I feel S-LOVE-NIA

Ο Γιάννης Ντεντόπουλος αναλύει τα μυστικά της νέας πρωταθλήτριας Ευρώπης, που πάτησε γκάζι και άφησε τους αντιπάλους να φάνε τη σκόνη της, γράφοντας ένα από τα πιο όμορφα μπασκετικά παραμύθια της σύγχρονης εποχής.  

I feel S-LOVE-NIA

Ο θρίαμβος της Σλοβενίας, ή για την ακρίβεια το έπος που ξεκίνησε από το Ελσίνκι και ολοκληρώθηκε το βράδυ της Κυριακής στο παρκέ του «Sinan  Erdem»,  από τη μια πλευρά, την συναισθηματική, μοιάζει με ρομαντικό  παραμύθι, ιδανικό για να γίνει  ταινία. Από την άλλη όμως, αυτή της  μπασκετικής λογικής , αποδείχθηκε  σεμινάριο, μέσα από το οποίο μπορεί να διδαχθεί κανείς πόσα πολλά μυστικά μπορεί να κρύβει  αυτό το σπορ και πόσο αδιανόητη μπορεί να γίνει η μαγεία του. Έφερε έναν νέο άνεμο στο μπάσκετ

 Ακόμη κι εκείνοι που υποστήριζαν φανατικά τους Σέρβους στον τελικό,  εκ των υστέρων αναγκάστηκαν να  βγάλουν το καπέλο στους νικητές. Για τον τρόπο που πορεύτηκαν, για τον τρόπο που αξιοποίησαν τις δυνατότητές τους, για την ομαδικότητά τους και κυρίως για το θάρρος και το θράσος  που επιστράτευσαν για να αντιμετωπίσουν όσα απρόοπτα τους προέκυψαν στην διάρκεια της ακροτελεύτιας μάχης. Μιας από εκείνες που ονειρεύεται να δώσει κάθε μπασκετμπολίστας , είτε είναι σταρ, είτε ένας απλός εργάτης. Και φυσικά κάθε προπονητής.

Πόσο μάλλον όταν εκπροσωπεί μια χώρα  2,1 εκατομμυρίων κατοίκων, την μικρότερη σε πληθυσμό που ανέβηκε στον κορυφή της Ευρώπης, αν αναλογιστούμε ότι η Λιθουανία ξεπερνάει τα 3 εκατομμύρια. Και κυρίως όταν για 15 λεπτά αναγκάζεται να παίξει χωρίς το μεγαλύτερο 18χρονο αστέρι της Ευρώπης, τον Λούκα Ντόνσιτς και για το τελευταίο πεντάλεπτο, με  τον μακράν κορυφαίο, εξ ου και η ανάδειξή του σε MVP, παίκτη της διοργάνωσης, τον Γκόραν Ντράγκιτς, ο οποίος από το ξεκίνημα της τέταρτης περιόδου άρχισε να υποφέρει από κράμπες.

Εκεί και σε κάποιες λεπτομέρειες, όπως ο τρόπος που μετέφεραν στα χέρια, τον τραυματία Ντόνσιτς οι συμπαίκτες του στην απονομή, η πρόσκληση του Ζόραν Ντράγκιτς να κατέβει από τις κερκίδες για να ανέβει στο βάθρο, φαίνεται ότι η χημεία και ο συντονισμός στο ίδιο μήκος κύματος, μέσα κι έξω από το γήπεδο,  αποδείχτηκε για μια ακόμη φορά ότι είναι στοιχεία που, πολλές φορές μπορούν να προσφέρουν περισσότερες λύσεις από εκείνες που μπορεί να σκεφτεί κανείς με την ψυχρή λογική. Πρέπει να έχεις τρομερό μέσο όρο ταλέντου για να νικήσεις μόνο με αυτό. Και η Σλοβενία από τον 8ο μέχρι τον 12ο παίκτη, δεν ήταν δα και τίποτα σπουδαίο.

