Το χάσαμε το κορμί, πατριώτες

Ο Γιώργος Παπαγιάννης ανοίγει τα φτερά του και ρίχνει μαύρη πέτρα πίσω του

Το χάσαμε το κορμί, πατριώτες

Ο Νίκος Παπαδογιάννης χειροκρότησε μέσα στη νύχτα το κατόρθωμα του Γιώργου Παπαγιάννη και του στρώνει το κόκκινο χαλί προς την Αμερική.

Το χάσαμε το κορμί, πατριώτες

To ντραφτ του ΝΒΑ μου θυμίζει πάντοτε τον Ντράγκαν Τάρλατς. Πολύ αργά, ένα καλοκαιρινό βράδυ του 1995, μπήκαμε σε ένα αμερικάνικο μπαρ/εστιατόριο της Γλυφάδας και είδαμε τον «Τάκι» να τρώει τα νύχια του από αγωνία, μαζί με τον μάνατζέρ του. Τον ρωτήσαμε αν είχε κάποιο νέο και ταυτόχρονα μας ρώτησε και εκείνος το ίδιο πράγμα. Το ίντερνετ ήταν ακόμη σπάνιο πτηνό. Τηλεοπτική μετάδοση της τελετής δεν υπήρχε ούτε στην Αμερική, πόσο μάλλον στην Ελλάδα.

Ο Τάρλατς ήταν από τους ευλογημένους που φόρεσαν τη φανέλα των Σικάγο Μπουλς στο τέλος της δεκαετίας του Τζόρνταν. Δεν τον πρόλαβε ως συμπαίκτης, αλλά τον αντιμετώπισε ως αντίπαλος, με τη φανέλα του Ολυμπιακού, στο «Όπεν» του 1997 στο Παρίσι. Εκστασιασμένος, όπως όλοι μας εκείνη την ημέρα.

Ο underachiever Τάρλατς δεν μου πολυάρεσε ως παίκτης, αλλά μου άρεσε πολύ ως άνθρωπος. Υπήρξε για πολλά χρόνια αφανής ευεργέτης του σακατεμένου Μπόμπαν Γιάνκοβιτς, χωρίς να το γνωρίζουν οι τρίτοι. Κάθε φορά που τον βλέπω, το θυμάμαι και συγκινούμαι.

Θυμάμαι και τη χρονιά του Αντώνη Φώτση, όταν μαζευτήκαμε στο αρχηγείο του Κώστα Γαλάνη στους Αμπελοκήπους και παρακολουθήσαμε τη διαδικασία μέσω διαδικτύου. Χωρίς εικόνα, εννοείται.

Ο Αντώνης άκουσε το όνομά του στο νούμερο 48, όταν είχε πια ξημερώσει στην Ελλάδα. Στο ίδιο ντραφτ (2001), ο άγνωστος Πάου Γκασόλ, ένα χρόνο μεγαλύτερος μάλιστα του Φώτση, επελέγη στο νο 3, από τους Ατλάντα Χοκς.

Αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου το τροπάριο της βραδιάς: «Ελα μωρέ τώρα, ποιος Γκασόλ…».

Τα χρόνια που ακολούθησαν, το ντραφτ έγινε ρουτίνα και μπαναλιτέ για τους Ελληνες μπασκετμπολίστες (από Σχορτσανίτη μέχρι Σπανούλη, από Γλυνιαδάκη μέχρι Πρίντεζη, από Κουφό μέχρι Καλάθη, από Μαυροκεφαλίδη μέχρι Παπανικολάου και Αγραβάνη,  με πιονιέρο για την εποχή μας τον Ευθύμη Ρεντζιά) μέχρι που έφτασε η σειρά του Γιάννη Αντετοκούνμπο.

Ο πανηγυρισμός των δύο αδελφών, με την ελληνική σημαία να ανεμίζει, θα μπορούσε να γίνει σύμβολο της σύγχρονης Ελλάδας, εάν η σύγχρονη Ελλάδα ήταν πιο ανοιχτόμυαλη και λιγότερο ξενοφοβική... 

Ο Γιάννης από τον ταπεινό Φιλαθλητικό ήταν επιλογή-ριφιφί από τους Μπακς, στο νούμερο 15. Τρία χρόνια αργότερα, συγκαταλέγεται στους 30 κορυφαίους μπασκετμπολίστες του πλανήτη. Από το ντραφτ πέρασε στο μεταξύ και ο μεγαλύτερος αδελφός του, ο Θανάσης.

