Ο Άγγελος Κορωνιός μιλάει στο gazzetta.gr για την καριέρα του στις χρυσές εποχές του ελληνικού μπάσκετ, εκφράζει το μεγάλο του παράπονο που δεν τον άφησε το Περιστέρι να μεταβεί στον Παναθηναϊκό το 1996, ενώ στέκεται και στην ηθελημένη απουσία του από τον χώρο του μπάσκετ.

Λένε ότι «τα πάντα συμβαίνουν για κάποιον λόγο». Και αυτό ισχύει για όλους τους τομείς της ζωής και της καθημερινότητας. Στην προκειμένη περίπτωση ωστόσο θα σταθούμε στο κομμάτι του αθλητισμού, αφού όταν συμβαίνουν ή δεν συμβαίνουν κάποια πράγματα, αυτομάτως «γεννιούνται» και πολλά ερωτηματικά. Τα λεγόμενα «what if» ή αν προτιμάτε τα «τι θα γινόταν εάν...» τα οποία δεν είναι και λίγα στην ιστορία του παγκόσμιου μπάσκετ.

Θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ένα από τα μεγαλύτερα «what if» όσον αφορά το ελληνικό μπάσκετ είναι και Άγγελος Κορωνιός. Όχι επειδή είχε να αντιμετωπίσει κάποιον τραυματισμό ο οποίος τον άφησε πίσω. Το αντίθετο. Ήταν από τους προνομιούχους καθώς στο απουσιολόγιο της Α1 δεν μπήκε ποτέ το όνομά του δίπλα από κάποια σεζόν.

Παρόλα αυτά η καριέρα του θα μπορούσε να ήταν εντελώς διαφορετική και το παλμαρέ του πολύ πιο «γεμάτο» σε σύγκριση με αυτό που «έκλεισε» την καριέρα του το καλοκαίρι του 2005. Το καλοκαίρι του 1996, όταν ήταν ακόμα στα «ντουζένια» του σε ηλικία 27 ετών, ο Παναθηναϊκός και ο αείμνηστος Παύλος Γιαννακόπουλος του είχαν προσφέρει «γη και ύδωρ» προκειμένου να τον κάνουν δικό τους και παρά το γεγονός ότι «ήθελαν η νύφη και ο γαμπρός», ο... πεθερός δεν είχε καμία τύφλα.

Σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση για την καριέρα του στα παρκέ του ελληνικού μπάσκετ, ο 50χρονος σήμερα Κορωνιός θυμάται εκείνες τις στιγμές και δεν έκρυψε καθόλου την στεναχώρια που ένιωσε τότε: «Το Περιστέρι είχε ζητήσει από τον Παύλο Γιαννακόπουλο ένα κλειστό γήπεδο μπάσκετ προκειμένου να με παραχωρήσει. Εγώ είχα κλείσει, είχα συμφωνήσει στα πάντα. Φυσικά 'τρελάθηκε' ο πρόεδρος τότε και έτσι χάλασε η μεταγραφή. Έπρεπε να με αφήσουν να πάω. Θα είχα κατακτήσει τα πάντα με τον Παναθηναϊκό» λέει στο gazzetta.gr ενώ μοιράζεται τις αναμνήσεις του από τη χρυσή εποχή των '90ς στο ελληνικό μπάσκετ.

Μίλησε για τα πρώτα χρόνια στο Περιστέρι, τους φοβερούς ξένους που είχαν περάσει από τα δυτικά προάστια με πρώτο και καλύτερο τον Όντι Νόρις, τα τρόπαια που κατέκτησε στην ΑΕΚ, τους προπονητές που είχε, το δικό του προπονητικό εγχείρημα ενώ όταν ήρθε η κουβέντα στην Εθνική ομάδα όπου ο Άγγελος Κορωνιός άργησε να πάρει για πρώτη φορά μέρος σε μεγάλη διοργάνωση και πιο συγκεκριμένα στο Eurobasket της Ισπανίας το 1997, είπε χαρακτηριστικά: «Ήταν τιμή και δεν ήταν κάτι που το έκανα αγγαρεία. Πάντα πήγαινα και ας με έκοβαν στο τέλος. Πάντως είχαμε χάσει μεγάλη ευκαιρία στο Παγκόσμιο του '98.