Ο Ιγκόρ Κοκόσκοφ  πιστώθηκε αυτό το δημιούργημα και δεν ήταν  δυνατόν να μην το πιστωθεί από την στιγμή που ολόκληρος Ντράγκιτς έφτασεστο σημείο να υποσχεθεί ότι θα  μείνει στην Εθνική,  αν ο Σέρβος ασίσταντ των Γιούτα Τζαζ συνεχίσει στην ομάδα. Υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι  η Σλοβενία πάρει το εισιτήριο για την επόμενη μεγάλη διοργάνωση, το Παγκόσμιο του 2019, μέσω των αχαρτογράφητων  νερών των  προκριματικών. Ο κόουτς, φάνηκε ότι βρήκε τον κατάλληλο τρόπο να  μετατρέψει μια ομάδα, που κουβαλούσε τη λέζα ότι στα κρίσιμα τα …έκανε πάνω της , σε «πολεμική μηχανή». Μοίρασε τη δουλειά ώστε  ένας σούπερ σταρ (Ντράγκιτς) , ένας σούπερ ταλαντούχος 18άρης αλλά πρωτάρης σε μεγάλη διοργάνωση Ανδρών (Ντόνσιτς), ένας νατουραλιζέ που κάλυπτε την έλλειψη ύψους με τα αθλητικά του προσόντα και το μακρινό του σουτ (Ράντολφ) και 9 «καμικάζι» που ο καθένας έπαιζε το ρόλο του με αυτοθυσία, να νοιώθουν το ίδιο πολύτιμοι.  

Η Σλοβενία λοιπόν, το άξιζε και με το παραπάνω. Πρώτον γιατί τερμάτισε αήττητη. Μέσα σε όλα  απέκλεισε στα προημιτελικά την εκπληκτική Λετονία, αλλά κυρίως γιατί εκθρόνισε στον ημιτελικό και μάλιστα με την συντριπτική διαφορά των 20 πόντων την κάτοχο του τίτλου Ισπανία που φάνταζε πάλι φαβορί. Και τέλος γιατί άντεξε παρότι στον τελικό , ξαφνικά όλα  άρχισαν να της πάνε στραβά, σε σημείο που ακόμη και ο μακαρίτης ο Φώσκολος να είχε γράψει τόσο δραματικό σενάριο, να τον κοροϊδεύαμε ότι «αυτά δεν γίνονται».

Ωστόσο, αυτή η ομάδα είχε κάποια βασικά χαρακτηριστικά τα οποία την οδήγησαν  στην κορυφή, για πρώτη φορά στην ιστορία της. Ήταν όλα αυτά που  της έδωσαν τέτοια αυτοπεποίθηση και τέτοια ψυχολογία που ένιωθες ότι ήταν έτοιμη ακόμη και να περπατήσει πάνω  στη θάλασσα αν χρειαστεί.  Φάνηκε από τον τρόπο που ο («δολοφόνος»)  Κλέμεν  Πρέπελιτς ντύθηκε «Ντράγκιτς» , όχι σε ένα αλλά σε περισσότερα παιχνίδια, που ο Γιάκα Μπλάζιτς  εξαργύρωσε την εμπειρία που έχει αποκτήσει στα Ισπανικά γήπεδα και που ο Γκάσπερ Βίντμαρ ήταν έτοιμος να σκοτώσει «τη μάνα του και τον πατέρα του» αν έμπαιναν μέσα στο ζωγραφιστό και του έκαναν κόλπα.

Για παράδειγμα, η πρώτη μάχη του τελικού κερδήθηκε όταν ο Μαριάνοβιτς και ο Κούζμιτς που ξεκίνησαν να αξιοποιούν τη διαφορά ύψους, ένιωσαν ότι υπήρξαν παίκτες  (πχ Ντίμετς) έτοιμοι να μπουν για να θυσιαστούν κάνοντας φάουλ,  προκειμένου να τους σπρώξουν καροτσάκι από τη ρακέτα.

Το θεμελιώδες πλεονέκτημα της Σλοβενίας λοιπόν ήταν ότι σε ένα τουρνουά με πρωταγωνιστές τους γκαρντ (βλέπε Ζβεντ, Μπογκντανοβιτς, Σέρχιο κτλ), οι περισσότεροι από τους οποίους  έπαιζαν και αποφάσιζαν για τα, διέθετε δυο σε «άγρια κατάσταση» και μάλιστα  συμπληρωματικούς μεταξύ τους. Ο Ντράγκιτς σκόραρε και μοίραζε ασίστ προσφέροντας σιγουριά και εμπιερία. Ο Ντόντσιτς σκόραρε και άρπαζε τα ριμπάουντ, συνεισφέροντας τον αθώο νεανικό ενθουσιασμό ενός παιδιού που ξαφνικά έγινε το επίκεντρο του πάρτι. Ήταν μακράν  η ομάδα με το πιο γρήγορο και αποτελεσματικό επιθετικό transition στο τουρνουά. Υπήρχαν φορές που τελείωνε επίθεση σε 3 δευτερόλεπτα. Ήταν επιθέσεις που είχες την εντύπωση ότι στο παρκέ έκαναν επίδειξη , οι αλήστου μνήμης, Σλοβένοι ακροβάτες, «Frogs», σε μια  από τις  συνηθισμένες τους ατραξιόν στα πρώτα τουρνουά «Ακρόπολις» ή τα ελληνικά «All star games” . Βάζοντας τόσα εύκολα (ή μάλλον τα έκανε να φαίνονται εύκολα) καλάθια, από τη μία ανέβαζε τη δική της αποτελεσματικότητα και από την άλλη  έσπαγε το ηθικό του αντιπάλου. Συν ότι τον φόρτωνε με φάουλ.