Και τώρα ο Γιώργος Παπαγιάννης. Στο νούμερο 13, ψηλότερα από κάθε άλλον Έλληνα στην ιστορία του αθλήματος. Ψηλότερα και από τον Αντετοκούνμπο. Ψηλότερα και από τον σχεδόν Έλληνα Στογιάκοβιτς. Στο ίδιο νούμερο με τον Κόμπι Μπράιαντ και με τον Καρλ Μαλόουν.

Στους Σακραμέντο Κινγκς, ως αποτέλεσμα προσυμφωνημένης ανταλλαγής με τους Φίνιξ Σανς («σας δίνουμε το νο8 για να μας δώσετε το νο13, αλλά θα πρέπει να διαλέξετε τον Έλληνα με το περίεργο όνομα»).

Το 13άρι του Γιώργαρου ήταν έκπληξη και μάλιστα μεγάλη, αφού ο Παπαγιάννης έχει ελάχιστο επαγγελματικό μπάσκετ στα πόδια του. 

Ο δεύτερος γύρος του ντραφτ μοιάζει με ψάρεμα σε αχαρτογράφητα θολά νερά μπας και τσιμπήσει κανένα λαβράκι, αλλά η «λοταρία» δεν είναι ούτε παίξε ούτε γέλασε. Κάθα lottery pick ισοδυναμεί με σοβαρή επένδυση εκ μέρους της ομάδας που το αποφασίζει.

Ουδείς χαραμίζει το νούμερο 10 ή 13 ή 16 για έναν άγνωστο παίκτη-στοίχημα με ελάχιστες προοπτικές καριέρας. Αυτοί συνήθως καταλήγουν στα χαμηλά της λίστας. Δεν είναι δα άλμα καριέρας, να επιλεγεί κάποιος στο 50 ή στο 55 ενός ντραφτ. 

Ο Παπαγιάννης, που κλείνει τα 19 του στις 3 Ιουλίου, δεν είναι μπαλωθιά στα τυφλά. Οι Κινγκς τον διάλεξαν για να του προσφέρουν συμβόλαιο (το πλουσιοπάροχο που προβλέπεται από το λεγόμενο rookie cap) και για να ποντάρουν πάνω του.

Ο Σέρβος Μπόγκνταν Μπογκντάνοβιτς, πρωταγωνιστής ήδη στην Ευρωλίγκα και φτασμένος παίκτης, δεν ήταν παρά μία πρόσθετη μάρκα στο αλισβερίσι ανάμεσα στους Κινγκς  και τους Σανς. Σκόρερς σαν τον Μπογκντάνοβιτς κυκλοφορούν δεκάδες στην Αμερική. Παπαγιάννηδες, όμως, όχι.

«Have height, will travel», λέει το παλαιό θέσφατο του μπάσκετ. Τα 2μ19 του νεαρού Έλληνα, με άνοιγμα χεριών 2μ29, είναι ένα κολοσσιαίο εχέγγυο επιτυχίας, αρκεί να συνδυαστεί με την απαραίτητη πρόοδο.

Ο Παπαγιάννης έχει καλή τεχνική, καταλαβαίνει το παιχνίδι, διαθέτει πλαστικές κινήσεις και γρηγοράδα, αποτελεί και προϊόν μίας σεβαστής στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού σχολής. Δεν είναι ούτε σφίχτης ούτε αργοκίνητο βαπόρι ούτε οικοδόμος. Θα παίξει πολύ και καλό μπάσκετ, ξεκινώντας ίσως με σκόρπια πεντάλεπτα.

«Ακόμη δεν είναι έτοιμος ο μικρός, έχει πολλά να μάθει», θα επισημάνει ο κυνικός. Και ποιος περίμενε ότι ο Αντετοκούνμπο θα γινόταν αμέσως βασικό γρανάζι των Μπακς; Εγώ πάντως νόμιζα ότι θα τον έστελναν για 1-2 χρόνια πίσω στην Ευρώπη.

Στο Μουντομπάσκετ U19, πέρυσι στην Κρήτη, ο Παπαγιάννης είχε μ.ο. 8,1 πόντους, 7,7 ριμπάουντ και 2,6 τάπες σε 21’ συμμετοχής, με 60% στα δίποντα και 70% στις βολές. Οι επιδόσεις αυτές μέτρησαν πολύ στα μάτια των Αμερικανών, ιδίως όταν πιστοποιήθηκαν (με 10π., 4ρ., 2 κοψ.) απέναντι στην ομάδα των ΗΠΑ.

