Η ευλογημένη συμμορία

Σεβασμός, θαυμασμός και ζήλεια για τους ήρωες του '87

Η ευλογημένη συμμορία

O Nίκος Παπαδογιάννης θυμάται τις ευλογημένες μέρες του 1987 και παλεύει να ξεπεράσει την ανατριχίλα από τη χθεσινή εκδήλωση μνήμης. 

Η ευλογημένη συμμορία

H πρώτη χαιρετούρα που αντάλλαξα μόλις έφτασα στο ραντεβού των (πλην ενός…) ημιθέων του 1987 ήταν με τον Αργύρη Καμπούρη, τον «τίμιο γίγαντα» που υπέγραψε με τα ροζιασμένα χέρια του οικοδόμου το πιστοποιητικό του θαύματος. Το δεξί μου χέρι δεν θα το ξαναπλύνω ποτέ. Από όλους τους –ουκ ολίγους- larger than life ήρωες που ανέδειξε το ελληνικό μπάσκετ, ο Καμπούρης είναι ο πιο γήινος.

Μοιάζει με έναν κοινό θνητό, που επελέγη από τη Μοίρα για να προσθέσει το τελευταίο και πιο κρίσιμο λιθαράκι στο θαυμαστό οικοδόμημα. Ήταν γραφτό, να τελειώσει τη δουλειά ένας ευλογημένος άνθρωπος της διπλανής πόρτας.

Δείτε ξανά στο βίντεο πόσο τέλειες ήταν οι δύο βολές που εκτέλεσε, αυτός που κουτσά στραβά έβαζε μία στις δύο: «nothing but net», ασάλιωτες. Η μπάλα ζύγιζε τόννους, αλλά τίποτε δεν μπορούσε να καταστρέψει το σενάριο του ονείρου. Μέχρι τότε, ο Ανάργυρος που έγινε χρυσός είχε 11/20 βολές στο τουρνουά.

Έξω από τον «Διόνυσο», ένας 60άρης κύριος κοίταζε τον Καμπούρη με δέος. Οι ξένοι τουρίστες παρακολουθούσαν τη σκηνή με απορία. Άντε να τους εξηγήσεις, ότι αυτός ο ασπρομάλλης γίγαντας με το πέτρινο πρόσωπο έβγαλε κάποτε όλη τη χώρα στους δρόμους και άλλαξε τη ζωή δεκάδων χιλιάδων ανυποψίαστων ανθρώπων.

Πόσο ίδιος και πόσο διαφορετικός θα ήταν ο ελληνικός αθλητισμός εάν οι βολές του Καμπούρη έβρισκαν σίδερο;

Δύσκολα θα άντεχε δεύτερη παράταση η αποδεκατισμένη ελληνική ομάδα. Θα γινόταν, μάλλον, μεζές για την πεινασμένη αρκούδα. Η εκτόξευση θα έμενε κλειδωμένη στο χρονοντούλαπο. Αυτή τη στιγμή θα διαβάζατε κάποιο κείμενο για ποδόσφαιρο ή για στίβο…

Εβλεπα μπροστά μου αυτή τη γλυκιά, ευλογημένη «συμμορία» και ανατρίχιαζα σύγκορμος. Τους έσφιγγα το χέρι και ένιωθα σαν να έμπαινα σε κάποια παλιά, αγαπημένη ταινία.

Και ζήλευα. Τους ζήλευα και τους μακάριζα για την τύχη τους.

Πόσοι από εμάς μπορούν να ισχυριστούν ότι βύθισαν ένα έθνος σε κολυμβήθρα ευδαιμονίας; Πόσοι βοήθησαν τόσο κόσμο να φάει γλυκό ψωμί; Πόσοι έγιναν εικονίσματα μόνο και μόνο επειδή έπαιξαν με επιδεξιότητα μία μπάλα; Πόσοι βρέθηκαν στον κατάλληλο τόπο την κατάλληλη στιγμή, όταν η συζυγία των πλανητών ευνοούσε για να γραφτεί ιστορία;

Το ίδιο μαγικό ραβδάκι άγγιξε τους ποδοσφαιριστές μίας άλλης ουρανοκατέβατης Εθνικής Ελλάδας 17 χρόνια αργότερα, μόνο που ο δικός τους σπόρος έπεσε σε άγονη γη και έμεινε εγκληματικά ανεκμετάλλευτος.