Όσο για το σήμερα; Απέχει συνειδητά από το ελληνικό μπάσκετ και δεν σκοπεύει να επιστρέψει: «Δεν θέλω να έχω καμία εμπλοκή με τον αθλητισμό και το μπάσκετ...» είναι η χαρακτηριστική του ατάκα, με τον ίδιο να ασχολείται πλέον με το εμπόριο ρούχων, να έχει βγάλει στην αγορά ρούχα με την επωνυμία του «ak» ενώ όταν ακούσει τη λέξη αθλητισμός; «Βλέπω στην τηλεόραση μόνο Champions League ποδόσφαιρο και τένις».

«Δεν είχα plan b και θα αντιμετώπιζα πρόβλημα στη ζωή μου αν δεν έπαιζα μπάσκετ»

-Πάμε να ξεκινήσουμε από τα πρώτα χρόνια της καριέρας σου. Γέννημα-θρέμμα Περιστερίου και αμέσως στην ομάδα της γειτονιάς. Και μάλιστα πολύ πιο πριν από το χρυσό Eurobasket. Πώς και αποφάσισες να ασχοληθείς με το συγκεκριμένο άθλημα, ειδικά σε μια εποχή που βασίλευε το ποδόσφαιρο;

«Αυτό ήταν πιο πολύ τυχερό γιατί είχε να κάνει με το γεγονός ότι δίπλα από το σπίτι που έμενα υπήρχε η ομάδα του Περιστερίου. Τότε υπήρχαν οι ακαδημίες και σε γενικές γραμμές υπήρχε οργάνωση. Βέβαια και εγώ από τη πλευρά μου στην αρχή έπαιζα ποδόσφαιρο ωστόσο ο λόγος που με έκανε να πάω πιο εύκολα στο μπάσκετ ήταν υπήρχε μια οργανωμένη κατάσταση εκεί που έμενα και το είδα πιο ζεστά. Μου άρεσε το πώς λειτουργούσαν γενικά. Έβλεπα και τα παιδιά με τα ρούχα τους, τις φόρμες τους και ήταν ένας λόγος παραπάνω να ασχοληθώ με το μπάσκετ. Βέβαια ήμουν και όλη την ημέρα στο γήπεδο και σιγά-σιγά άρχισα να αφιερώνω όλο και περισσότερο χρόνο».

-Είχες κάποιον παίκτη που θαύμαζες και σε οδήγησε περισσότερο στο μπάσκετ απ' ότι στο ποδόσφαιρο;

«Ναι είχα, τον Παναγιώτη Γιαννάκη. Τον έβλεπα και τον θαύμαζα που έπαιζε αρχικά στον Ιωνικό Νικαίας. Μάλιστα είχα πάει και είχα δει και παιχνίδια από κοντά. Μου άρεσε ο τρόπος παιχνιδιού του. Όπως επίσης και τον Νίκο Γκάλη και την μεγάλη ομάδα του Άρη. Ήταν ένα κίνητρο για μένα ώστε να ασχοληθώ ακόμα περισσότερο».

-Ποια ομάδα υποστήριζες μικρός; Εκεί στη γειτονιά, με τους φίλους, σε ποιους έκανες καζούρα και ποιοι έκαναν σε εσένα;

«Περιστέρι. Αλήθεια. Δεν ήμουν ποτέ με κάποια άλλη ομάδα και ούτε ασχολήθηκε ποτέ φανατικά. Απλά έτυχε με το Περιστέρι να ξεκινήσω και με αυτήν την ομάδα να δέσω».

-Οι γονείς σου τι σου έλεγαν τότε; Σε άφηναν να κάνεις την τρέλα σου ή σου έλεγαν να κοιτάς τα μαθήματά σου;

«Οι γονείς μου δεν γνώριζαν τι θα γίνει. Δεν είχαν εικόνα. Όπως σου είπα εγώ ασχολιούμουν συνέχεια με το μπάσκετ. Είχα παρατήσει και τα διαβάσματα στο σχολείο, τα πάντα. Το ενδιαφέρον μου ήταν στο μπάσκετ και όχι στα μαθήματα, με αποτέλεσμα να έχω και πρόβλημα στο σχολείο. Στην κυριολεξία, ήμουν όλη την ημέρα στο γήπεδο.»

