Οπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα μου φυτρώνει!

To δεύτερο Final 4 στο Βερολίνο βρίσκεται στην κυριολεξία προ των πυλών (του Βρανδεμβούργου) και ο Βασίλης Σκουντής κάνει μια βόλτα στο δρόμο υπό τας φιλύρας, που κι αυτές πρέπει να  τις φύτεψαν Ελληνες γκασταρμπάιτερ!  

Οπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα μου φυτρώνει!

Εμφορούμενος από την αγωνία του για τα μελλούμενα ο Γιώργος Σεφέρης είχε γράψει σε ένα ποίημα του πως “όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει” και μετά από ογδόντα χρόνια τολμώ εγώ ο βλάσφημος να παραφράσω τον στίχο του...

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα, με πωρώνει!

Γελώ τώρα που το γράφω, αλλά επειδή ένα από τα σπουδαιότερα αξιοθέατα του Βεριλίνου είναι περιβόητος δρόμος υπό τας φιλύρας, το ρηθέν υπό του Νομπελίστα ποιητή, σηκώνει και δεύτερη παράφραση...

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα μου... φυτρώνει!

Ευλογημένος από τον Θεό και αξιωμένος από την καλή επαγγελματική μοίρα μου, ταξίδεψα σήμερα το πρωί στο 29ο Final 4 της καριέρας μου. Από τη Γάνδη έως το Βερολίνο , είκοσι εννιά στα είκοσι εννιά, δεν είναι παίξε γέλασε...

Δεν το γράφω για να το καυχηθώ, αλλά νομίζω ότι αυτό είναι ένα  ρεκόρ που δεν το έχει κανένας άλλος από το σινάφι μου σε ολόκληρη την Ευρώπη και περισσότερο από υπερήφανο ως αφοσιωμένο ζηλωτή του μπάσκετ με κάνει να πωρώνομαι κάθε φορά που πλησιάζει αυτή η αγία εβδομάδα του μπάσκετ!

Σε κάμποσα από δαύτα τα Final 4 ταξίδεψα ιδίοις εξόδοις, σε άλλα τρώγαμε με χρυσά κουτάλια! Πρόπερσι στο Μιλάνο, πήγα αυθημερόν για τον τελικό και έμεινε λιγότερο από 24 ώρες, ενώ στην παρθενική διοργάνωση το 1988 στη Γάνδη, μαζί με την ομάδα της ΕΡΤ ,καθίσαμε εκεί μια ολόκληρη εβδομάδα και λίγο έλειψε να μας καταδικάσει σε ισόβια εξορία ο Ιωαννίδης, επειδή, λέει, δεν είχαμε προσέξει από πριν το οικόσημο του “Auberge du Pecheur, όπου είχε καταλύσει η αποστολή του Αρη και δεν τον προειδοποιήσαμε για να λάβει τα μέτρα του...

Το οικόσημο σε αυτό το πολυτελές ερημικό πανδοχείο ήταν μια μαύρη γάτα!

Το θυμάμαι σαν να 'ναι τώρα, που είχαμε νοικιάσει  μια “Mercedes” για το πήγαινε - έλα από τη Γάνδη στις Βρυξέλλες με οδηγό έναν μεσήλικα Ελληνα μετανάστη, τον κύριο Κώστα, ο οποίος για να ανταποκρίνεται κιόλας στους κώδικες καλής συμπεριφοράς ενός καθώς πρέπει επαγγελματία σοφέρ φορούσε ένα ημίψηλο καπέλο και με τον συχωρεμένο τον Συρίγο, τον φωνάζαμε “Καπελαδούρα”!

Τις νοσταλγώ πολύ εκείνες τις μέρες της νιότης και της αθωότητας και δεν το κρύβω πως με κυριεύει κιόλας μια συγκίνηση, διότι έτυχε σε εκείνα τα πρώτα Final 4 να είμαι παρέα με τον συχωρεμένο τον Φίλιππα Συρίγο, ενώ σήμερα το πρωί ταξίδευα με τον γιο του, τον Γιωργάκη...

Γιωργάκη τον λέω και τώρα, όπως τότε στη Γάνδη, που παιδί δώδεκα χρονών, τον είχε κουβαλήσει μαζί του ο πατέρας του, επιβραβεύοντας τον επειδή δυο μήνες νωρίτερα είχε πάρει το δίπλωμα του Lower στα αγγλικά!