Ο Παναγιώτης, ο Φάνης, ο άλλος Παναγιώτης, ο Αργύρης, ο Νίκος, ο άλλος Νίκος, ο Μέμος, ο Λιβέρης, ο Μιχάλης, ο τρίτος Παναγιώτης, ο τρίτος Νίκος.

Και ο τέταρτος Νίκος, ο μεγαλύτερος απ’όλους, ο ακατάδεχτος, που επιμένει να αγνοεί τους παλαιούς του συνοδοιπόρους, στο όνομα κάποιου παλαιού πείσματος ενάντια στη διοίκηση της Ομοσπονδίας.

Σε μία απροσδόκητη έκρηξη χιούμορ, η ΕΟΚ όρισε να γίνει η δεξίωση σε κέντρο της οδού Ροβέρτου Γκάλλι... 

«Δεν είναι σωστό να μιλάμε για τους απόντες», είπε ο Γιώργος Βασιλακόπουλος. Είχε δίκαιο, αλλά μόνο κατά το ήμισυ. Για το χατίρι του Γκάλη (και των υπολοίπων) έπρεπε να στρωθεί ένα χαλί που θα ξεκινούσε από τη Θεσσαλονίκη και θα έφτανε ως την Αθήνα. Δεν έφτανε μία χλιαρή τηλεφωνική πρόσκληση από τα χείλη του μάνατζερ της τωρινής Εθνικής ομάδας.

Μήπως όμως ήταν ο μοναδικός απών; Ο Ευθύμης Κιουμουρτζόγλου ήταν το δεξί χέρι του Κώστα Πολίτη το 1987, αλλά προσπεράστηκε, μαζί με τους υπόλοιπους αφανείς εργάτες του πάγκου. Από τους 7-8 ανθρώπους που πλαισίωναν τους παίκτες και τον πρώτο προπονητή, εμφανίστηκε στην εκδήλωση μόνο ο γιατρός Κώστας Παρίσης, διοικητικό στέλεχος της ΕΟΚ επί σειρά ετών.    

Δεν ήμουν στο γήπεδο τη μέρα του τελικού. Νεοσύλλεκτος στην αλήστου μνήμης «Απογευματινή» και μη διαπιστευμένος στο Ευρωμπάσκετ, έμεινα πίσω στο γραφείο για να συλλέξω τα τηλεγραφήματα των πολιτικών αρχηγών (που βρίσκονταν όλοι στο ΣΕΦ) και για μεταμεσονύκτιο (μουσκεμένο) ρεπορτάζ στη γειτονική πλατεία Ομονοίας.  

Έχασα και τον ημιτελικό με τη Γιουγκοσλαβία, επειδή δεν βρήκα εισιτήριο. Έχασα και τον προημιτελικό με την Ιταλία, επειδή ο συγχωρωμένος προϊστάμενός μου, Μανώλης Γαρυφαλλάκης, με έστειλε στον «Τάφο του Ινδού» να καλύψω τις εκλογές του ερασιτέχνη Παναθηναϊκού (αυτές που ανέδειξαν στον προεδρικό θώκο τον Παύλο Γιαννακόπουλο).

Είδα όμως από την εξέδρα τους πρώτους 5 αγώνες της Εθνικής, διότι ήμουν από τους προνοητικούς που πήγαν στα εκδοτήρια μήνες ολόκληρους πριν το πρώτο τζάμπολ. Προνοείν, ου μετανοείν χρη τον άνδρα τον σοφόν. Ήμουν και φοιτητής της Φιλοσοφικής τότε.

«Θέλω εισιτήρια για όλους τους αγώνες της Ελλάδας στον Όμιλο και για τον τελικό», είπα. Πού να φανταστώ ότι η Εθνική μας θα έπαιζε προημιτελικό και ημιτελικό;

Και, ναι, ήμουν ο μοναδικός υποθέτω Έλληνας που είχε εισιτήριο για τον μεγάλο τελικό αλλά δεν μπόρεσε να πάει στο ΣΕΦ.

Από ένα απίστευτο καπρίτσιο της τύχης, το «μαγικό χαρτάκι» κατέληξε στα χέρια ενός 16χρονου παιδιού, που ήταν εξάδελφος ενός συναδέλφου στο γραφείο: «Δώσ’το μου να το πασάρω στο ξαδερφάκι μου που παίζει μπάσκετ, θα τρελαθεί από τη χαρά του».  

Το όνομα του άγνωστου σε εμένα νεαρού ήταν Γιώργος Σιγάλας. 

Best of internet