Πήρε φωτιά το Κορδελιό!

Πήρε φωτιά το Κορδελιό!

Πήρε φωτιά το Κορδελιό!

Η Πινάρ Καρσίγιακα στέφθηκε πρωταθλήτρια Τουρκίας στέλνοντας αδιάβαστους τους κουμπάρους και ο Βασίλης Σκουντής γράφει για το καμάρι του παλιού Κορδελιού και για το σταριλίκι του προπονητή της...

Όταν το 1972 η Χαρούλα Αλεξίου ερμήνευε για πρώτη φορά το τραγούδι που έγραψαν ο Πυθαγόρας (τους στίχους) και ο Απόστολος Καλδάρας (τη μουσική) προφανώς δεν φαντάζονταν πόσο αληθινό θα έβγαινε και πόσο επίκαιρο θα παρέμενε μετά από σαράντα τρία χρόνια...

Πήρε φωτιά το Κορδελιό,
καίγονται τα μορτάκια,
γλεντάνε στο Καφέ Αμάν
Ρωμιοί και χανουμάκια!

Το Κορδελιό (ή Περαία) όπως είναι η παλιά ελληνική ονομασία της Καρσίγιακα πήρε φωτιά στην κυριολεξία και μεταφορικά, για χάρη της ομάδας μπάσκετ, που στέφθηκε απροσδόκητα πρωταθλήτρια Τουρκίας και τίναξε την μπάνκα των πατρικίων της Κωνσταντινούπολης!

Η Πινάρ Καρσίγιακα ιδρύθηκε το 1966 και εδρεύει στο παλιό Κορδελιό, στη νοσταλγική και συναισθηματικά έντονη ανάμνηση του οποίου οι ξεριζωμένοι από τη Σμύρνη πρόσφυγες δημιούργησαν (μετά τη Μικρασιατική καταστροφή) το Νέο Κορδελιό και το Άνω Κορδελιό, που βρίσκονται βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης και πλέον συμπεριλαμβάνονται στον ενοποιημένο δήμο Κορδελιού-Ευόσμου.

Πλάκα πλάκα έχει και αυτός ο προσφυγικός Δήμος μια καλή ομάδα μπάσκετ, τον Αίαντα Ευόσμου από τον οποίο αναδείχθηκε ο Νίκος Χατζηβρέττας, αλλά δεν μπορεί να συγκριθεί με εκείνη του παραθαλάσσιου προαστίου που απέχει δέκα τρία χιλιόμετρα από το κέντρο της Σμύρνης και σημαίνει αντίπερα ακτή!

Μετά από 28 χρόνια προσμονής η Πινάρ Καρσίγιακα ξαναβρέθηκε στην αντίπερα ακτή βάζοντας από κάτω της τις παραδοσιακές δυνάμεις του τουρκικού μπάσκετ, τις οποίες μάλιστα ξεπάστρεψε τη μία μετά την άλλη: στους ημιτελικούς έβγαλε νοκ άουτ τη Φενέρμπατχτσε Ούλκερ με 3-1 και στη σειρά των τελικών καθάρισε σαν αυγό την Αναντολού Εφές με 4-1.

Τούτου δοθέντος, στον έβδομο ουρανό ο Σαρίτσα και τέζα οι κουμπάροι!

Εδώ ήρθαμε, όπως λένε και στο σινεμά, διότι ο παλαίμαχος πόιντ γκαρντ της Εφές Πίλσεν και της Ούλκερ έβαλε τα γυαλιά στον Ομπράντοβιτς και στον Ιβκοβιτς, αποδεικνύοντας με τον πλέον εμφατικό τρόπο (3-1 στους ημιτελικούς και 4-1 στους τελικούς) και για άλλη μια φορά ότι τα πολλά λεφτά και τα μεγάλα ονόματα δεν φέρνουν την ευτυχία: αυτή βεβαίως είναι μια υπόθεση, που παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και επιφυλάσσομαι να την ανοίξω λίαν συντόμως, αφενός διότι ο Ντούντα και ο Ζέλικο έχουν σημαδέψει πολύ έντονα το (παγκόσμιο και ειδικότερα) το ελληνικό μπασκετικό γίγνεσθαι και αφετέρου επειδή η εφετινή σεζόν αποβαίνει ολέθρια για όλο το σινάφι των πάλαι ποτέ αδιάφθορων Γιουγκοσλάβων προπονητών.

Επιστρέφω στο... λαογραφικό σκέλος της υπόθεσης, καθότι η ομάδα μπάσκετ της Καρσίγιακα αποδείχτηκε τόσο όμορφη, όσο τη θέλει η παράδοση της περιοχής. Ανέκαθεν το Κορδελιό φημιζόταν για τις ωραίες γυναίκες της, οι οποίες μάλιστα ενέπνευσαν την ελληνική λαϊκή μούσα. Η έδρα της Καρσίγιακα έχει την τιμητική της σε αρκετά παλιά Σμυρναίικα παραδοσιακά τραγούδια όπως το «Αραμπάς περνά, σκόνη γίνεται» και το «Τι σε μέλλει εσένανε από πού είμαι εγώ, απ’ το Καραντάσι φως μου ή απ’ το Κορδελιό».

