμαχος). Ήταν οι δυο ομάδες που έκλεψαν την παράσταση στην περσινή Ευρωλίγκα, γιατί κατάφεραν, με (συγκριτικά) ελάχιστο μπάτζετ να πετύχουν τόσα πολλά. Η Λοκομοτίβ Κουμπάν και η Λαμποράλ Κούτσα. Τόσο το μπάσκετ που έπαιξαν, όσο και τα υλικά που μεταχειρίστηκαν, δημιούργησαν για τους [πράσινους» μια προσιτή και κυρίως μια δοκιμασμένη δεξαμενή επιλογών.

Δεν νομίζω ότι μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι στην εποχή μας, ο Παναθηναϊκός, αλλά και ο Ολυμπιακός, θα μπορούσαν να διεκδικήσουν και να πάρουν παίκτη από την ΤΣΣΚΑ,την Φενέρμπαχτσε ή εν πάση περιπτώση, από το πάνω-πάνω ράφι. Η μοναδική υποσημείωση που χωράει σε αυτή τη διαπίστωση , είναι ότι τόσο τον Κρις Σίνγκλετον, όσο και τον Μάϊκ Τζέιμς, τους οποίους οι «πράσινοι» ανακοίνωσαν κατά σειρά, τους είχαν μέσα στα πόδια τους και θα μπορούσαν να τους είχαν προλάβει όταν ακόμη το κασέ τους ήταν σε επίπεδα αναγνωριστικά. Κάτι σαν τον κατώτατο μισθό ενός ανειδίκευτου εργάτη.

Ο Σίνγκλετον, είχε προταθεί το περασμένο καλοκαίρι σε όλες τις μεγάλες ελληνικές ομάδες,με τιμή που δεν ξεπερνούσε τις 280 χιλιάδες δολάρια. Στον έναν ξίνιζε και στον άλλον βρώμαγε. Ο Γιώργος Μπαρτζώκας, τους είπε ένα «ευχαριστώ» και τον κάλεσε στο Κράσνονταρ. Ο Τζέιμς, πριν από ενάμιση χρόνο έπαιξε για οκτώ παιχνίδια στον Κολοσσό, για ψίχουλα, αλλά προφανώς εκεί λειτούργησε η υπεροψία και η λογική «σιγά μην πάρω παίκτη από την Ρόδο».

Τί πήρε;

Το πρώτο κοινό χαρακτηριστικό και των δυο (Σίνγκλετον και Τζέιμς) είναι η αθλητικότητα. Ο Παναθηναϊκός, όπως ξεκίνησε πέρυσι, ήταν η ομάδα με το χαμηλότερο επίπεδο αθλητικότητας στην Ευρωλίγκα. Το δεύτερο κοινό χαρακτηριστικό τους ήταν ότι στις ομάδες τους δεν ήταν οι σταρ. Ωστόσο, ο καθένας στον τομέα του, αποτέλεσε βασικό «εργαλείο» στα χέρια των προπονητών τους. Ο Σίνγκλετον ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος που η Λοκομοτίβ η οποία παρουσίασε τη καλύτερη άμυνα της διοργάνωσης. Στην ουσία ήταν ο παίκτης που καθόρισε την αμυντική της ταυτότητα με βασικό «όπλο» την αντιμετώπιση των pick and roll. Με τα γρήγορα πόδια του και τα μακρυά χέρια του, μπορούσε να συμμετέχει με άνεση στις αλλαγές (στα σκριν) και να μαρκάρει, έξω από το τρίποντο, όποιον κοντό κι αν έβρισκε μπροστά του.

Αυτό ήταν ένα σημείο στο οποίο ο περσινός Παναθηναϊκός υπέφερε κυριολεκτικά, με την παρουσία των Ραντούλιτσα και Κούζμιτς. Κάπως έτσι άλλωστε προέκυψε και η περίφημη φράση που χρησιμοποίησε ο Μπαρτζώκας, κάπου στα Χριστούγεννα. Τότε που είχε επιστρέψει ο Ράντολφ και τελείωνε το τρίμηνο συμβόλαιο που είχε υπογράψει ο Σίνγκλετον και ήθελε να πείσει τον πρόεδρο της «Λόκο» να μην τον αφήσει να φύγει αλλά να «κόψει» τον χαρισματικό επιθετικό, αλλά βαρύ και αργό Ουκρανό Φεσένκο. «Πρόεδρε, αν θέλεις να λύσουμε όλα τα προβλήματα του Παναθηναϊκού και να τα φορτωθούμε εμείς , τότε κάν' το αλλά το κρίμα στο λαιμό σου» του είπε.

