Αγόρι, Μπλεκ, Ταρατατά και Μπόμπος!

Η ρετρό ιστορία αυτής της Τρίτης θα μας πάει σε παλιά καλοκαίρια, παλιά περιοδικά, παλιά σινεμά, παλιά βυζιά και παλιές... φάπες!

Αγόρι, Μπλεκ, Ταρατατά και Μπόμπος!

Μεσημέρι, καλοκαίρι, διάβαζα στο Αγόρι τα κατορθώματα του Ρόι της Ρόβερς ή στον Μπλεκ τα αντίστοιχα του Μπεν Λίπερ, του Τερματοφύλακα - Γιατρού της Μάνκαστορ Γιουνάιτεντ. Ή το ένα ή το άλλο. Ένα από τα... τρία τελοσπάντων. Έκανε ζέστα, είχα αφήσει ανοιχτό το παράθυρο, άκουσα ένα γδούπο, δεν είχε πέσει στη γωνία του ο Μπεν Λίπερ, είχε πηδήξει στο δωμάτιο ο φίλος μου ο Φώτης. Μετά την αρχική τρομάρα, ρώτησα τι διάβολο ήθελε μεσημεριάτικα σε ξένα σπίτια («κολλητέ, δεν πιστεύω να διάβαζες “Ταρατατά” και να σε τρόμαξα» - δεν διάβαζα ακόμα Ταρατατά, για την ώρα είχε μπλεξίματα ο Ρόι της Ρόβερς) και μου το ξεφούρνισε: «Απόψε πρέπει να πάμε σινεμά και να βρούμε τρόπο να μπούμε»!

Στην ερώτηση «τι παίζει;» απάντησε «σήμερον δύο έργα». Στην ερώτηση «τι έργα;» μισοαπάντησε «πρώτα ένα καράτε». Στην ερώτηση «με ποιον;» απάντησε με ερώτηση «ποιος νοιάζεται, ποιος ασχολείται με καράτε;», του είπα «εγώ», με ρώτησε «γιατί;» και του απάντησα «γιατί μαθαίνω το χτύπημα της κόμπρας».

«Της ποιας;» απόρησε ανοίγοντας το στόμα, «φίδι είναι», τον ενημέρωσα. «Ας είναι. Εγώ για άλλο... φίδι ήρθα», είπε και διευκρίνισε «τον Διαμαντή», κάνοντας «φσστ, φσστ» με το στόμα και πέρα-δώθε με το δάχτυλο μπροστά στο σορτσάκι του. Εγώ το συγκεκριμένο φίδι δεν το έλεγα Διαμαντή, αλλά Μπάμπη. Ο Δεμπασκαλάς το έλεγε Μήτρο, ενώ ο Πατούσας δεν το έλεγε γιατί τόσο που ήταν, όποιος (όποια) κι αν το έβλεπε, δεν θα μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Άσε που μπορεί να πρήζονταν οι αμυγδαλές του αν στο ανοικτό στόμα κατέβαινε κανένα κρύο ρεύμα από τη Μουργκάνα...

Δεν θα τα χαλάσουμε στο όνομα, πάντως. Ο Φώτης ήρθε να με ενημερώσει για τον Διαμαντή του, τον Μπάμπη μου, τον Μήτρο του Δεμπασκαλά και τον Ακατανόμαστο του Πατούσα. «Το δεύτερο έργο είναι σεξοκωμωδία. "Ο Μπόμπος γιατρός στο Ίκα". Πώς θα γίνει να μας βάλει μέσα ο κυρ Λουκάς;», ρώτησε ο Φώτης κι αρχίσαμε να καταστρώνουμε ακόμα ένα από εκείνα τα σχέδια που σκαρφιζόμασταν κάθε φορά που θέλαμε να ξεγελάσουμε τους γονείς μας για να δούμε μισό βυζί και μια ολόκληρη ζαρτιέρα στη δεύτερη παράσταση των θερινών σινεμά: «Θα πάω σινεμά. Είναι ευκαιρία, δύο ταινίες με ένα εισιτήριο. Ένα καράτε και μια... κωμωδία»!

Τα καράτε, σε τέτοιες περιπτώσεις, ήταν του σωρού. Ποιος Μπρους Λι; Μπρους Λε, Μπρους Λάι, μαϊμούδες Μπρους Λι σα να λέμε και υπομονή να τελειώσει το κουνγκ φου για να αρχίσει το φίκι φίκι. Να τελειώσει, δηλαδή, το πρώτο έργο για να αρχίσει το δεύτερο. Η «κωμωδία», η οποία κατά κανόνα ήταν ιταλική σεξοκωμωδία.