-Δεν είχες κάποια ιδιαίτερη μεταχείριση από το σχολείο από τη στιγμή που ήσουν από μικρός σε Εθνικές ομάδες.

«Ε, εντάξει. Σιγά-σιγά και όταν άρχισαν να βγάζω το ταλέντο μου, υπήρχε. Όμως μην φανταστείς πολλά πράγματα. Μέχρι εκεί που έπρεπε. Άλλωστε εγώ είχα πάρει τον δρόμο μου, αγαπούσα πολύ το μπάσκετ».

-Εάν και εφόσον δεν είχες ασχοληθεί με το μπάσκετ ή δεν σου έβγαινε στην πορεία, είχες σκεφτεί τι άλλο θα ήθελες να κάνεις; Μου λες είχες παρατήσει τα μαθήματα. Δεν είχες κάποιο plan b;

«Όχι δεν το σκέφτηκα ποτέ. Plan b δεν υπήρχε. Οπότε θα είχα μεγάλο πρόβλημα αν δεν μου έβγαινε το μπάσκετ. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Είχα παρατήσει τα πάντα».

-Πόσες ώρες έκανες προπόνηση τότε; Πόσο καθόσουν στο γήπεδο;

«Όλη μέρα. Στην κυριολεξία. Όπως ακριβώς το ακούς. Είτε έβρεχε, είτε δεν έβρεχε ήμουν όλη την ώρα στο ανοικτό του Περιστερίου, στη Θηβών. Μπορεί και 10 ώρες την ημέρα. Παίζαμε μονά με φίλους, μετά έπαιζα μόνος μου, μετά προπόνηση με την ομάδα, μετά πάλι μόνος μου. Όλη μέρα...»

-Οι φίλοι που έπαιζες είχαν ξεχωρίσει από τότε το κάτι ξεχωριστό πάνω σου;

«Το έβλεπαν. Ναι. Έβλεπα για παράδειγμα ότι ασχολιόμουν, έκανα πράγματα και σε γενικές γραμμές ξεχώριζα ως ταλέντο. Το έλεγαν οι φίλοι μου, ενώ και σε εμένα είχε μπει για τα καλά μέσα στο πετσί μου να προχωρήσω επαγγελματικά στο μπάσκετ».

Ζήλεψα στο Eurobasket του '87

-Στο χρυσό Eurobasket ήσουν και εσύ παίκτης. Έπαιζες μπάσκετ. Πώς το έζησες από τη δική σου σκοπιά; Γιατί δεν ήσουν ένας απλός θεατής...

«Εντάξει, μιλάμε για την ανάκαμψη του ελληνικού μπάσκετ. Τότε ξεκίνησαν να παίζουν όλα τα παιδιά και όλοι βρέθηκαν με μια μπάλα στα χέρια τους. Αγάπησαν το άθλημα. Η επιτυχία που έκανε η Εθνική του 1987 άλλαξε και όλο το ελληνικό μπάσκετ. Ήταν ένας τεράστιος ενθουσιασμός για όλους μας. Και για εμένα φυσικά αφού μου έδωσε επιπλέον κίνητρο».

-Ζήλεψες;

«Ο καθένας θα ζηλέψει. Δεν ήταν μικρή επιτυχία. Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα με τέτοιους παίκτες και με τέτοιες ομάδες την εποχή εκείνη, δεν ήταν κάτι μικρό».

-Είχε τύχει να βρεθείς σε κάποιο ματς;

«Ναι, είχα πάει σε ένα ματς! Όμως ήμουν πιτσιρικάς και δεν είχα τη δυνατότητα να πάω στο γήπεδο. Τα έβλεπα στην τηλεόραση όπως όλος ο κόσμος. Ε, στη συνέχεια βγήκαμε έξω, φωνάζαμε, πανηγυρίζαμε, όπως όλη η Ελλάδα...»

-Μου είπες ότι θαύμαζες τον Γιαννάκη, τον Γκάλη. Με αφορμή και το Eurobasket, όταν αργότερα τους συνάντησες στα παρκέ, είχε μπει στον πειρασμό να ζητήσεις κάποιο αυτόγραφο;

«Τότε είχε αρχίσει και εγώ τη δική μου καριέρα, δεν ήμουν τόσο μικρός και δεν το σκέφτηκα. Δεν έτυχε άλλωστε. Δεν είχα όμως και πρόβλημα να το κάνω...»

