Ο άνθρωπος που κατάλαβε όσο λίγοι την ποίηση και τη γλώσσα της μουσικής. Ο άνθρωπος που μας έδωσε την “Αμοργό” και στίχους για να χει συντροφιά η ψυχή μας. Τι θα ήταν η ζωή μας δίχως αυτόν;

Τα χρόνια που τα στόματα ξέρναγαν φωτιές και το μαύρο πότιζε το χώμα και τα σώματα, αναδυόταν ένα νησί εκτός επικράτειας, άπιαστο από το ανθρώπινο βλέμμα, πέρα από την πραγματικότητα αλλά και εντός αυτής! Το νησί αυτό, που το απέραντο γαλάζιο το γεμίζει και το ορίζει, είναι πιο μεγάλο κι από την Πελοπόννησο, τον κάμπο της Θεσσαλίας, τα βουνά της Ηπείρου! Στο νησί αυτό όμως δεν απλώνονται κοχύλια και χρυσάφια. Απλώνονται λέξεις και εικόνες που κλείνονται, προστατεύονται σ' ένα όνομα. Το νησί της εικόνας και του λόγου, το νησί που έγινε ποίημα και είναι το πιο πυκνοκατοικημένο του κόσμου και του χρόνου. Ένα ποίημα, μία λέξη, μία ανεξάντλητη πηγή σημείο εκκίνησης δίχως τερματισμό. Από το νησί στη ενδοχώρα της δημιουργίας, της μετάφρασης, της εκπομπής λόγου και έργου. Το νησί σαν αίνιγμα που αιωρείται και παρακολουθεί την καρδιά του να πάλλεται, τους χυμούς να γονιμοποιούν εδάφη που χρειάζονται λίγο ήλιο και μια δόση ελπίδας. Το νησί αυτό απρόσβλητο από σφαίρες, τραγωδίες, οιμωγές, νεκρώσιμες ακολουθίες. Το όνομα του “Αμοργός” και όταν στεφάνωσε το ένα και μοναδικό μεγάλο ποίημα του Νίκου Γκάτσου καταλάβαμε ότι το λίγο είναι το περισσότερο που έχει να μας δώσει τούτη η γη. Τα υπόλοιπα μένουν ανεξερεύνητα και απλά παίζουν με τη φαντασία μας. Ο Νίκος Γκάτσος πίσω από την “Αμοργό”, πίσω από τις λέξεις...

Η πληρότητα της ποιότητας

Ο Γκάτσος όμως δεν είναι μόνο η “Αμοργός”. Ή μήπως όχι; Ο Ευγένιος Αρανίτσης σε άρθρο του στην “Ελευθεροτυπία”, στις 29 Αυγούστου 1990, απέδιδε στον τίτλο το πολύπτυχο και πολυεπίπεδο του έργου του Γκάτσου. Τιτλοφορούσε το κείμενο του “Ένα μεγάλο ποίημα (Μόνον ένα!) και είναι αυτή η αίσθηση που μας δίνει ο Γκάτσος: την αίσθηση του ανολοκλήρωτου και του επαρκούς την ίδια στιγμή! Ο Γκάτσος έδειξε την πληρότητα της ποιότητας. Το “λίγα και καλά” εκφράζει απόλυτα τη δουλειά του και είναι η μεγαλύτερη κατάκτηση του. Κάθε δημιουργός θέλει να ορίζει τον χρόνο και τον τρόπο γραφής, θέλει να είναι μοναδικός. Συμβαίνει σπάνια, διότι εμφιλοχωρεί η αμφιβολία, η ανασφάλεια και η ανάγκη της έκφρασης ξεπερνά την ικανότητα της επιλογής του σωστού χρόνου. Ο Γκάτσος είναι από τους ελάχιστους που γνώριζε τι ήθελε και πώς να το πετύχει. Ο Μάνος Χατζιδάκις στο βιβλίο “Ο καθρέφτης και το μαχαίρι” (Εκδόσεις Ίκαρος) γράφει: Έχω δει τον Γκάτσο να εξαναγκάζει σε αναβολή πρεμιέρες και να ξημερώνεται για μια λέξη. Κι αν τα σχεδόν 400 τραγούδια που έγραψε είναι πολλά, φανταστείτε πόσο εύκολο θα ήταν γι' αυτόν να γράψει άλλα τόσα παρασυρόμενος από την ευκολία και τη φτήνια. Ναι, θα μπορούσε, όμως η ανέλεγκτη ποσότητα θα μίκρυνε τον άνθρωπο και τον λόγο του. Γι' αυτό και στην ποίηση είπε τα πάντα με ένα ποίημα, είπε αυτά που ήθελε και δεν άφησε καμία ερώτηση υπαρξιακής φύσεως να τον βασανίσει. Με την “Αμοργό” απαντά στο διαχρονικό “τι είναι ποίηση;” και στη συνέχεια αφήνει το ερώτημα στην άκρη για να σμιλέψει στίχους γεμάτους μελωδίες, εκεί στο παρασκήνιο, εκεί στο ημίφως. Ο Γκάτσος κάλυψε τις ανάγκες της παγκόσμιας γλώσσας της μουσικής και αυτές των συναισθημάτων. Επαρκής δίχως δεύτερη σκέψη, ανολοκλήρωτος γιατί δεν θέλησε να εξερευνήσει το ομιχλώδες τοπίο, τόπο, στα όρια της ποίησης. Στην έρημο της άφησε μια όαση που δροσίζει την αιχμηρή και καυτή τελειότητα που κανείς, ποτέ (!) δεν έπιασε. Ούτε ο ίδιος φυσικά. Ας δούμε όμως την απάντηση του στο επίμονο ερώτημα της ποιήσεως, ας δούμε την “Αμοργό”.