Πριν από το «Πήρε φωτιά το Κορδελιό», η ελληνική δισκογραφία καταχώρησε για πρώτη φορά στα περιεχόμενα του το Κορδελιό με το τραγούδι «Μια Κορδελιώτισσα» που έγραψε ο Μάρκος Βαμβακάρης και ερμήνευσε η Αντζελα Γκρέκα («Τρελή μου Κορδελιώτισσα, ξανθιά γαλανομάτα, που τρέλανες το Κορδελιό με τα γλυκά σου μάτια»).

Πέρα από τις όμορφες γυναίκες, το Κορδελιό (με τους Ελληνες να αποτελούν την πλειοψηφία των κατοίκων του) ήταν φημισμένο για τη φυσική ομορφιά του, άλλωστε από τον 19ο αιώνα, όταν συνδέθηκε κιόλας μέσω σιδηροδρομικής γραμμής και ατμοπλοίων με τη Σμύρνη, εξελίχθηκε από ένα μικρό χωριό σε ένα κοσμοπολίτικο θέρετρο, με εντυπωσιακές επαύλεις, κινηματογράφο, θέατρο, λέσχες ψυχαγωγίας κοκ. Στη σύγχρονη εποχή η Καρσίγιακα αποτελεί τον πιο συνηθισμένο προορισμό των αξιωματικών του τουρκικού στρατού, ενώ διατηρεί ως διακριτικά χρώματα της το πράσινο και το κόκκινο, που χαρακτήριζαν την οθωμανική αυτοκρατορία.

Τα ίδια χρώματα έχει στη στολή της και η φρέσκια πρωταθλήτρια Τουρκίας με αποτέλεσμα να μοιάζει με τους Μιλγουόκι Μπακς!

Η Καρσίγιακα κατέκτησε τον πρώτο τίτλο της τη σεζόν 1986-87, νικώντας στη σειρά των ημιτελικών την Εφές Πίλσεν με 2-0 και στους τελικούς τη Γαλατασαράι με 2-1. Προπονητής εκείνης της ομάδας ήταν ο Ναντίρ Βεκίλογλου, ενώ το ρόστερ απάρτιζαν (όπως και τώρα) άσημοι Τούρκοι παίκτες, όπως ο Μπασαράν, ο Ολτσα, ο Μισιρλίογλου, ο Νταγκντελέν, ο Μπακτσί και οι Αμερικανοί Μέλβιν Λι Ντέηβις και Τζον Γουάιλι.

Είκοσι οκτώ αργότερα η Καρσίγιακα επέστρεψε στον θρόνο του τουρκικού πρωταθλήματος συμμετέχοντας παράλληλα και στο Εurocup, όπου έφτασε μέχρι την προημιτελική φάση, μάλιστα στην πρώτη φάση της διοργάνωσης αντιμετώπισε τον ΠΑΟΚ, με απολογισμό μια ήττα στην έδρα της (81-87 μετά από δυο παρατάσεις) και μια νίκη στην Πυλαία (79-74).

Στο ρόστερ της Καρσίγιακα υπάρχουν δυο Αμερικανοί παίκτες με ελληνικό παρελθόν: ο απόφοιτος του Ομπερν Κένι Γκάμπριελ ο οποίος αγωνίσθηκε πέρυσι στο Ρέθυμνο και ο εκ του Οχάιο Στέιτ ορμώμενος Τζον Ντίμπλερ που πέρασε από τον Πανιώνιο τη σεζόν 2011-12. Στο παρελθόν η Πινάρ έχει στεγάσει άλλους τέσσερις παίκτες με θητεία στην Ελλάδα: τους Αμερικανούς Σον Μάρσαλ (Αρης) και Χένρι Ντόμερκαντ (Ολυμπιακός), τον Σκοπιανό Βρμπίτσα Στεφάνοφ (ΑΕΚ, Ολυμπιακός) και τον Ουρουγουανό Εστεμπάν Μπατίστα (Παναθηναϊκός).

Ο Κολομβιανός (από το κολέγιο του Λούιβιλ) Χουάν Παλάσιος, ο Μπόμπι Ντίξον, που πριν από μια εβδομάδα έλαβε την τουρκική υπηκοότητα και μετονομάσθηκε σε... Μοχάμεντ Αλι(!), ο Τζον Ντίμπλερ και ο Nτι Τζέι Στρόμπερι αποτελούν τις βασικές κολόνες της ομάδας η οποία τερμάτισε τέταρτη στην κανονική περίοδο, αλλά στα πλέι οφς τους πήρε όλους παραμάζωμα και έγραψε το δικό της υπέροχο παραμύθι. Αυτό το διθυραμβικό «happy end» ήταν κιόλας η πανηγυρική δικαίωση του Ουφούκ Σαρίτσα, που έστειλε αδιάβαστους τον Ζέλικο και τον Ντούντα.

