Το λυκόφως των θεών!

Ο Κόμπε Μπράιαντ κατέβηκε έμπλεος συγκίνησης από τη σκηνή, και με αφορμή αυτό το Χολιγουντιανό φινάλε, ο Βασίλης Σκουντής ανατρέχει σε άλλες δυο περιπτώσεις που έπεσαν τα τσιμέντα!  

Το λυκόφως των θεών!

Πέσανε όλα, μα όλα, μαζεμένα τη νύχτα της Τετάρτης και αυτή η συσσώρευση μαγικών στιγμών, όπου θυμίζει εκείνο το παλιό τραγουδάκι που έλεγε “μα θαρρώ πώς θα τα μπλέξω, απ' την Κική και την Κοκό ποια να διαλέξω, την Κική την αγαπώ, μα μ' αρέσει κι η Κοκό”!

Τούτο βεβαίως αποτελεί ένα ψευτοδίλημμα διότι με όλη μου τη συμπάθεια προς τους Γουόριορς των 73 νικών και τον Στεφ Κάρι των 402 τριπόντων, προφανώς τα δικά τους επιτεύγματα μπροστά στο συγκλονιστικότερο “αντίο” στα χρονικά του παγκοσμίου μπάσκετ είναι απλές οδοντόκρεμες! 

Όντως στο “Staples Center” η περιρρέουσα ατμόσφαιρα ξέφυγε κατά πολύ από τα όρια της συγκίνησης και αιωρήθηκε ανάμεσα στην κατάνυξη και στη θρησκευτική ευλάβεια: με όλα όσα συνέβησαν, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως οι Λέικερς, ο κόσμος, οι αντίπαλοι, οι τηλεθεατές, το ΝΒΑ και όλη η μπασκετική πλάση δεν αποχαιρέτησαν έναν παίκτη, έναν σούπερ σταρ και ένα είδωλο, αλλά έναν σύγχρονο “θεό”! 

Η εν πάση περιπτώσει κάποιον, που μάλλον είχε ξεπεράσει την υπόσταση ενός θνητού! 

Για να γυρίσω σε εκείνο που επισήμανα παραπάνω, νιώθω πως δεν υπερέβαλα ούτε κατά μία κεραία, χαρακτηρίζοντας το “Mamba out” ως το συγκλονιστικότερο αντίο στα χρονικά του μπάσκετ και ως ένα από τα πλέον αξιομνημόνευτα στην ιστορία των σπορ. Το μόνο που του έλειπε σε αυτή τη μνημειώδη στερνή παρουσία του ήταν να φύγει κρατώντας τα χέρια του το ιερό δισκοπότηρο του πρωταθλητή, αλλά αυτό το... χαλβαδιάζει μια άλλη ομάδα της Καλιφόρνιας!

Δεν μαρτυράω, αλλά τη λένε Γκόλντεν Στέιτ και είναι αυτή που θα επιδιώξει να διατηρήσει τα σκήπτρα της, αγωνιζόμενη έως το τέλος υπέρ βωμών και εστιών... 

Ο Κόμπε δεν κατέβηκε από τη σκηνή ως πρωταθλητής, αλλά μπροστά σε αυτό το "farewell party" τύφλα να ' χουν οι τίτλοι και τα χρυσά δαχτυλίδια: το φινάλε του, πασπαλισμένο από δάκρυα, “encore” και εξήντα πόντους που έβαλε ο αθεόφοβος, σουτάροντας πενήντα φορές μέσα σε 42 λεπτά τη στρογγυλή ερωμένη του (!), δεν ήταν απλώς ένα κύκνειο άσμα, αλλά μια μοναδική και ανεπανάληπτη ραψωδία. 

Ένα πανηγυρικό ρέκβιεμ, που προφανώς θα το ζήλεψαν όλοι όσοι ασχολούνται με τα σπορ και φαντάζομαι πως πολλοί από δαύτους, στη βραδινή προσευχή τους θα παρακάλεσαν τον Πανάγαθο να τους επιφυλάξει μια ίδια (αθλητική) εξόδιο ακολουθία!

Ένα τέτοιο, στην κυριολεξία, Χολιγουντιανό φινάλε! 

Παρεμπιπτόντως και επειδή οι συγκρίσεις, οι παραλληλισμοί, οι αντιδιαστολές και τα τοιαύτα έχουν πάντοτε την τιμητική τους, οφείλω να υπενθυμίσω ότι το αντίο του (θεωρούμενου ως κορυφαίου όλων των εποχών) Μάικλ Τζόρνταν ήταν πολύ φτωχικό και αταίριαστο με τη φήμη και τα κατορθώματα του.