Η “Αμοργός” ενισχύει τις αισθήσεις της ψυχής

“Αμοργός”

Η μοναδική ποιητική συλλογή του Νίκου Γκάτσου. Όταν ολοκληρώνει την “Αμοργό”, εν μέσω Κατοχής, το 1943, δεν έχει εγκαταλείψει την ελπίδα του νέου κόσμου που διέπνεε εκείνη την εποχή το έργο των παλαιοτέρων του. Σε αντίθεση με άλλους ποιητές εναπέθετε αυτή την ελπίδα σε περιπλανήσεις πέρα από τα όρια του παραδοσιακού ελληνικού κόσμου.

Χαρακτηριστικές της αίσθησης που προκαλεί στα λογοτεχνικά πράγματα της Ελλάδας του 1943 είναι οι κριτικές που βλέπουν το φως της δημοσιότητας. Ο Οδυσσέας Ελύτης αναφέρει ότι είναι ένα ποίημα “γραμμένο σύμφωνα με τις ποιητικές αρχές της σχολής του Andre Breton και τις φιλοσοφικές θεωρίες του Husserl. […] Έχει ωστόσο το μεγάλο καλό να μην απαιτεί καμία γνώση των παραπάνω θεωριών για μιαν απρόσκοπτη τουλάχιστον κατανόηση τους”. Για τον κριτικό λογοτεχνίας Αντρέα Καραντώνη με την Αμοργό “η σύγχρονη ελληνική ποίηση, αποκτώντας τον γλωσσικό πνεύμονα που της έλειπε, χρωματίζεται γοητευτικά με τα υποβλητικά και γνώριμα χρώματα της ζωντανής ποιητικής παράδοσης”.

Η “Αμοργός” γράφεται σε μια ταραγμένη περίοδο για το ανθρώπινο είδος. Κυκλοφορεί λίγο πριν την κορύφωση της καταστροφής (ρίψη ατομικής βόμβας) και ο Γκάτσος συνειδητοποιεί ότι αυτά που βλέπουμε και ακούμε δεν συνάδουν στην ανθρώπινη ψυχή. Γι' αυτό και η φράση του Ηρακλείτου κακοί μάρτυρες ανθρώποισιν οφθαλμοί και ώτα βαρβάρους ψυχάς εχόντων είναι οδηγός της “Αμοργού”. Τα μάτια και τα αυτιά δεν μπορούν να οδηγήσουν τον άνθρωπο, αδυνατούν να καταλάβουν τον κόσμο καθώς η ψυχή έχει διαταραχθεί. Η “Αμοργός”, λοιπόν, ενισχύει τις αισθήσεις της ψυχής. Μέσα από εικόνες υπερρεαλιστικές, που δεν χάνουν όμως επαφή με την ελληνική παράδοση και τα μεγάλα λογοτεχνικά ρεύματα, αναδεικνύει τη ματαιότητα της ύπαρξης, την ανθεκτικότητα και το παθιασμένο ξόδεμα της, την ερήμωση και την εγκατάλειψη του τόπου, την επιστροφή από τον θάνατο στη ζωή μέσα από δρόμους ονειρικούς. Για τον Γκάτσο η μνήμη είναι συντροφιά και η μουσική η ελπίδα που συντροφεύει την αθανασία του ανθρώπου και το ελεγείο που ακολουθεί την αναπόφευκτη απώλεια του σώματος.