Τον προπονητή της Καρσίγιακα η ελληνική μπασκετική πιάτσα τον γνώρισε το καλοκαίρι του 1989, ως αντίπαλο της τότε Εθνικής παίδων, στον ημιτελικό του Ευρωμπάσκετ παίδων στη Γκουέντσα της Ισπανίας. Στις 25 Αυγούστου, στον ημιτελικό της διοργάνωσης η ελληνική ομάδα (με προεξάρχοντες τους δυο Νικαιώτες: Οικονόμου 18π., Χατζησμάλης 11π.) νίκησε την Τουρκία με 64-61 και προκρίθηκε στον τελικό, όπου επιβλήθηκε της Γιουγκοσλαβίας και στέφθηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης.

Ο γεννημένος το 1972 Σαρίτσα ήταν ο καλύτερος Τούρκος παίκτης εκείνης της γενιάς και μαζί με τον κατά έναν χρόνο νεότερο Ιμπραήμ Κουτλουάι έμελλε να εξελιχθούν στους σταρ της επόμενης μέρας και να στηρίξουν το μπάσκετ της πατρίδας τους σε συλλογικό και εθνικό επίπεδο. Ο Ουφούκ ήταν όντως ένας σταρ, όχι μονάχα ως δεινός σκόρερ και μετέπειτα αρχηγός της Εφές Πίλσεν και της Εθνικής ομάδας, αλλά και λόγω του life style του, με σήμα κατατεθέν μια πολυτελή Ferrari με την οποία κατέφτανε στο «Αμπντί Ιπεκτσί» πριν από τους αγώνες, την άφηνε με αναμμένη τη μηχανή στην είσοδο και οι υπάλληλοι του γηπέδου μαλλιοτραβιόντουσαν για το ποιος θα προλάβει να του την παρκάρει και να πάρει το μπαξίσι του!

Την έχω δει πολλές φορές με τα μάτια μου αυτή τη σκηνή, πριν από τους αγώνες της Εφές με τον Παναθηναϊκό και τον Ολυμπιακό, άλλωστε εκείνη την εποχή ο Σαρίτσα ήταν ο Νο 1 κίνδυνος για κάθε ομάδα που αντιμετώπιζε την Εφές και έχει να επιδείξει αρκετές έντονες «ελληνικές» στιγμές...

Στις 16 Μαρτίου του 1993 ήταν από τους πρωταγωνιστές στον τελικό του Κυπέλλου Κυπελλούχων με τον Αρη στο Τορίνο (11 πόντοι)...

Στις 25 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς με 34 πόντους (7/11 δίποντα, 4/6 τρίποντα, 8/10 βολές) και επτά ριμπάουντ οδήγησε την Εφές στην εντυπωσιακή νίκη επί του Παναθηναϊκού με σκορ 82-67 στη Γλυφάδα (με την άμυνα ζώνης 3-2 του Αίντίν Ερς) στον αγώνα που αποτέλεσε το κύκνειο άσμα του Ζέλικο Παβλίσεβιτς στον πράσινο πάγκο...

Στις 12 Ιανουαρίου του 1995 στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας πέτυχε 24 πόντους και έβαλε φαρδιά πλατιά την υπογραφή του στην επικράτηση των Τούρκων με 79-56, δίκην εκδίκησης για το 77-42 με το οποίο τους είχε συντρίψει ο Ολυμπιακός στην Κωνσταντινούπολη...

Την επόμενη χρονιά ο Σαρίτσα ρούφηξε το νέκταρ της κατάκτησης του Κυπέλλου Κόρατς, ενώ το 1999 αποχώρησε από την Εφές Πίλσεν μετά από 16 χρόνια και συνέχισε την καριέρα του στην Ούλκερ, στην Μπνέι Ασαρόν του Ισραήλ, στην Καρσίγιακα, στη Νταρουσάφακα και στην Μπεσίκτας. Αποσύρθηκε από την ενεργό δράση το 2004 και αφού θήτευσε ως ασίσταντ κόουτς και ως υπηρεσιακός προπονητής στην Μπεσίκτας, το 2008 επέστρεψε στις ρίζες του: διετέλεσε επί τρεις σεζόν συνεργάτης του Εργκίν Αταμάν στην Εφές Πίλσεν και το 2011 τον διαδέχθηκε για μία σεζόν, αλλά δεν μακροημέρευσε.

Το καλοκαίρι του 2012 παρέδωσε τη σκυτάλη στον Οκτάι Μαχμούτι και τράβηξε κατά Σμύρνη μεριά, για να αναλάβει την Καρσίγιακα, την οποία μετά από τρία χρόνια οδήγησε σε έναν ιστορικό θρίαμβο, προκαλώντας σοκ και δέος στους μαικήνες του τουρκικού μπάσκετ, αλλά και σε ολάκερο την Ευρώπη!

Δεν ξέρω πόσο το φυσάει το χρήμα ο πρόεδρος της Καρσίγιακα Φατίχ Ντινίζ και τι πριμ έχει τάξει στον Ουφούκ αλλά, διάβολε, μετά από τέτοιον θρίαμβο, του αξίζει μια καινούργια αστραφτερή Ferrari, σαν εκείνη που θάμπωνε τα βλέμματα μας πριν από είκοσι χρόνια στο «Αμπντί Ιπεκτσί»...

Best of internet