Ήταν 16 Απριλίου του 2003 στη Φιλαδέλφεια, όπου οι Γουίζαρντς με τους οποίους έγραψε τους τίτλους τέλους της καριέρας του ηττήθηκαν με 107-87 από τους Σίξερς με τον “Air”να αγωνίζεται 28 λεπτά και να σκοράρει 15 πόντους, ενώ ο κόσμος φώναζε “We want Mike” φέρνοντας σε δύσκολη θέση τον (τότε προπονητή της ομάδας της Γουάσινγκτον) Νταγκ Κόλινς. 

Έχει βεβαίως εξήγηση η χαώδης διαφορά ανάμεσα στα δυο φινάλε και τούτη δεν έχει να κάνει μόνο με το ότι η αύρα των Λέικερς δεν συγκρίνεται με εκείνη των Μπούλετς (και μετέπειτα Γουίζαρντς) ή με το πόσο άλλαξε το τοπίο στα media και δη στα social media...

Πλάκα πλάκα ενώ ο Κόμπε το είπε νωρίς μέσα στη σεζόν ότι αποχωρεί, με τον Τζόρνταν κανείς δεν έβαζε το χέρι του στη φωτιά, καθότι μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε ήδη αποσυρθεί δυο φορές, ωστόσο επέστρεψε, πρώτα στους Μπουλς (το περιβόητο “Second coming”) και ύστερα στους Γουίζαρντς. 

Άλλες συνθήκες υπήρχαν τότε, άλλες έχουν διαμορφωθεί τώρα, ως εκ τούτου η αποχώρηση του “Black Mamba” δεν αποτελεί συγκρίσιμο μέγεθος με καμιά του παρελθόντος και δεν ξέρω με ποια του μέλλοντος θα μπορεί να αντιπαρατεθεί. Αυτή είναι όμως μια κουβέντα που θα ανοίξει όταν αποφασίσουν να πουν το αντίο, ο Λεμπρόν, ο Κάρι, ο Ντουράντ, ο Γουέιντ, ο Γουέστμπρουκ και οι υπόλοιποι σούπερ σταρ της σημερινής εποχής...

Όσα χρόνια κι αν περάσουν, όμως, τα συναισθήματα τα οποία διήγειρε το αντίο του Κόμπε μοιάζουν μοναδικά: περισσότερο από ένας μεγάλος σταρ, ο Μπράιαντ υπήρξε η σημαία μιας ένδοξης ομάδας την οποία κατέστησε ενδοξότερη με τους πέντε τίτλους στους οποίους έβαλε τη σφραγίδα του και μάλιστα έζησε και πέθανε μαζί της επί μια εικοσαετία. Υπήρξε επίσης η εικόνα μιας εποχής, που τελειώνει με την αποχώρηση του και συνάμα το αυθεντικότερο σύμβολο ενός στιλ μπάσκετ το οποίο αρχίζει να ξεπερνιέται από τη νομοτέλεια της εξέλιξης των πραγμάτων... 

Ο Κόμπε ήταν, είναι και θα παραμείνει το απόλυτο trademark μιας ελκυστικής (αλλά και παραγωγικής σε ό,τι αφορά τα αποτελέσματα) μπασκετικής τεχνοτροπίας, αλλά πέρα από τους τίτλους, τις διακρίσεις, το ταλέντο και το ξεχωριστό στιλ, (εκτιμώ ότι) η παγκόσμια πιάτσα κλίνει ευλαβικά το γόνυ μπροστά του για τη φιλοσοφία με την οποία προσέγγισε το μπάσκετ, για την εργατικότητα, για την αφοσίωση, για τη στοχοπροσήλωση, για την πνευματική δύναμη, για το πείσμα, για την επιμονή, για τη νοοτροπία του νικητή και για να μην τα πολυλογώ-για όλα όσα του αναγνώρισε στην επιστολή του το ΝΒΑ.

Αυτό το “Dear Kobe” και το πρότερο δικό του “Dear Basketball”, νομίζω πως θα πρέπει να γίνουν τα φυλακτά, τα ιερά κειμήλια και τα προσευχητάρια όλων όσοι έχουν κυριευθεί ή θα κυριευθούν στο μέλλον από τη μαγεία των σπορ και θέλουν να κάνουν το όνειρο τους πραγματικότητα... 