Γυρνάγαμε σαν τις άδικες κατάρες από 'δω κι από 'κει για τα ρεπορτάζ, ξενυχτούσαμε, τρώγαμε το  “οσομπούκο” που πάντοτε παράγγελνε ο συχωρεμένος και απαιτούσε να το τρώει και η παρέα του, αδειάζαμε τα μπουκάλια με το κόκκινο κρασί της Φλάνδρας και -για να πω την αμαρτία μου- λυπόμουν το παιδί που τράβαγε τόση ταλαιπωρία...

Του το 'πα μια μέρα απ' έξω απ' έξω του Φίλιππα, ότι είναι κρίμα να το τραβολογάμε νυχθημερόν, αλλά γύρισε με εκείνο το αμίμητο ύφος του,  του 'ριξε μια ξεγυρισμένη σφαλιάρα και ύστερα διατύπωσε με διθυραμβικό ύφος το πόρισμα του...

Αντέχει ο μαλάκας!

Και ω των συμπτώσεων, από την πολυτελή “Mercedes” με τον Καπελαδούρα κύριο Κώστα στη Γάνδη, τώρα που κάθομαι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου στο Βερολίνο και προσπαθώ να κάνω ζάφτι τη νοσταλγία και τη συγκίνηση μου, βλέπω φάτσα κάρτα την ίδια μάρκα και ακούω τον αντίλαλο της ίδια κακιάς λέξης!

Στα πενήντα μέτρα από το παράθυρο μου, απέναντι από το (γεμάτο από γκράφιτι) υπόλειμμα ή μάλλον... draft του ιστορικού τείχους του Βερολίνου  δεσπόζει η  O2 Arena, η οποία έχει μετονομασθεί πλέον σε Mercedes-Benz Arena!

Αφού λοιπόν ήπιαμε ένα σκασμό καφέδες κάτω από τον ηλιόλουστο βερολινέζικο ουρανό, μαζί με τους πρωινούς συνταξιδιώτες μου (τον συνομήλικο μου και εξ απαλών ονύχων συναγωνιστή Δημήτρη Καρύδα, τον Γιώργο Συρίγο, τον Νικήτα Αυγουλή και τον Χρήστο Καούρη) μπήκαμε στο γήπεδο για να παραλάβουμε τις κάρτες διαπίστευσης και να δούμε τι παίζει στο Κέντρο Τύπου...

Μπαίνοντας στο Κέντρο Διαπίστευσης κάποιος απ' όλους μας είπε τη λέξη “μαλάκας” και προτού αποσώσει την κουβέντα του ακούσαμε μερικά  ενθουσιώδη χαχανητά και στο καπάκι να και η ευγενική πρόσκληση...

“Καλώς τα παιδιά τα δικά μας. Περάστε από εδώ. Ανοίξαμε και σας περιμένουμε”!

Πράγματι είχαν ανοίξει και μας περίμεναν . Η Δέσποινα Αντωνογιαννάκη (που τη θυμόμουν και από την πρώτη φάση του περυσινού Ευρωμπάσκετ στο Ζάγκρεμπ και μάλιστα με είχε “σκλαβώσει” πηγαίνοντας η ίδια στην μπουτίκ για να μου αγοράσει μια μασκότ), ο Γιώργος Πουλίδης και ο Γιώργος Γκατζιλάκης προσφέρουν τις υπηρεσίες τους ως εθελοντές του Final 4 και μόλις μας είδαν και μας άκουσαν, πέταξαν τη σκούφια τους!

Είναι γνωστό πως όποια πέτρα κι αν σηκώσεις από τη Σαχάρα έως τη Γη του Πυρός και από την Αλάσκα μέχρι του... διαόλου τη μάνα, θα βρεις από κάτω έναν Ελληνα, πόσο μάλλον στη Γερμανία, η οποία  τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια ήταν ο πιο συνηθισμένος προορισμός των μεταναστών.

Τότε ερχόντουσαν εδώ κατατρεγμένοι από τη φτώχεια,  ρημαγμένοι από την γερμανική κατοχή και βασανισμένοι, ίσως και χαροκαμένοι από τον Εμφύλιο πόλεμο για να γίνουν γκασταρμπάιτερ, να βγάλουν το πικρό ψωμί της ξενιτιάς, που το έτρωγαν ακούγοντας από τα παλιά γραμμόφωνα τη φωνή του Καζαντζίδη και να κάνουν ένα κομπόδεμα για να ξαναγυρίσουν στην πατρίδα τους και να νιώσουν άνθρωποι.

