Ο Γιάννης άφησε πίσω του τη βαριά συννεφιά του Γενάρη και υποδέχεται την άνοιξη

Τρικλοποδιά στον καλπασμό

O Nίκος Παπαδογιάννης καταφτάνει στη Νέα Ορλεάνη, παίρνοντας τη μεγάλη απόφαση για το ταξίδι μόλις είδε το χαμόγελο να επιστρέφει στα χείλη του Γιάννη Αντετοκούνμπο.

Τρικλοποδιά στον καλπασμό

Ο Ιανουάριος του 2017 ήταν ο πρώτος πραγματικά δύσκολος μήνας στην καριέρα του Γιάννη Αντετοκούνμπο. Ξεκίνησε με όρκο για εσωστρέφεια και ανασυγκρότηση «ώστε να καθαρίσει το μυαλό» και ολοκληρώθηκε με ένα δυσοίωνο σερί από ήττες, που έκαναν το όνειρο του All-Star Game να μοιάζει με αστερίσκο.

Ποτέ στο παρελθόν δεν χρειάστηκε ο μεγάλος μικρός του ελληνικού -και του παγκόσμιου- μπάσκετ να αντιμετωπίσει μία αγωνιστική κρίση.

Ωστόσο, κάποιος που έχει ζήσει τη ζωή της ανέχειας, της ασιτίας, της προσφυγιάς και της -αθάνατη Ελλαδάρα- παρανομίας δεν φοβάται τη μπάλα που φεύγει έξω από το καλάθι. Ούτε το κορμί που δεν υπακούει στις διαταγές του εγκεφάλου.

Στις αρχές του 2017, ο Γιάννης ένιωσε το μυαλό του να ξεχειλίζει. Δημοσιογράφοι, φωτογράφοι, καλοθελητές και απλοί φίλαθλοι τον περίμεναν σε κάθε βήμα και δεν τον άφηναν να πάρει ανάσα.

Κανένας από αυτούς δεν ήθελε το κακό του. Ζητούσαν συνεντεύξεις, πόζες, αυτόγραφα, σέλφι, μία κουβέντα, ένα χαμόγελο. Ώσπου αυτό το τελευταίο έγινε είδος εν ανεπαρκεία.

Μέσα σε λίγες ημέρες, η γνώριμη φιγούρα του Γιάννη εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του Sports Illustrated, στις περίζηλες σελίδες του Rolling Stone, στο ESPN, στο SLAM και ποιος ξέρει πού αλλού. Α, και εδώ, στο www.gazzetta.gr.

Όταν έβαλε εκείνο το νικητήριο καλάθι στο νεοϋορκέζικο Γκάρντεν, βρήκε στο κινητό του περισσότερα από 1000 συγχαρητήρια μηνύματα! Θα ήταν περισσότερα, αν το μαραφέτι είχε μεγαλύτερη χωρητικότητα.

Έξω, τον περίμεναν δεκάδες Έλληνες. Και φωτορεπόρτερ. Και φλας που άστραφταν. Και αιτήματα για πολυσέλιδα αφιερώματα. Και προσκλήσεις από την ομογένεια. Και υποψήφιοι χορηγοί. Και βιβλία για τις ομορφιές της Νέας Ορλεάνης.

«Δεν γίνεται να συνεχιστεί αυτό, δεν μπορώ να συγκεντρωθώ», είπε ο Γιάννης στους δικούς του ανθρώπους. «Κομμένες οι κουβέντες και οι φωτογραφήσεις, τουλάχιστον μέχρι το Ολ Σταρ».

Και άφησε το κινητό στη μάνα του. Και βάλθηκε να αποφεύγει τα μικρόφωνα. Δεν εμφανιζόταν ούτε για να υπογράψει διαφημιστικά συμβόλαια, πόσο μάλλον αυτόγραφα.

Ακόμα και όταν ανακοινώθηκε η επιλογή του για την αρχική πεντάδα της Δύσης, ο Γιάννης κράτησε αποστάσεις από τον έξω κόσμο. Οι δηλώσεις που έκανε («θα παίξω και για εσάς» κ.ο.κ.) έγιναν με μία σειρά από λακωνικά «τιτιβίσματα».

Προείχε η ηρεμία του. Και η αφοσίωση στην αποστολή του.

Αυτό το τελευταίο αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση. Μετά από εκείνο το τριήμερο όπου ο Γιάννης κρεβατώθηκε και έχασε 1,5 παιχνίδι (αφήνοντάς μας να ξεροσταλιάζουμε μπροστά στην τηλεόραση, βράδυ Κυριακής στο ΟΤΕ), το ρεζερβουάρ έμεινε μισοάδειο και το πάτημα στο παρκέ αδύναμο.

Οι Μιλγουόκι Μπακς, μία ομάδα φτωχή σε ταλέντο και ακόμα φτωχότερη σε προπονητική καθοδήγηση, δυσκολεύτηκαν να βγάλουν τον ηγέτη τους από τη δύσκολη θέση.

