Ο τελευταίος... Γκάλης!

Ο τελευταίος... Γκάλης!

Ο τελευταίος... Γκάλης!

Σήμερα συμπληρώνονται οκτώ χρόνια από τον θάνατο του Αλφόνσο Φορντ και ο Βασίλης Σκουντής τιμής ένεκεν, γράφει για τις πιο καπνισμένες κάννες στη σύγχρονη ιστορία του ελληνικού μπάσκετ...

Για τη μεγάλη οικογένεια των Φορντ, η 4η Σεπτεμβρίου υπήρξε ανέκαθεν μια σημαδιακή ημερομηνία: αυτή τη μέρα του 1917 γεννήθηκε ο Χένρι Φορντ ο 2ος, κληρονόμος και πρόεδρος της ομώνυμης αυτοκινητοβιομηχανίας και την ίδια μέρα του 2004 έφυγε από τη ζωή ο Αλφόνσο Φορντ, που κι αυτός με τη σειρά του ήταν από μόνος του μια βιομηχανία παραγωγής πόντων...

Τρέχει ο χρόνος, περισσότερο κι από τα αυτοκίνητα... Σήμερα συμπληρώνονται οκτώ χρόνια από εκείνη την αποφράδα ημέρα (νύχτα πια στην Ελλάδα) που κόπηκε πρόωρα και άδοξα το νήμα της ζωής ενός από τους χαρισματικότερους σκόρερς στη σύγχρονη ιστορία του ευρωπαϊκού μπάσκετ και συνάμα ενός ανθρώπου τον οποίο αγαπήσαμε τόσο πολύ, ώστε να μην τον αφήνουμε έρμαιο της λήθης.

Το εννοώ αυτό, διότι την ερχόμενη Κυριακή, στις οκτώμισι το βράδυ το ελληνικό μπάσκετ θα αποτίσει έναν φόρο τιμής και μνήμης στον τελευταίο "σερίφη" του. Και πού αλλού θα μπορούσε να συμβεί τούτο; Μα ασφαλώς στο "Σαλούν" του Παπάγου! Δεν μεγαλούργησε μονάχα εκεί ο συχωρεμένος, αλλά η αλληγορία ταιριάζει γάντι από σημειολογικής πλευράς, καθότι στα καλάθια του συγκεκριμένου γηπέδου (πρέπει να) έχουν μείνει ακόμη τα αποτυπώματα από τις καπνισμένες κάννες του Φορντ!

Παρεμπιπτόντως ο Αλ έπαιξε στον Παπάγου τη σεζόν 1996-97, ενώ η ταινία "Lock, stock and two smoking barrels" γυρίστηκε το 1998, οπότε ταιριάζουν και οι εποχές...

Θυμάμαι σαν να 'ταν χθες, που ο Φορντ άφησε την ισπανική Ουέσκα και πάτησε το πόδι του στα ελληνικά παρκέ: δεν ήταν άγνωστος, αλλά δεν έσφυζε κιόλας από διασημότητα. Δυστυχώς δεν έσφυζε ούτε από υγεία, διότι τον Αύγουστο του 1997 διαγνώσθηκε ότι πάσχει από λευχαιμία, κόντρα στην οποία πάλεψε λυσσαλέα, με ηρωισμό, αλλά και με μυστικότητα για επτά χρόνια...

Ο Φορντ αποτελούσε τον εγκυκλοπαιδικό ορισμό της έκφρασης που χρησιμοποιούν οι Αμερικανοί για να περιγράψουν έναν παίκτη που βγάζει τους πόντους από το τσεπάκι του: ήταν ένας prolific scorer. Τόσο μεγάλη και αδιάλειπτη ήταν η εκτελεστική γονιμότητα του, ώστε τολμώ να γίνω ιερόσυλος και να γράψω ότι δεν ήταν μονάχα ο τελευταίος σερίφης της Α1, αλλά και ο τελευταίος... Γκάλης της! Έμοιαζαν κιόλας στο στιλ, στις αγωνιστικές εμμονές, ακόμη και στις λιγοστές αδυναμίες στο σουτ, που ωστόσο φρόντιζαν να τις καμουφλάρουν με περισσή επιμέλεια και επιτυχία!

Τον αποκαλώ "τελευταίο Γκάλη", διότι βαδίζοντας στα χνάρια του Νικ, ο Αλ βγήκε τέσσερις φορές -και με τρεις διαφορετικές ομάδες- πρώτος σκόρερ του ελληνικού πρωταθλήματος: το 1996-97 στην παρθενική και οργιώδη παρουσία του με τον Παπάγου σκόραρε κατά μέσο όρο 23.9 πόντους, το 1998-99 (κι αφού έμεινε έξω για μια σεζόν, λόγω τη;ς ασθένειας του) με τον Σπόρτιγκ είχε 22.7, ενώ το 1999-2000 και το 2000-01 με το Περιστέρι έβαζε 22.7 και 24.1 αντιστοίχως. Μάλιστα τη δεύτερη χρονιά ανακηρύχθηκε MVP του πρωταθλήματος και οδήγησε το Περιστέρι στην τρίτη θέση του πρωταθλήματος και στην Ευρωλίγκα, ενώ στη σειρά των ημιτελικών κόντεψε να τινάξει την (πράσινη) μπάνκα στον αέρα.