Σε ηλικία 5 ετών χάνει τον πατέρα του

Η απώλεια του πατέρα, ο πόλεμος, ο Λόρκα

Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε το 1911 στο χωριό Ασέα, στην Αρκαδία. Η οικογένεια του αγροτική. Η αδερφή του Κωνσταντίνα είναι δύο χρόνια μικρότερη. Σε ηλικία 5 ετών χάνει τον πατέρα του Γιώργο. Ήταν ο πρώτος μετανάστης από τον δήμο Βαλτετσίου που πήγε στην Αμερική. Έκανε πολλά ταξίδια και σ' ένα απ' αυτά έπαθε πνευμονία πάνω στο καράβι. Πέθανε δύο μέρες πριν φτάσει στη Νέα Υόρκη. Το 1923 τελειώνει το εξατάξιο Γυμνάσιο στην Τρίπολη. Εκεί θα ανακαλύψει το θέατρο και τον κινηματογράφο και θα γοητευθεί από τις δυο τέχνες. Το 1930 θα γραφτεί στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών με ειδίκευση στην κλασική φιλολογία, ιστορία και φιλοσοφία. Δεν θα ολοκληρώσει ποτέ τις σπουδές του.

Η πρώτου λογοτεχνική παρουσία, το 1931, εκδηλώνεται με ένα μικρό διήγημα, ενώ στα τέλη του ίδιου έτους δημοσιεύει το πρώτο νεανικό του ποίημα. Ακολουθούν άλλα τέσσερα το 1932, στη “Νέα Εστία” και το 1933 ένα ακόμη στο περιοδικό “Ρυθμός”. Σ' αυτό το διάστημα, εκτός από τα ποιήματα, στέλνει “ανοιχτή” επιστολή στη “Νέα Εστία”, στον Γρηγόρη Ξενόπουλο, σχετικά με τον Σεφέρη και τον Παλαμά, ενώ στο περιοδικό “Ρυθμός” θα εμφανιστεί το πρώτο του κριτικό σημείωμα (αναφερόταν σε ποιητική συλλογή της Μυρτιώτισσας). Θα δημοσιεύσει το τελευταίο του ποίημα σε “παραδοσιακή” γραφή στο περιοδικό “Ρυθμός”. Την περίοδο 1933-1942 οι έντυπες παρουσίες του θα είναι μονάχα τρεις. Τον Οκτώβριο του 1936 θα γνωρίσει τον συνομήλικο του Οδυσσέα Ελύτη με τον οποίο θα αναπτύξει στενή φιλία. Σταδιακά γνωρίζεται με τους Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο, Σαραντάρη. Αυτή την περίοδο θα έρθει σε επαφή με το έργο του Φ. Γ. Λόρκα. Με μεθόδους αυτοδιδασκαλίας μαθαίνει ισπανικά για να τον μεταφράσει. Το 1940 με την έναρξη του Ελληνοιταλικού πολέμου στρατεύεται ως βοηθητικός (προστάτης οικογένειας). Η Κατοχή και ο Εμφύλιος αποτελούν σημείο καμπής στην καλλιτεχνική του δημιουργία και ωρίμανση. Την περίοδο 1941-1942 δίνει ζωή στην “Αμοργό”. Γνωρίζεται με τον Μάνο Χατζιδάκι. Τον Μάρτιο του 1945 κυκλοφορεί η περίφημη μετάφραση του “Ματωμένου Γάμου” με εισαγωγή του που αναφέρεται στη ζωή και το έργο του μεγάλου ισπανού ποιητή. Την ίδια εποχή μεταφράζει “Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα”. Το 1948 ξεκινούν οι παραστάσεις του “Ματωμένου Γάμου” σε μετάφραση Γκάτσου, μουσική Χατζιδάκι και πρωταγωνίστρια τη Μελίνα Μερκούρη.