Μιας και το 'φερε προηγουμένως η κουβέντα στις αποχωρήσεις μεγάλων σταρ, με αφορμή το φινάλε του Κόμπε, στο δικό μου μυαλό μένουν ανεξίτηλα χαραγμένες δυο από δαύτες που τις έζησα ως αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυς: το “Δράκος out” και το “Πύρρος out”... 

Το αντίο του Παναγιώτη Γιαννάκη στις 2 Αυγούστου του 1996, στο “Georgia Dome” της Ατλάντα, μετά τον τελευταίο αγώνα του Ολυμπιακού Τουρνουά με τη Βραζιλία (από την οποία αποχωρούσε επίσης ο μεγάλος Οσκάρ Σμιντ) το συμπεριλαμβάνω σε μια από τις συγκλονιστικότερες εικόνες που έχω βιώσει στην καριέρα μου, μολονότι την μπάνισα από την... κλειδαρότρυπα! 

Ο “Δράκος” ζήτησε απ' όλους να βγουν έξω από τα αποδυτήρια και έμεινε μονάχα με τους έντεκα συμπαίκτες του, οι οποίοι μετά από λίγα λεπτά έβγαιναν κλαμμένοι και φορώντας ένα στεφάνι στο κεφάλι τους...

Μέσα σε αυτό το σκηνικό που έμοιαζε βγαλμένο από αρχαία τραγωδία, ρώτησα τον Σιγάλα “γιατί κλαίτε;” και ο Γιώργος χωρίς να το σκεφτεί μου απάντησε ως εξής: “Δεν κλαίμε επειδή φεύγει ο Γιαννάκης, αλλά επειδή φεύγει το ίδιο το μπάσκετ”! 

Οκτώ χρόνια αργότερα,, έτυχε να είμαι παρών στο ονειρώδες κύκνειο άσμα του Πύρρου Δήμα στη Νίκαια, όπου (δεν το κρύβω πως) με πήραν κι εμένα τα ζουμιά! 

Το ημερολόγιο έδειχνε 21 Αυγούστου του 2004 και το βράδυ που ο Πύρρος κατακτούσε το τέταρτο Ολυμπιακό μετάλλιο του (το χάλκινο, μετά από τα τρία χρυσά, στην κατηγορία των 85 κιλών) και έγραφε το τέλος σε μια συναρπαστική καριέρα, έπεσαν τα τσιμέντα του νεόδμητου “σπιτιού των βαρέων αθλημάτων”!

Με το που ολοκληρώθηκε ο τελευταίος αγώνας του, σε μια απολύτως συμβολική κίνηση, ο Πύρρος έβγαλε τα παπούτσια του, τα ακούμπησε σεπτά μπροστά στην μπάρα σαν τάμα σε εικόνα στην εκκλησία και ενώ ήδη είχε βουρκώσει άνοιξε την αγκαλιά του για να χωρέσει μέσα τα τρία παιδιά του, που ανέβηκαν στο ταπί για να μοιραστούν μαζί του αυτή την ιερή στιγμή.

Την ίδια στιγμή, πάνω από έξι χιλιάδες άνθρωποι που είχαν κατακλύσει τις εξέδρες σηκώθηκαν όρθιοι, φώναζαν “Ελλάς, Ελλάς” του χάρισαν μια μοναδική στα χρονικά των Ολυμπιακών Αγώνων, αποθέωση.

Ο Γιάννης Θεοδωρακόπουλος είπε από το μικρόφωνο της ΕΡΤ “αυτή η στιγμή δεν περιγράφεται” και δεν είχε άδικο: το “standing ovation” διήρκεσε πάνω από δέκα λεπτά, ο Πύρρος ένιωθε αμήχανα διότι έβλεπε τον Ασανίτζε και τον Ριμπακόφ να στέκονται στην άκρη και να περιμένουν την τελετή της απονομής, που καθυστέρησε αρκετή ώρα, κατά παράβασιν του αυστηρού πρωτοκόλλου!

ΥΓ: Τελικά, έχω την εντύπωση πως μπροστά σε ένα τέτοιο αποθεωτικό φινάλε να ΄χει μια ολόκληρη ένδοξη καριέρα. Τέτοιες στιγμές επιβεβαιώνουν απολύτως τον τίτλο του τελευταίου μέρους της περίφημης όπερας του Ρίχαρντ Βάγκνερ: Το λυκόφως των θεών!

Best of internet