Την επόμενη σεζόν ο "σερίφης" πήρε ευμενή μετάθεση στον Ολυμπιακό, με τον οποίο κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδος, αλλά η αστοχία στην Ευρωλίγκα και κυρίως στους τελικούς της Α1 (με τις τρεις σερί ήττες από την ΑΕΚ, μετά το 2-0) έγραψε τον επίλογο...

Μ' αυτά και μ' αυτά ίσως ο χαρακτηρισμός "τελευταίος Γκάλης" να μην εμπεριέχει τόση ιεροσυλία, όση νόμιζα, διότι συν τοις άλλοις ο Φορντ βγήκε δυο φορές πρώτος σκόρερ της Ευρωλίγκας (με μέσο όρο 16π. το 200-01 και 24.8 το 2001-02) , έδωσε μετά θάνατον το όνομα του στο ετήσιο βραβείο του πρώτου σκόρερ του θεσμού και αποτελεί ένα διαχρονικό μνημείο. Η καριέρα του στην Ευρωλίγκα ολοκληρώθηκε τη σεζόν 2002-03 με τη Σιένα (με την οποία σκόραρε 17.9 πόντους), ενώ οι τίτλοι τέλους της καριέρας του έπεσαν το καλοκαίρι του 2004 στη Σκαβολίνι Πέζαρο, όπου αν και έπνεε τα λοίσθια έβαζε κατά μέσο όρο 22.2 πόντους και σφράγισε το εισιτήριο επιστροφής της ιταλικής ομάδας στην κορυφαία ευρωπαϊκή διοργάνωση. Τρεις μήνες αργότερα ο Αλ έφυγε από τη ζωή, αλλά άφησε το δαχτυλίδι του σε καλά χέρια: κατά μια διαβολική σύμπτωση, ο παίκτης που τον διαδέχθηκε στη Σκαβολίνι (και νωρίτερα είχε παίξει στον Μακεδονικό), ο συμπατριώτης του Τσαρλς Σμιθ κατέκτησε αμέσως το έπαθλο του πρώτου σκόρερ της Ευρωλίγκας!

Όχι μόνο η καριέρα, αλλά (δεδομένης της ασθένειας) και ολόκληρη η ζωή του Φορντ ήταν πάλι αυτό που εννοούν οι Αμερικανοί, λέγοντας "against all odds"! Βάδισε κόντρα στα στοιχήματα (των άλλων), στο κύμα, στις προβλέψεις, στις συγκυρίες, στους νόμους της ζωής και του θανάτου. Πολέμησε με περίσσιο πάθος, με αφοσίωση στο παιχνίδι, με αποφασιστικότητα και κάθε φορά που πετύχαινε έναν στόχο, έβαζε πλώρη για τον επόμενο: ως αυθεντικός survivor επιβίωνε παίζοντας μπάσκετ και έπαιζε μπάσκετ επιβιώνοντας...

Ο Φορντ φαινόταν από μικρός ότι θα μεγαλώσει! Αλλά δυστυχώς μεγάλωσε μονάχα μπασκετικά και όχι ηλικιακά: το γράφω αυτό διότι έγινε ο πρώτος παίκτης στη μακρά και βρίθουσα χαρισματικών σκόρερς, ιστορία του NCAA, ο οποίος τελείωσε με μέσο όρο άνω των 25 πόντων και τις τέσσερις κολεγιακές σεζόν του με το Mississippi Valley State και με τους 3.165 πόντους που σημείωσε βρίσκεται στο Νο 4 της λίστας με τους πιο παραγωγικούς (σε σύμολο) παίκτες στα χρονικά, πίσω από τον (Pistol Pete) Πιτ Μάραβιτς, τον Φρίμαν Γουίλιαμς και τον Λιονέλ Σίμονς. Και κάτι ακόμη: το σχολείο του δεν είχε δώσει ούτε έναν παίκτη στο ντραφτ για είκοσι χρόνια και το 1993 ο Φορντ επιλέχθηκε στο Νο 32 από τους Σίξερς.

