Ο οδοντογιατρός και οι …κουφάλες!
Γυρνάμε πάλι στην αγαπημένη παρέα των έιτις, για να γνωρίσουμε τον Τερζόφ, τον οδοντογιατρό, που ήταν «βίος και πολιτεία» και μάλλον η πιο αμφιλεγόμενη φιγούρα που πέρασε ποτέ από τη γειτονιά. Κι όταν μιλάμε για την πιο αμφιλεγόμενη φιγούρα στη γειτονιά του Πατούσα, του Δεμπασκαλά, του Μαστρομανέλου, του Πέτρου της Κουφής, της Δωροθέας της Ζαβής και του περίφημου Φώτη, μπορείτε να καταλάβετε περί τίνος επρόκειτο.
Η ταμπέλα στο ιατρείο του έλεγε «Οδυσσέας Τερζής», ο πατέρας του λεγόταν Τερζίδης κι εμείς τον φωνάζαμε Τερζόφ επειδή μας είχε έρθει από την Τασκένδη. Οδυσσέα δεν τον φώναζε κανένας. «Τερζόφ» εμείς, «γιατρό» οι υπόλοιποι, «θεό» η Νίτσα του Μήτσου του Μαμούα, που ούρλιαζε "θεέ μου" όταν ο Τερζόφ ήταν από πάνω της, από κάτω της, από μπρος ή από πίσω της. Τους είχε ακούσει ο Δεμπασκαλάς από το φωταγωγό της πολυκατοικίας που ήταν το ιατρείο, επειδή είχε τα κλειδιά από τη μάνα του που καθάριζε της σκάλες.
«Δεν πας καλά», του είπαμε επειδή δεν τον πιστέψαμε, «δεν πάτε καλά», μας απάντησε και την επόμενη φορά μας έμπασε στην πολυκατοικία μόλις είδαμε τη Νίτσα να μπαίνει στο ιατρείο. Τότε την ακούσαμε κι εμείς να λέει «θεό» τον Τερζόφ, ενώ στο επόμενο διάστημα είδαμε (να μπαίνουν στο ιατρείο) κι ακούσαμε (από το φωταγωγό) κι άλλες παντρεμένες να εκφράζουν τις απορίες τους στον δόκτωρα: «Τι μου κάνεις;», «Πού ήσουν εσύ τόσα χρόνια;» και άλλα τέτοια, εγκυκλοπαιδικά...
Ο Τερζόφ ήταν άνθρωπος των αντιθέσεων και των άκρων. Οδηγούσε μια χαμηλωμένη, αστραφτερή ασημί Μπεμβέ τρία είκοσι, με φαρδιά ζαντολάχιστα, μάσκα, προβολείς ομίχλης και μια αεροτομή σαν την απλώστρα που είχε η μάνα μου για να κρεμάει τα άσπρα σώβρακα του πατέρα μου. Και κατέβαινε από αυτή την κουρσάρα - σύμβολο της καπιταλιστικής κοινωνίας με τον Ριζοσπάστη στο χέρι. Τρέχα γύρευε...
Καθόταν κι έτρωγε πάντα στα καλύτερα μαγαζιά, παράγγελνε φιλέτα και τα συνόδευε ...με ρετσίνα Κουρτάκη με κοκακόλα! «Σετάκι», το λέγαμε στον καφενέ του Μπάφα το κοκτέιλ που πλέον αποκαλείται «Τούμπα λίμπρε» στα πέριξ της Τούμπας (η ρετσίνα Κουρτάκη έχει αντικατασταθεί με Μαλαματίνα, αλλά η κοκακόλα παραμένει σταθερή).
Ήταν αρραβωνιασμένος με μια κούκλα ξενομερίτισσα που ερχόταν μια στο τόσο να τον δει στον μαχαλά, για να οργανώσουν τον γάμο τους, μιας και ο Τερζόφ είχε αποφασίσει να φτιάξει δική του οικογένεια. Και να χαλάσει μερικές άλλες, παράλληλα, μιας και η ξανθή αγαπημένη Παναγιά του μάλλον δεν τον αποκαλούσε «θεό» κι έτσι κι αυτός αναγκαζόταν να μαθαίνει θρησκευτικά -ως άθεος που ήταν- από τη Νίτσα του Μήτσου του Μαμούα. Εκτός κι αν το έκανε από επαγγελματική ευσυνειδησία ή από πίστη στον όρκο του Ιπποκράτη. Πήγαιναν οι γυναίκες για να τους σφραγίσει τις κουφάλες στα δόντια κι αυτός δεν σταμάταγε πριν σφραγίσει μέχρι και την τελευταία κουφάλα τους, όπου κι αν βρισκόταν...
Εγώ, είναι αλήθεια, δεν τον συμπαθούσα. Πάντα στραβά τον κοίταζα, τόσο επειδή τον ζήλευα που ήταν ωραίος, καλοντυμένος κι είχε ακριβό αμάξι, όσο κι επειδή φοβόμουν μη φύγει κανένα σφράγισμα από τη μάνα μου ή την γκόμενά μου κι έχουμε άλλα. Η σχέση μας άλλαξε όταν με έμαθε πώς να παίζω πρώτη ζαριά έξι-τρία στο πλακωτό. Μάστορας στο πλακωτό κάθε είδους ο Τερζόφ.