τη δεκαετία του '60 στρέφεται στο τραγούδι

Οι μεταφράσεις και η στιχουργία-ποίηση

Τη δεκαετία του '50 η δράση του αυξάνεται, πάντα με διακριτικό τρόπο. Ανήκει σε αυτούς που πλαισιώνουν την ίδρυση του Ελληνικού Χοροδράματος από τη Ραλλού Μάνου και το 1953 ξεκινά συνεργασία με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας. Μέχρι το 1962 που θα παραμείνει εκεί θα είναι ιδιαίτερα παραγωγικός, ιδιαίτερα στη μετάφραση έργων. Γράφει για θεατρικές σκηνές και πραγματοποιεί σειρά ομιλιών με ποικίλα θέματα. Το 1958 θα κυκλοφορήσει το πρώτο τραγούδι του σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι, το “Χάρτινο το φεγγαράκι”. Η μετάφραση θεατρικών κειμένων κυριαρχεί και από τη δεκαετία του '60 στρέφεται δειλά στο τραγούδι. Το 1961 ο Μάνος Λοϊζος θα διαβάσει τη μετάφραση του σε ποίημα του Λόρκα και θα αποφασίσει να το μελοποιήσει. Το 1963 θα δημοσιευθεί το τελευταίο ποίημα του στο περιοδικό “Ταχυδρόμος”. Ανάμεσα στα εφτά τραγούδια που θα γράψει αυτή τη χρονιά είναι και το “Μια Παναγιά” που ξεχώριζε ο Ελύτης. Το 1965 θα κυκλοφορήσουν σε δίσκο ο “Ματωμένος Γάμος” και η “Μυθολογία”, έργο που ο Γκάτσος θεωρούσε το σημαντικότερο στη μελοποιημένη ποίηση του. Την επόμενη χρονιά θα κυκλοφορήσει η πρώτη ολοκληρωμένη συνεργασία με τον Σταύρο Ξαρχάκο. Την περίοδο της δικτατορίας έχει ξεκινήσει συνεργασία με τον Μίκη Θεοδωράκη σε ένα κύκλο τραγουδιών με τον τίτλο “Έξι φεγγάρια της θάλασσας”. Η κυκλοφορία του όμως θα αναβληθεί λόγω δικτατορίας, κάτι που θα γίνει χρόνια αργότερα. Το 1968 πεθαίνει η μητέρα του. Το επόμενο χρόνο θα γράψει δυο μικρά σημειώματα. Το πρώτο είναι σημείωμα με τίτλο “Μεταφραστικά προβλήματα” στο πρόγραμμα για την παράσταση του έργου “Η Ήρα και το παγώνι”. Το δεύτερο βρισκόταν στην πρώτη έκδοση του διπλού δίσκου “Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας” του Φ. Γ. Λόρκα σε μετάφραση του και μουσική Σταύρου Ξαρχάκου. Εξακολουθεί να συνεργάζεται με τον Χατζιδάκι, κι ας είναι ο τελευταίος στο εξωτερικό λόγω χούντας. Του στέλνει μουσικές και μελωδίες και ο Γκάτσος βάζει στίχους. Δύο ολοκληρωμένοι κύκλοι των δημιουργών, “Επιστροφή” και “Της γης το χρυσάφι” στο διάστημα αυτό. Το 1971 κάνει μικρή δήλωση για τον θάνατο του Γιώργου Σεφέρη και το 1973 πεθαίνει η αδερφή του Κωνσταντίνα. Το 1972 συμμετέχει στον “Μεγάλο Ερωτικό”του Χατζιδάκι. Το 1974 θα γνωρίσει την Αγαθή Δημητρούκα με την οποία θα μείνει μαζί μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1975 κυκλοφορούν οι “Δροσουλίτες” και το 1976 η “Αθανασία” και “Τα παράλογα”.

Την τελευταία δεκαετία της ζωής του παρατηρείται σταθερή στιχουργική παρουσία σε ολοκληρωμένους κύκλους τραγουδιών. Συνεργάζεται σχεδόν αποκλειστικά με Χατζιδάκι, Ξαρχάκο. Το 1983 κυκλοφορεί η ταινία “Ρεμπέτικο” του Κώστα Φέρρη με μουσική Ξαρχάκου και στίχους του ποιητή. Το 1988 γράφει τους στίχους για το έργο “Οι μύθοι μιας γυναίκας”, το τελευταίο ολοκληρωμένο έργο στο οποίο γράφει στίχους. Το 1989 ξεκινούν τα προβλήματα με την υγεία του. Τρία χρόνια μετά, το 1992, θα αφήσει την τελευταία του πνοή.