  Ειδικά ο Ντράγκιτς ήταν ένας πραγματικός δυναμίτης που ξαφνικά έβαζε το τούρμπο και άλλαζε ταχύτητα, κατεύθυνση, ρυθμό. Η δε συνεργασία του με τον Ντόνσιτς εξασφάλιζε όχι μόνο ταχύτητα κίνησης και πάσας , αλλά κυρίως σκέψης- απόφασης.

 Από εκεί και πέρα, τις set  επιθέσεις, είχε ιδανικό spacing, που της έδινε την ευκαιρία να κυκλοφορήσει καλά  την μπάλα χωρίς  πολλές ντρίπλες, ειδικά όταν η  αντίπαλη άμυνα ήταν υποχρεωμένη  να αντιμετωπίσει τα pick and roll με hedge out γιατί φοβόνταν στο σουτ από ντρίπλα, που έπεφταν βροχή.

Η μία νίκη έφερε την άλλη και κάπως έτσι συγχρονίστηκε το ρολόι της Σλοβενίας με την ιστορία. Από την στιγμή που άρχιζε να βρίσκει το ρυθμό της, άρχισαν να επιβεβαιώνονται οι παραφρασμένες ρήσεις του Βίκτορος  Ουγκό , ο οποίος αν έγραφε για μπάσκετ, θα υποστήριζε ότι «τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί σε μια ομάδα που έχει έρθει η ώρα της», για να τον συμπληρώσει με μια δική του ο Βενιαμίν Ντιζραέλι: « το μυστικό της επιτυχίας στην ζωή είναι να είσαι έτοιμος όταν έρθει η δική σου ώρα». Και η ώρα της Σλοβενίας είχε σημάνει.

  Αντί επιλόγου, δυο λόγια και για την Σερβία. Με τόσες απουσίες μόνο μια ράτσα με την μπασκετοσύνη των Σέρβων θα μπορούσε να φτάσει εκεί που έφτασε και μάλιστα χωρίς νατουραλιζέ. Άξια κι εκείνη, αλλά για το ασημένιο, ειδικά με το ρόστερ που κατέβασε. Βασίστηκε πάνω κάτω σε στοιχεία που έδειξε και η Σλοβενία : Η κλάση του συγκλονιστικού  Μπογκντάνοβιτς και η υπεροχή του Μαριάνοβιτς μέσα στην ρακέτα και σε δέκα στρατιώτες, με πρώτο τον Λούσιτς,  που τα έδωσαν όλα. Μήπως όμως είναι η ιδέα μου ότι μόλις είδε τον Ντόντσιτς να αποσύρεται τόσο νωρίς και τον Ντράγκιτς να καθηλώνεται στον πάγκο από κράμπες στο τελευταίο πεντάλεπτο, ένιωσε τόση πίεση, όση δεν ένιωσε σε όλο το τουρνουά; Θεωρείτε ότι δεν πέρασε από το μυαλό του Τζόρτζεβιτς και των παικτών η σκέψη ότι «χωρίς αυτούς πρέπει οπωσδήποτε να τους νικήσουμε»; Μήπως τότε και παρότι είχαν φέρει το ματς στα μέτρα τους, άρχισαν να θολώνουν, να παίρνουν βιαστικές αποφάσεις και  να ασχολούνται με τη διαιτησία , που για να είμαστε ειλικρινείς δεν ήταν όπως την είχαν συνηθίσει, ειδικά ο Τζόρτζεβιτς από την εποχή που ήταν παίκτης.

 

 

 

 

Best of internet