Οι καλές εμφανίσεις του πανύψηλου τινέιτζερ στο φινάλε της περυσινής σεζόν με τα χρώματα του Παναθηναϊκού ήταν ένα κρίσιμο crash-test απέναντι σε 30άρηδες, ενώ οι προσωπικές του προπονήσεις με 22-23 ομάδες του ΝΒΑ τον τελευταίο μήνα, αυτές που τον κράτησαν εκτός Εθνικής Ανδρών, έπεισαν τους δύσπιστους.

Στο φετινό, μάλλον φτωχό σε ποιότητα ντραφτ, ο Γιώργος Παπαγιάννης ήταν από τα ονόματα που έκαναν πολύ θόρυβο.

Θα ήταν άραγε καλύτερη η χειρότερη η καμπύλη της εξέλιξής του εάν είχε προτιμήσει ένα αμερικανικό κολέγιο αντί του Παναθηναϊκού; Τα σχολεία που τον φλέρταραν το καλοκαίρι του 2014 ήσαν πολλά και αξιόλογα.

Ο μικρός (που πήγε γυμνάσιο στην περιοχή της Φιλαντέλφια και γνώριζε καλά τα αμερικανικά κατατόπια) το συζήτησε με τους γονείς του και αποφάσισε να γίνει επαγγελματίας στην πατρίδα του, με το βλέμμα βεβαίως στραμμένο στο ΝΒΑ.

Προσωπικά πιστεύω ότι η απόφασή του ήταν λανθασμένη, αλλά δεν μου πέφτει και λόγος. Στο NCAA o Παπαγιάννης θα είχε άπλετο χρόνο συμμετοχή μολονότι freshman, ενώ θα αντιμετώπιζε καθημερινά αντιπάλους δυνατούς, αλτικούς και γρήγορους. Στην Ελλάδα πόσο έπαιξε και ποιους είχε απέναντί του στο garbage time;

Στην περίπτωση του Παπαγιάννη, το πρόβλημα ήταν η στείρα σερβοκρατία της τελευταία διετίας στον Παναθηναϊκό.

Μολονότι η διοίκηση Γιαννακόπουλου είχε δώσει σαφή και ορθότατη εντολή για ελληνοποίηση, ο Ιβάνοβιτς και ο Τζόρτζεβιτς προτίμησαν να δώσουν τη δουλειά σε έμπειρους, στο όνομα του πρωταθλητισμού (για να μη πω τίποτε χειρότερο).  

O προπονητής που διόρθωσε την ανορθογραφία και ξανάδωσε στον Παπαγιάννη τα χαμένα ψήγματα αυτοπεποίθησης ήταν ο Αργύρης Πεδουλάκης, ο ίδιος που κάποτε γαλούχησε τον αμούστακο γίγαντα στο Περιστέρι.

Εάν ο Παναθηναϊκός είχε εξαρχής στο τιμόνι τον Πεδουλάκη, ή κάποιον άλλον προπονητή που αποδεδειγμένα ενδιαφέρεται για το μέλλον του ελληνικού μπάσκετ (π.χ. τον Παναγιώτη Γιαννάκη), ο Παπαγιάννης θα στεκόταν σήμερα δύο βήματα πιο μπροστά από το ήδη προχωρημένο τετραγωνάκι όπου βρίσκεται.

Θα είχε ωφεληθεί, παράλληλα, ο ίδιος ο Παναθηναϊκός. Στα δύο χρόνια της συνεργασίας με τον περιστεριώτη σέντερ που μάλιστα καλοπληρώθηκε για να εγκαταλείψει τις ΗΠΑ σε κρίσιμη ηλικία, οι «πράσινοι» καρπώθηκαν ελάχιστα οφέλη.

Ο Παπαγιάννης έχει άφθονο χρόνο μπροστά του για να καλύψει το χαμένο έδαφος, αλλά ο Παναθηναϊκός το έχασε το κορμί. Του χρόνου, στο Ευρωμπάσκετ, η Εθνική μας μπορεί να έχει δίδυμο σέντερ εισαγόμενο απ'ευθείας από το Σακραμέντο. 

Best of internet