Καθόμουν μοναχός στον καφενέ του Μπάφα κι έπινα φραπόγαλο που ήταν μόδα, περιμένοντας να εμφανιστεί κανένας άλλος από την παρέα για να παίξουμε τάβλι. Εμφανίστηκε τότε ο Τερζόφ, άνοιξε το τάβλι, τά ΄στησε, άρχισε να παίζει μοναχός του και παρότι τον στραβοκοίταγα, έπαιξα μαζί του. Όταν είδα να παίζει το έξι-τρία απλώνοντας ένα πούλι μέχρι εκεί που πήγαινε, πήγα να τον πάρω στο μεζέ: «Άμα είναι να παίξουμε έτσι, να το γυρίσουμε από την άλλη να παίξουμε ντάμα», του είπα κοροϊδευτικά κι αυτός μου είπε «αν χάσω, θα σου φτιάξω τα δόντια τζάμπα».
Έγλειψα με τη γλώσσα μια κουφάλα στον τραπεζίτη και το πήρα απόφαση. Παίξαμε. Στα εφτά. Έχασα 8-0! Τέσσερα διπλά. Και μου έφτιαξε τζάμπα τα δόντια. Και μου έμαθε και τάβλι. Και γίναμε και φίλοι και πρώτη φορά στη ζωή μου μπήκα σε τέτοιο αμάξι. Μέχρι που με κέρναγε φιλέτα με σετάκια. Καλός ήταν. Καλό παιδί. Καλός για όλους και κακός για τον εαυτό του. Άντε, κακός και για τους παντρεμένους με πεταχτές γυναίκες.
Στο γάμο τους, η όμορφη ξενομερίτισσα ήταν έγκυος πέντε μηνών. Το ζεύγος Μήτσου και Νίτσας Μαμούα δεν παρευρέθη στο μυστήριο και το γλέντι, παρότι ο Τερζόφ είχε μοιράσει προσκλητήρια σε όλη τη γειτονιά. Μάλλον της Νίτσας της είχε πέσει το προσκλητήριο από τα χέρια, όπως έλεγε και το τραγούδι του Μάκη. Εκτός κι αν είχε ψυλλιαστεί τίποτα ο Μήτσος...
Δυο μήνες μετά, σε μια περίοδο κατά την οποία τα Γιάννενα ήταν η πιο επικίνδυνη πόλη στον κόσμο καθώς τότε μάθαιναν να οδηγούν οι νεοαφιχθέντες Αλβανοί χωρίς δίπλωμα, ο Τερζόφ πήγε να συναντήσει τον δημιουργό του ως ...ομότιμος.
Θεό δεν τον έλεγε η Νίτσα;
Τον έκοψε στα δύο ένας οικονομικός μετανάστης οδηγώντας ένα ανοικονόμητο φορτηγό που ...μετανάστευσε από το δρόμο στο πεζοδρόμιο, στα καλά καθούμενα, μέρα μεσημέρι. Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός. Πάντως η γυναίκα του, που στο μεταξύ είχε μάθει για την παράλληλη ζωή του, δεν έσταξε ούτε δάκρυ στην κηδεία. Η κόρη του είδε το φως σχεδόν δυο μήνες αργότερα. Η Νίτσα του Μήτσου του Μαμούα βρήκε παρηγοριά στην αγκαλιά του Δεμπασκαλά. Αυτόν δεν τον έλεγε «θεό», αλλά αυτό που τον έλεγε, δεν μπορώ να το γράψω στην γκαζέτα. Ίσως σε κανένα βιβλίο, όταν έρθει η ώρα...
Μέχρι να ξεχάσω τον Τερζόφ, τις ιστορίες που τον συνόδευαν τότε κι αυτές που τον θυμίζουν ακόμα, εγώ, ο Μίλτος, νά ΄μαι καλά...
Υ.Γ. Αφιερωμένο στη μνήμη του Τερζόφ και σε αυτή του Κύριου Κώστα (προσοχή στο κεφαλαίο κάπα) του γιατρού, που πήγε προχθές να τον συναντήσει, σχεδόν τόσο απότομα όσο μας την είχε κοπανήσει κι ο οδοντογιατρός πριν από σχεδόν 20 χρόνια. Κι ας μην ζουν ανάμεσά μας, θα ζουν μέσα μας, μέχρι να βρεθούμε εμείς ανάμεσά τους. Ωραία κουβέντα άνοιξα...
Διάβασε όλα τα τελευταία νέα της αθλητικής επικαιρότητας. Μάθε για όλους τους live αγώνες σήμερα και δες τις αθλητικές μεταδόσεις της ημέρας και της εβδομάδας μέσα από το υπερπλήρες Πρόγραμμα TV του Gazzetta. Ακολούθησέ μας και στο Google News.