Ο ίδιος ο Γιάννης έκανε σκόρπια καλά παιχνίδια (όπως εκείνο με τους Ρόκετς), αλλά δεν είχε τη γνωστή ενέργεια και σιγουριά. Οι αριθμοί του παρουσίασαν μικρή πτώση, χωρίς φυσικά να τον κάνουν παίκτη του σωρού.

Ακόμα και στο 30% των σημερινών δυνατοτήτων του (οι οποίες είναι στο 30% εκείνων που θα εμφανιστούν στο μέλλον…), ο Γιάννης Αντετοκούνμπο ανήκει στην ελίτ των 20-25 κορυφαίων παικτών του ΝΒΑ.

Όταν παίζει πολύ καλά, είναι μέσα στους 4-5 καλύτερους. Τη μέρα που θα κάνουν όλα «κλικ» και θα πλησιάσει το ταβάνι του, ο «Greek Freak» θα γίνει παγκόσμιο φαινόμενο.

Αλλά και τι άλλο είναι ένας παίκτης που πάει να τελειώσει ολόκληρη σεζόν με μέσο όρο 23 πόντους, 9 ριμπάουντ, 6 ασίστ, 2 κλεψίματα και 2 τάπες; Τα τελευταία τέσσερα χρόνια και ειδικά φέτος παρακολουθούμε τη γέννηση ενός σουπερνόβα.

Οι Μπακς σκουντούφλησαν άσχημα μέσα στον Γενάρη. Τα σύννεφα που μαζεύτηκαν από το σερί 1-10 πολλαπλασιάστηκαν από τον φριχτό τραυματισμό του Τζαμπάρι Πάρκερ και η ομάδα έφτασε στο ναδίρ της στο α’ ημίχρονο του αμέσως επόμενου αγώνα, όταν δέχθηκε σχεδόν 80 πόντους από τους φτωχούς Λέικερς μέσα στο Μιλγουόκι.

Ολογράφως ογδόντα, σε ένα ημίχρονο. «Δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου τόσο κακή εμφάνιση, από οποιαδήποτε ομάδα», σκεφτόμουν, ξενύχτης, από τον αναπαυτικό μου καναπέ.  Ο Φιλαθλητικός έπαιζε μάλλον καλύτερα, στις μέρες των Αntetokoun-bros.

Έπειτα, συνέβη κάτι απροσδόκητο. Οι παίκτες που απέμειναν όρθιοι συσπειρώθηκαν γύρω από τον Γιάννη (και από τον Κρις Μίντλτον, που επέστρεψε την κατάλληλη στιγμή για να φέρει αξιόπιστο σουτ και καλό spacing) και αίφνης άρχισαν να παίζουν αποτελεσματικό και ωραίο μπάσκετ. Σαν να τους μετέδωσε με κάποιο άγνωστο τέχνασμα ο Γιάννης την προσωπική του φλόγα!

Οι ίδιοι που έμοιαζαν χαμένοι στο παρκέ τώρα δαγκώνουν στην άμυνα, μοιράζουν σωστά τους ρόλους στην επίθεση, αντιμετωπίζουν με ηρεμία κάθε δυσκολία και …κερδίζουν.

Ο Γιάννης ξαναβρήκε τον εαυτό του με αφετηρία τους 41 πόντους του αγώνα με τους Λέικερς και οι Μπακς κερδίζουν: διπλό στην Ιντιάνα, περίπατος με τους άμεσους ανταγωνιστές Πίστονς, διπλό στο Μπρούκλιν, τριήμερο νικών ακριβώς πριν το Τριήμερο των Αστέρων.

Στον αγώνα με το Ντιτρόιτ, όπου ο Γιάννης χρειάστηκε 30 λεπτά για να βάλει το πρώτο του καλάθι (αλλά έπαιζε εξαιρετικά τον ρόλο του facilitator και έκανε όλη την ομάδα να ζωγραφίζει), συνέβη αυτό που περίμεναν εδώ και εβδομάδες όσοι -όπως εγώ- παρακολουθούν ανελλιπώς τους αγώνες των «ελαφιών».

Ο Γιάννης γύρισε προς τους συμπαίκτες του και χαμογέλασε. Ένα φωτεινό, πανέμορφο χαμόγελο γεμάτο αισιοδοξία και joie de vivre. Είχε περάσει καιρός από την τελευταία φορά που το είδα στο πρόσωπό του.

Η κρίση ανήκε πια στο παρελθόν. Μία ανηφόρα γεμάτη λακκούβες δεν αρκεί για να βάλει τρικλοποδιά σε ένα άτι που καλπάζει.

«Ξεκινάω για Νέα Ορλεάνη», ανακοίνωσα χωρίς δισταγμό στους δικούς μου ανθρώπους, διπλώνοντας προσεκτικά την ελληνική σημαία. «Δεν θα λογαριάσω ούτε τα έξοδα ούτε την ταλαιπωρία ούτε τον Τραμπ. Ο Γιάνναρος είναι ακόμα εδώ».

Best of internet