Με τον Μπόμπο φυσικά! «Ο Μπόμπος γιατρός στο Ίκα», που προανήγγειλε ο Φώτης. Ανεπανάληπτες στιγμές. Πηγαίναμε σινεμά αποφασισμένοι να πάρουμε... δουλειά για το σπίτι και τελικά μόνο με τις πρωταγωνίστριες δεν ασχολιόμασταν! Ο Μπόμπος έβγαζε πολύ γέλιο (και οι πρωταγωνίστριες δεν έβγαζαν πολλά ρούχα).

Παράλληλα, φυσικά, έγιναν μόδα τα –σεξοπορνοδιαστροφικά– ανέκδοτα με τον Μπόμπο, ο οποίος στην πορεία –όταν πλέον η ιταλική παραγωγή σεξοκωμωδίας ξέπεσε και δεν μπορούσε να υποστηρίξει το πρωτότυπο όνομα του γκαφατζή, μουρνταράκου και φυσικά σεξομανή Μπόμπο– μετονομάστηκε σε Τοτό.

Σε κάθε περίπτωση, ο ερχομός του Τοτού σήμανε το τέλος μιας εποχής: το ιταλικό Ίκα έκλεισε και ο σεξολόγος των παιδικών μας χρόνων έδωσε τη θέση του σε άλλες... τεχνολογίες (Ταρατατά, Σωφεράκι, Ζάκουλα, Διάβασέ με και η τσιμεντένια οθόνη του θερινού σινεμά χώρεσε ολόκληρη μέσα στην κωλότσεπη, χωρίς αγιόκλημα και γιασεμί).

Εκείνο το βράδυ μπήκαμε εύκολα στο σινεμά. Ο κυρ Λουκάς έκανε, ως συνήθως, τα στραβά μάτια. Σιγά μην έχανε τέσσερα εισιτήρια μονομιάς. Το καράτε ήταν... βαράτε με κι ας κλαίω. Εγώ κι ο Πατούσας κλαίγαμε από τα γέλια, βλέποντας τον Φώτη να δοκιμάζει το «χτύπημα της δεντρογαλιάς», όπως το βάφτισε, στον δύσμοιρο Δεμπασκαλά που είχε την ατυχία να καθίσει δίπλα του.

Ξαφνικά ακούστηκε ένα «φαπ» στο σβέρκο του Φώτη, ένα «θα σ’ αρπάξω και θα τις αρπάξεις» κι ένα «μαζέψου μη σε μαζέψω», τα τελευταία (μετά το «φαπ») με τη χροιά της φωνής του Σαυρογιώργη, του πατέρα του Φώτη, που είχε μπει αργοπορημένος στο σινεμά μαζί με τον δικό μου πατέρα για να δουν... καράτε και κάθισαν στην ακριβώς από πίσω σειρά!

Ο Σαυρογιώργης όλο κάτι τέτοια έλεγε, χρησιμοποιώντας τα ρήματα εις διπλούν στην ίδια φράση, συνήθως με την προστακτική τους να προηγείται. «Ξεκίνα μη σε ξεκινήσω στις φάπες», «Σήκω μη σε σηκώσουν τέσσερις», μέχρι και «σάλτα πηδήξου μη σε πηδήξω εγώ», που είχε πει μια φορά στον Μαστρομανέλο στον καφενέ του Μπάφα, πριν σαλτάρει ο Μαστρομανέλος και πηδάνε και οι δύο σαν τα ζαγάρια.

Μετά τη φάπα, ο Φώτης μαζεύτηκε για να μην τονε μαζέψει ο πατέρας του, εγώ μαζεύτηκα μη με μαζέψει ο δικός μου κι ο Πατούσας με τον Δεμπασκαλά μαζεύτηκαν επίσης, περιμένοντας τις φάπες του Σαυρογιώργη, ν’ αρχίσουν να τους επισκέπτονται κι αυτούς μόλις άρχιζε το επισκεπτήριο του Μπόμπου στο Ίκα.

Δεν τους επισκέφθηκαν...

Πρώτη φορά στη ζωή μου άκουσα τον ζοχάδα τον Σαυρογιώργη να γελάει έτσι. Μπορεί και να του είπαν «γέλα μη σε γελάσω», ξέρω γω. Πάντως, τα αστεία κατορθώματα του Μπόμπου μάς γλίτωσαν όλους. Κι ευτυχώς που ήταν νύχτα και δεν φάνηκε πώς κοκκίνισαν τα μάγουλά μας στις δύο σκηνές που στην οθόνη εμφανίστηκαν βυζιά. Δυο βυζιά μπροστά, δυο πατεράδες από πίσω, τέσσερις αγχωμένοι έφηβοι ανάμεσα και η φωνή του Σαυρογιώργη πάνω απ’ όλους: «Γιάννη, βύζαξε μην τα βυζάξω»!

Ο πατέρας μου δεν βύζαξε...

Μέχρι να μαζευτώ για να μη με μαζέψει ο Σαυρογιώργης, εγώ ο Μίλτος να ’μαι καλά...