Ευτυχώς δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ο Φορντ κόσμησε την πινακοθήκη του ελληνικού μπάσκετ και οι εικόνες του παραμένουν ζωντανές και ανεξίτηλες. Όλα άρχισαν το καλοκαίρι του 1996 όταν τον ανακάλυψε και τον έφερε στον Παπάγου, ο Κώστας Μίσσας κι όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις, η χλεύη δεν έλειψε, να λοιπόν άλλη μια ομοιότητα με τις πρώτες μέρες του Γκάλη στον Αρη: στις πρώτες προπονήσεις στο Μέτσοβο, πήγαινε ανυποψίαστος στις διεισδύσεις και οι συμπαίκτες του τον πήραν χαμπάρι και τον τάραζαν στις τάπες . Ε, μια, δυο, τρεις, θύμωσε και από εκεί και πέρα συμπαίκτες και αντίπαλοι μέσα στη ρακέτα τον έβλεπαν μονάχα με τα κιάλια!

Για τον Παπάγου, που την Κυριακή θα τιμήσει τη μνήμη του με έναν αγώνα νοσταλγίας και αναγνώρισης, η σεζόν 1997-98 υπήρξε συναρπαστική: με προπονητή τον Μίσσα και παίκτες τον Γιώργο Λιμνιάτη, τον Φορντ, τον Μιχάλη Υφαντή, τον (Βέλγοαμερικανό) Γκρεγκ Ρόμπινσον, τον Τόνι Κόστνερ, τον Γιώργο Χρυσανθόπουλο, τον Τάσο Κανταρτζή και τον νεοσσό Γιώργο Διαμαντόπουλο νίκησε τον Αρη στο Αλεξάνδρειο, την ΑΕΚ του Ιωαννίδη, τον πρωταθλητή Ευρώπης Ολυμπιακό (γυρίζοντας από το -14) και τον ΠΑΟΚ. Νίκησε, όπως θυμάται ο Λημνιάτης, και τον Παναθηναϊκό σε ένα φιλικό ματς...

Μικρός το δέμας και... κεφάλας, ο Φορντ ήταν διαόλου κάλτσα στο γήπεδο και ένας καταπληκτικός τύπος εκτός παιδιάς. Μπορεί να υστερούσε σε ύψος, αλλά χάρη στη μυική δύναμη, στα πολύ γερά πατήματα του (και με τα δυο πόδια) και στο εκπληκτικό άλμα του που συν τοις άλλοις τον έκανε μετρ στα alley-oop, κατάφερνε να ισοπεδώνει τις άμυνες και να να σκοράρει κατά δοκούν, ενώ παράλληλα έδινε τον καλύτερο εαυτό του στην άμυνα. Κλείδωνε με επιδεξιότητα τον εκάστοτε αντίπαλο του, μπορούσε να παίξει με πλάτη στο low post και δούλευε πολύ σκληρά επί καθημερινής βάσεως για να καλύψει την αδυναμία του στο σουτ.

Μια σχετική ιστορία μου διηγήθηκε πριν από λίγη ώρα ο Λιμνιάτης. "Στον πρώτο γύρο έπαιζε κυρίως με drives, αλλά ήταν σίγουρο ότι οι ομάδες είχαν αρχίσει να διαβάζουν το παιχνίδι του. Του το είπα μια μέρα και επειδή το είχε καταλάβει, γύρισε και μου είπε: "Μην ανησυχείς, Τζορτζ, κάνω μυστικές προπονήσεις και στον δεύτερο γύρο θα σουτάρω από μακριά και θα τους μπερδέψω"!

Ο Λιμνιάτης θυμήθηκε και ένα άλλο ευτράπελο περιστατικό:"Μια μέρα προτού αρχίσει προπόνηση παίξαμε ένα μονό, αλλά έσπασε ο διάολος το ποδάρι του και τον νίκησα. Ε, λοιπόν, όχι μόνο όλη την υπόλοιπη σεζόν, αλλά και στα πέντε επόμενα χρόνια που κυκλοφορούσε στην Ελλάδα, όποτε με έβλεπε με τράβαγε με το ζόρι για να παίξουμε τη ρεβάνς εκείνου του μονού, λες και ήθελε να σβήσει τη ντροπή"!

Σαν σήμερα πριν από οκτώ χρόνια αυτός ο εκπληκτικός μπασκετμπολίστας και συνάμα ένας υπέροχος, πράος, προσηνής και πάντοτε χαμογελαστός άνθρωπος (για να μείνω σε αυτή την πλευρά του χαρακτήρα του, πέραν του μπάσκετ) μας την έκανε. Έφυγε σαν κλέφτης, αλλά ευτυχώς άφησε πίσω του κάμποσες συγκλονιστικές μπασκετικές εικόνες , σαν απολιθώματα της σπουδαίας κλάσης του που σημάδεψε μια εποχή.

Τον ευχαριστούμε (όπως λέει και το κλισέ) για τις αναμνήσεις και αυτό θα του το ξαναπούμε την Κυριακή στο παλιό "Σαλούν" του, όπου και μόνο η σκέψη μας γι αυτόν θα φτάνει για να αρχίσουν και πάλι οι κάννες να καπνίζουν!
 

Best of internet