Οι θυσίες μένουν πάντα θυσίες...

Η Χριστίνα Βραχάλη γράφει ξανά μετά από καιρό, αλλά όχι από τη σκοπιά του δημοσιογράφου. Από αυτή της αθλήτριας!

Οι θυσίες μένουν πάντα θυσίες...

Είμαι  πολύ χαρούμενη που μου δίνεται η ευκαιρία  πάλι να γράψω. Ένιωθα όλο αυτό το διάστημα πως κάτι μου λείπει. Πριν από μερικά χρόνια μου είχε δώσει την ευκαιρία ο Βασίλης Σαμπράκος να γράφω ΕΛΕΥΘΕΡΑ, στο theinsiders.gr Ο ίδιος μου ξαναδίνει αυτή την ευκαιρία λίγα χρόνια μετά. Πιθανότατα κατάλαβε πως κάτι με… τρώει.  

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε, - σχεδόν έτσι- πριν από μερικά χρόνια. Η αφορμή ήταν μια συνέντευξη από έναν διεθνή – πλέον - Έλληνα ποδοσφαιριστή, που εκείνη την περίοδο αγωνιζόταν στο εξωτερικό. Τη χρονική στιγμή που επιδίωξα να μιλήσω μαζί του, αντιμετώπιζε ένα σοβαρό πρόβλημα τραυματισμού και ήταν εκτός δράσης για μεγάλο διάστημα.

Με οδήγησε σ’ αυτόν η εσωτερική και χρόνια μανία  να μην ψάχνω μόνο τους “πρωταγωνιστές”, με την έννοια που το ευρύ κοινό καταλαβαίνει. Ν’ αναζητώ τους πρωταγωνιστές της ζωής. Τον πήρα τηλέφωνο. Του ζήτησα να μιλήσουμε για τη ζωή του εκεί.  Ήταν νεαρός, μόνος και τραυματίας.

Η επιλογή μου προκάλεσε απορία και στον ίδιο. Γιατί  κάποιος να ασχοληθεί μαζί του αφού δεν έπαιζε.  Του εξήγησα πως για μένα αυτό δεν έχει σημασία. Πως κάποια στιγμή θα γίνει καλά και θα επιστρέψει. Δυνατός. Ότι ήθελα να αφιερώνω χρόνο και σε εκείνους που μπορεί να περνούν δύσκολα. Που έχουν αδυναμίες. Συμφώνησε.

Το τηλεφωνικό ραντεβού κλείστηκε μια εβδομάδα μετά. Χρόνο στον οποίο δεν ξέρω πως και γιατί, αλλά όλα τα πρωτοσέλιδα των αθλητικών εφημερίδων τον παρουσίαζαν ως στόχο των μεγάλων ελληνικών ομάδων.

Αμέσως αντιλήφθηκα πως η συνέντευξη μου είχε ήδη… καεί. Φαντάστηκα πως με τόσο ντόρο που είχε γίνει, δύσκολα θα μιλούσε σε μένα όπου τα κείμενά μου τα διάβαζαν μόνο οι γονείς μου. Φρόντισα, λοιπόν, να τον προλάβω. Να του εξηγήσω πως θα κατανοούσα απόλυτα να μην θέλει να μιλήσουμε και πως θα το κανονίσουμε κάποια άλλη στιγμή, που τα πράγματα θα είναι πιο ήρεμα για εκείνον. 

Η απάντηση που πήρα ήταν αλήθεια απρόσμενη.  «Χριστίνα, το ραντεβού μας ισχύει κανονικά. Όλοι αυτοί που με ψάχνουν τώρα και που μιλούν για μένα έχουν να μου μιλήσουν έναν χρόνο. Θα μιλήσω μόνο σε σένα». Όπως κι έκανε. Όχι, δεν έβγαλα κάποια αποκλειστικότητα. Δεν έψαχνα αυτό. Ούτε το ψάχνω. Μια ανθρώπινη κουβέντα κάναμε. Και τον ευχαριστώ ακόμα. Αυτή η κουβέντα ήταν η αφορμή για να γράψω το παρακάτω κείμενο. Και να συνεχίσω μέχρι σήμερα να κάνω – ανθρώπινα - τη δουλειά μου. Ο ίδιος, όταν τον συνάντησα πριν από λίγο καιρό, ως έναν εκ των κορυφαίων παικτών της γενιά του δεν θυμόταν  αυτό το περιστατικό. Μικρή σημασία έχει. Αρκεί που το θυμάμαι εγώ και κρυφά μέσα μου, χαμογελάω.     

Η αλήθεια είναι ότι καμιά φορά ντρέπομαι να αναφέρομαι στο επάγγελμα μου. Δεν ξέρω για ποιο λόγο, διότι σε γενικές γραμμές έχω τη συνείδησή μου ήσυχη από τον τρόπο που έχω διαχειριστεί πρόσωπα και καταστάσεις αυτά τα λίγα -δεκαπέντε- χρόνια που ασχολούμαι με τη δημοσιογραφία.