Άτιμο νόστιμον ήμαρ!

Ανοίγω εδώ μια μικρή παρένθεση, διότι τότε που η Ελλάδα  έδιωχνε τα παιδιά της και ξεπούλαγε αντί πινακίου φακής το πιο παραγωγικό εργατικό δυναμικό της, προς χάριν της εισαγωγής συναλλάγματος, οι μετανάστες ερχόντουσαν στη Γερμανία και αποκαλούνταν “τεμάχια”!

“Τεμάχια” που τα πέρναγαν από ψιλό κόσκινο οι μεν γερμανικές αρχές για να διαπιστώσουν ότι είναι υγιείς και ικανοί να εργασθούν, οι δε ελληνικές για να (ξεψαχνίσουν τους φακέλους τους και) να τους προμηθεύσουν με τα περιβόητα και αισχρά πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων...

Εκείνη την εποχή ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος δήλωνε ότι “η μετανάστευσις είναι ευλογία δια τον τόπον μας” , αλλά πολύ φοβάμαι πως μετά από εξήντα χρόνια για πολλούς νέους ανθρώπους που είδαν τα όνειρα τους να αιχμαλωτίζονται μέσα στα μνημόνια, αυτή η ρουφιάνα είναι αναγκαστική επιλογή!

Για να μην ξεχνιέμαι, η Δέσποινα Αντωνογιαννάκη που κατάγεται από το Ηράκλειο της Κρήτης και ζούσε στη Θεσσαλονίκη, την έκανε με ελαφρά πηδηματάκια πριν από δυο χρόνια, εγκαταστάθηκε στο Μπάμπεργκ, όπου εργάζεται και συνάμα βγάζει τα μπασκετικά απωθημένα της σε διπλό ταμπλό: αφενός παρακολουθεί τους αγώνες της Μπροζ Μπάσκετς και επευφημεί  τον Νίκο Ζήση και αφετέρου εδώ και έξι μήνες σφυρίζει σε αγώνες της λίγκας Oberfranken.

Ο Γιώργος Γκατζιλάκης μένει στο Μόναχο και εργάζεται σε μια εταιρεία sports marketing η οποία συνεργάζεται με τη FIFA σε θέματα διαφήμισης και προώθησης τoυ ποδοσφαίρου.

Ο Γιώργος Πουλίδης ήρθε στο Βερολίνο πριν από έξι μήνες, αφού πέρασε κάμποσα χρόνια ως φοιτητής στην Περούτζια και στην Πάντοβα. Σπούδασε παιδοψυχολόγος και παράλληλα με την επιστημονική απασχόληση του, παίζει και αυτός ως διαιτητής στα τοπικά πρωταθλήματα της περιοχής, μάλιστα περιμένει στη νέα σεζόν να προαχθεί στην Α2...

Τρία νέα παιδιά, που αρνήθηκαν  να κάτσουν στ' αυγά τους και με πόνο ψυχής παράτησαν την πατρίδα τους για να μη σκοτώσουν τα όνειρα τους, για να ξεφύγουν από τη μιζέρια της Ελλάδας και να μην τρώνε τις σάρκες τους.

Τρία νέα παιδιά, τρεις διαφορετικές, αλλά... ίδιες ανθρώπινες ιστορίες, οι οποίες συναντήθηκαν σε ένα μικρό δωμάτιο της “Mercedes-Benz Arena” και την ώρα που εξακριβώνουν τα στοιχεία των διαπιστευμένων δημοσιογράφων από την πατρίδα τους, τους βγάζουν φωτογραφίες,  πλαστικοποιούν τις κάρτες τους και λένε δυο κουβέντες μαζί τους στα πεταχτά, ο λογισμός τους τρέχει στην Ελλάδα, αλλά η λογική τους τους κρατά στη Γερμανία...

ΥΓ: Αuf Wiedersehen Γιώργο, Δέσποινα, Γιώργο. Και εάν κάποτε το θελήσετε και εφόσον, διάβολε, οι καιροί ξαναγίνουν μενετοί, ε τότε, καλή πατρίδα σύντροφοι!