Στην οικονομία της συζήτησης μέτρησε ότι και τις δυο φορές που είχαν αναμετρηθεί, μέχρι εκείνη τη στιγμή, Λοκομοτίβ και Παναθηναϊκός, οι Ρώσοι είχαν νικήσει και τις δυο και μάλιστα στο ματς της πρεμιέρας , στο Κράσνονταρ, ο Σίνγκλετον είχε πετύχει 6 σερί πόντους (ένα τρίποντο και ένα γκολ φάουλ) στα ...μούτρα του Ραντούλιτσα, την πιο κρίσιμη στιγμή. Ο Φετίσεφ θυμήθηκε πάλι τα λόγια του Έλληνα κόουτς και στο πέμπτο ματς των πλέι οφ με την Μπαρτσελόνα. Ο Σίνγκλετον, επιβεβαιώνοντας την άνεσή του να παίρνει το σκαλπ βαριών και αργών πενταριών, τιμώρησε την οκνηρία του Άντε Τόμιτς και η Λοκομοτίβ έκλεισε εισιτήριο για το Βερολίνο.

Ο Τζέιμς, στην Λαμποράλ, εξελίχθηκε σε βαρόμετρο. Αν συμφωνήσουμε ότι -λίγο έως πολύ- όλες οι ομάδες έχουν έναν ...Ντάριους Ανταμς, ελάχιστες είχαν δίπλα του ένα τόσο συνειδητοποιημένο στήριγμα. Ειδικά όταν χτύπησε και ο Γάλλος Κοσέρ, ο Τζέιμς απογειώθηκε. Η ικανότητα και η επιθυμία του να πιέσει στην άμυνα, ήταν ένα έξτρα μπόνους στην διαπιστωμένη διεισδυτική (με ντρίπλα ή χωρίς) και εκτελεστική ικανότητα,η οποία άλλωστε ήταν το διαβατήριο για να μετακομίσει από την Ρόδο στην Βιτόρια. Και η πλάκα είναι ότι ο συγκεκριμένος, είχε φτάσει σε σημείο να συνενοείται με τον Γιάννη Μπουρούση, πολύ καλύτερα από τον Άνταμς. Αφενός γιατί τον άκουγε περισσότερο και αφετέρου έκοβε σα δαίμονας και του δημιουργούσε επιλογή πάσας.

Ο Τζέιμς, ένα «δυάρι» που μπορεί να παίξει και «άσος» πολύ καλύτερα από τον Φελντέιν, έχει επίσης ένα σπάνιο χάρισμα, που έρχεται να συμπληρώσει μια αδυναμία του Νικ Καλάθη: διαθέτει εξαιρετικό «pull up» τζαμπ σουτ, μετά από δεξιά ντρίμπλα και αυτό είναι ένα πλεονέκτημα που -αισθάνομαι- ότι δεν μπορούσε να αφήσει ασυγκίνητο τον Αργύρη Πεδουλάκη. Όπως δεν μπορούσε να τον αφήσει ασυγκίνητο η προοπτική απόκτησης κοινοτικού διαβατηρίου, η οποία θα προσφέρει στους «πράσινους» την δυνατότητα για έναν επιπλέον μη κοινοτικό.

Στο δια ταύτα, με τις πρώτες αυτές κινήσεις, ο Παναθηναϊκός κάλυψε δυο κεφάλαια στα οποία πέρυσι πήγε αδιάβαστος. Πλέον οι βασικές κινήσεις που του απομένουν, είναι δύο. Η πρώτη να κλείσει έναν σέντερ που να μπορεί να παίζει με πλάτη ώστε να αποκτήσει απειλή και από το low post και προς αυτή την κατεύθυνση τον καλύπτουν οι ελληνικές επιλογές του: η ακριβή με τον Γιάννη Μπουρούση και η οικονομικότερη με τον Ίαν Βουγιούκα. Η δεύτερη , είναι να αποκτήσει ένα «τριάρι» που απαραίτητα να σουτάρει με ψηλά ποσοστά από το τρίποντο για να συμπληρώσει την γκάμα των βασικών προϋποθέσεων μιας ολοκληρωμένης ομάδας.

Κι όλα αυτά με μια παράμετρο που δεν πρέπει να ξεχνάμε: Η μετάβαση στην «μετά Διαμαντίδη» εποχή μπορεί να είναι ακόμη πιο δύσκολη από την μετάβαση στην αντίστοιχη «μετά Ομπράντοβιτς». Κατά σύμπτωση και τις δυο ανέλαβε να τις διαχειριστεί ο ίδιος άνθρωπος: ο Αργύρης Πεδουλάκης.

Best of internet