Στον Γκάτσο οφείλει πολλά το ελληνικό τραγούδι

Είναι δίπλα μας, παντού, αλλά δεν εγκλωβίζεται

Ο Νίκος Γκάτσος, όπως και οι Μίλτος Σαχτούρης, Νάνος Βαλαωρίτης προσάρμοσε στα ελληνικά δεδομένα το παράδειγμα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα. Οι τρεις τους έδεσαν τον παραλογισμό του υποσυνείδητου που επεξεργάστηκε ο υπερρεαλισμός, με τους εξίσου παράλογους συνδυασμούς που συχνά εμφανίζονται στο ελληνικό δημοτικό τραγούδι και τα παραμύθια. Το αποτέλεσμα ήταν μια προσφυγή στην παράδοση με τρόπο που διαφέρει σημαντικά από εκείνον της προπολεμικής γενιάς. Οι μεταφράσεις του είτε σε ποιήματα είτε σε θεατρικά του Ισπανού, έδειχναν την ιδιαίτερα ανεπτυγμένη αίσθηση του Γκάτσου να προσεγγίσει το ξένο κείμενο και να μεταφέρει τον “παλμό” του σε μια άλλη γλώσσα.

Στον Γκάτσο οφείλει πάρα πολλά το ελληνικό έντεχνο λαϊκό τραγούδι. Την περίοδο που διαμορφωνόταν, -τις δεκαετίες ’60, ’70- από τους Μάνο Χατζιδάκι, Μίκη Θεοδωράκη, ήταν εκεί για να το στηρίξει με τους στίχους του. Τα κατάφερε γιατί οι στίχοι του διαθέτουν την αμεσότητα και απλότητα που απαιτεί η στιχουργία και την ίδια στιγμή φέρουν την πολυπλοκότητα και καθαρότητα που έχει ανάγκη η ποίηση. Ο Γκάτσος παίζει με τις λέξεις, τους ήχους, τα ονόματα, την παράδοση και λίγο πριν τα λόγια περάσουν το όριο της καθημερινότητας, της απτής πραγματικότητας, επιστρέφουν σώα και αληθινά σε καταστάσεις, συμπεριφορές πέρα για πέρα αληθινές, του ανθρώπου επιθυμίες κοινές μα παντοτινές. Χαρακτηριστικά στο “Μαγαζάκι του Μηνά”:

Στο μαγαζάκι του Μηνά/ο νους μου πάντα τριγυρνά και συλλογιέμαι τα χλωμά τα δειλινά/όταν ερχόσουν κλεφτά με διπλωμένα τα λεφτά/ να πάρεις φόδρα και ταφτά. Στο μαγαζάκι του Μηνά/το παραμύθι ξεκινά όταν ερχόσουνα σα σβούρα που γυρνά/για ν’ αγοράσεις βερεσέ δυο μασουράκια ντεμισέ/κι όλοι στενάζαμε για σε.

Η σύγχρονη κριτική αναγνώρισε την ποιητική αξία των μελοποιημένων στίχων αφού διαπίστωσε ότι τα τραγούδια του αποτελούν ποιητική κατάκτηση. Εκτός από τους Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, συνεργάστηκε με τους Δήμο Μούτση, Λουκιανό Κηλαηδόνη, Σταύρο Ξαρχάκο. Δεν πρέπει να λησμονηθεί η δουλειά του στον δίσκο “Νυν και αεί”, “Δροσουλίτες”, “Ρεμπέτικο”. Στο “Ρεμπέτικο”, δίσκος για την ταινία του Κώστα Φέρρη, πέτυχε τη σύζευξη του λαϊκού τραγουδιού με τις ρεμπέτικες καταβολές του. Ο Ευγένιος Αρανίτσης έχει πει πως “ο Γκάτσος είναι αίνιγμα”, αίνιγμα με τη λύση να γλιστρά σαν νερό. Εκεί που νομίζεις ότι το κατάλαβες, εκεί να απομακρύνεται από σένα. Έτσι και ο Γκάτσος, σαν το νερό: είναι δίπλα μας, παντού, αλλά και πουθενά δεν περιορίζεται, εγκλωβίζεται. Μόνο μας δροσίζει και απομακρύνεται…

*[Οι φωτογραφίες προέρχονται από το περιοδικό “Μετρονόμος”, τχ. 41. Ευχαριστούμε πολύ]

Πηγές

-Περιοδικό “Μετρονόμος”, τχ. 41, “Νίκος Γκάτσος”, αφιέρωμα

-Αφιέρωμα στον Νίκο Γκάτσο από την Εστία του Ελληνικό Ιδρύματος Πολιτισμού στην Τεργέστη [Επιμέλεια: Ελένη Γαλάνη]