Γι αυτό ακριβώς το λόγο που δεν ξέρω, ή που κατά βάθος γνωρίζω πολύ καλά, σε αυτό το κείμενο δεν θα μιλήσω ως δημοσιογράφος, αλλά ως αθλήτρια.  Είναι κάτι το οποίο γνωρίζω πολύ καλύτερα, ίσως γιατί το κάνω πολλά περισσότερα χρόνια από αυτά που παίρνω συνεντεύξεις. Αντιστρέφω λοιπόν τους ρόλους…

Ο πρωταθλητισμός, σε όποιο επίπεδο και ν’ ασχολείσαι με αυτόν, θέλει θυσίες. Διαφορετικές όταν διεκδικείς την Ευρωλίγκα και διαφορετικές όταν προσπαθείς για την άνοδο από την Α2.  Ωστόσο γι’ εκείνον που προσπαθεί, οι θυσίες - ανεξαρτήτως επιπέδου δυσκολίας - παραμένουν θυσίες.

Θυσία για κάποιον μπορεί να είναι το να αγωνίζεται με «σακατεμένο» γόνατο. Γι’ άλλον, το να στερηθεί τους δικούς του ανθρώπους και να… μεταναστεύσει στο εξωτερικό. Για κάποιον άλλον, το να προσπαθεί να βρει μέσα του αποθέματα υπομονής και επιμονής γιατί  είχε την ατυχία να μην τον «πηγαίνει» ο προπονητής του την πιο κρίσιμη στιγμή της καριέρας του. Ή γιατί μπορεί ένας τραυματισμός να τον έθεσε εκτός πλάνων, δικών του και των άλλων.  Αυτών που είχαν εναποθέσει πάνω του και τις δικές τους ελπίδες και φιλοδοξίες. 

Σε όποιο επίπεδο και να μιλάμε, η θυσία, αν μη τι άλλο, αξίζει –τουλάχιστον - τον σεβασμό. Και τα λεφτά δεν είναι πάντα το άλλοθι. «Αφού παίρνεις τόσα χρήματα, χαλάλι οι θυσίες, χαλάλι οι τραυματισμοί, χαλάλι τα πάντα. Δεν έχεις δικαίωμα να μιλάς».

Αλλά αλήθεια, πόσα ευρώ κοστίζει η μοναξιά; Πόσα ευρώ κοστίζει η αποδοκιμασία; Πόσα ευρώ κοστίζει η κακή ψυχολογία; Πόσα ευρώ κοστίζει το να σε λησμονούν;  

Πόσες φορές έχει τύχει ένας αθλητής να τραυματιστεί, και αυτομάτως να τον σβήνουμε από το χάρτη; Με τα άρθρα μας, με τις εκπομπές μας στα ραδιόφωνα και φυσικά μέσω της τηλεόρασης. Με όποιο μέσο έχουμε, «διψάμε» για καταστροφή. Εύκολος στόχος οι τρίτοι. Τους στήνουμε και τους πυροβολούμε. Κυρίως γι’ αυτά που εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε καταφέρει.  Γιατί; Γιατί πουλάει. «Έλα μωρέ, που να πάει το «κουτσό άλογο;», λέμε, και να τα σχόλια και να τα γέλια. Αγκαζέ με την διαπίστωση πως μέχρι κι εμείς θα το κάναμε καλύτερα.

Όταν δεν εφαρμόζεται το πλάνο καταστροφής, ενεργοποιείται αυτό της αδιαφορίας. Πάντα θα υπάρχει κάποιος για να μας κάνει να νιώσουμε πιο σημαντικοί μέσα από τη δική του αύρα. Για τους υπόλοιπους που δεν παίζουν ή είναι τραυματίας ή δεν τους γουστάρει ο κόσμος είναι πολύτιμος ο χρόνος μας για να τον σπαταλάμε μαζί τους. Λες και η αξία του ανθρώπου μετριέται με λεπτά συμμετοχής. 

Πόσες φορές, όμως, έχει τύχει αυτό το «κουτσό άλογο» να κάνει την καλύτερή του κούρσα, και να διαψεύσει όλους όσους τον θέλαμε τελειωμένο; Και τότε ενεργοποιείται η υποκρισία μαζί με ατάκες που δεν πιστεύει κανείς στις δύο άκρες της γραμμής όπως «παικταρά μου», «είσαι κορυφαίος» και το κλασικό ελληνικό χούι «το έλεγα εγώ».

Ναι λοιπόν, προτιμώ να συνεχίσω να σουτάρω τρίποντα και να τσακίζω τα πόδια μου στο παρκέ! 

Κι ας αστοχήσω.

Κι ας πέσω κατηγορία.