«Θαύμα που είχε έρθει ο Όντι Νόρις, ο καλύτερος ξένος στο Περιστέρι»

-Και πρώτος μισθός στο Περιστέρι 5.000 δραχμές; (σ.σ. σαν να λέμε σήμερα 15€ περίπου)

«Ναι, ακριβώς. Δεν ήταν ευκαταφρόνητο το ποσό γιατί τότε η δραχμή είχε αξία. Τώρα το αν θεωρούνται πολλά ή όχι, είναι σχετικό. Εξαρτάται και από την ζωή που κάνεις. Και ένα εκατομμύρια το μήνα να παίρνεις μπορεί να μην είναι πολλά αν χαλάς ενάμιση! Βέβαια όταν πήρα τον μισθό στα χέρια μου ήμουν πολύ ενθουσιασμένος! Έκανα όνειρα, ήξερα ότι είναι δικά μου χρήματα, τα είχα βγάλει με τον κόπο μου και προσπάθησα να γίνω όσο το δυνατόν καλύτερος ώστε να μπορώ να έχω και περισσότερα στη ζωή μου».

-Χρόνο με τον χρόνο ερχόταν η καθιέρωση στο Περιστέρι. Τόσο η δική σου, όσο και πολύ περισσότερο της ομάδας, ειδικά μετά την επιστροφή της στην Α1 τη σεζόν 1989-90. Τότε είχατε μια εξαιρετική ομάδα με ξένο τον Γκρεγκ Τσερτς...

«Άλλες οι εποχές τότε. Ήμασταν μια ομάδα, μια οικογένεια. Είχαμε ξεκινήσει στην Α1 με τον Τσερτς όπως είπες και εσύ, ο οποίος ήταν πολύ καλός παίκτης. Αυτό που μου έχει μείνει είναι ότι μια ομάδα όπως το Περιστέρι που είχε έρθει από την Β' Εθνική και ολοένα και ανέβαινε κατηγορίες, άρχισε να δημιουργεί ένα σύνολο, να βγαίνει μια φουρνιά καλών παικτών με αποτέλεσμα να φτιάξουμε μια καλή ομάδα. Μια οικογένεια η οποία που χρόνο με το χρόνο γινόταν και καλύτερη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το Περιστέρι να ακούγεται, να κερδίζει μεγάλες ομάδες και να κάνει την πορεία που έκανε...»

-Τόσα χρόνια σε μια ομάδα, έχεις κάποια γλυκιά ανάμνηση; Οτιδήποτε...

«Όντως ήταν πολλά τα χρόνια και φυσικά δεν έχει γίνει μόνο ένα, αλλά πάρα πολλά πράγματα. Πάντα στις ομάδες υπάρχουν πολλές στιγμές. Αστείες, καλές, καλές, οτιδήποτε. Να για παράδειγμα σε μια προετοιμασία στην Ισπανία, υπήρχε πολύ ομίχλη στο γήπεδο και προσπαθούσαμε να κλέψουμε για να μην μας δει ο προπονητής. Και ξαφνικά τον είδαμε μπροστά μας! Και αυτό είναι ένα από τα πάμπολλα που συμβαίνουν. Στιγμές ιδιωτικές, χαρούμενες, τις οποίες και θυμάσαι για όλη σου τη ζωή».

-Μιας και είπα Τσερτς. Επίσης ευτύχησες στο Περιστέρι να είσαι συμπαίκτης με ξένους παίκτες, εκτός του Γκρεγκ Τσερτς, όπως οι Μπέργουορλντ, Όντι Νόρις, Λέοναρντ, Τσίτουμ, Μάξεϊ, Ράντι Ουάιτ, Βονς, Λεβέρτις Ρόμπινσον, Νίκολς, Σίνγκλετον, Λότερντεϊλ και πολλοί ακόμα. Ποιον ξεχωρίζεις περισσότερο;

«Μετά από πολλά χρόνια ήρθαν εξαιρετικοί παίκτες. Παίκτες πρώτης γραμμής. Βέβαια είχαμε και καλή φουρνιά Ελλήνων. Ο Κασουρίδης, ο Τσαγκόπουλος, ο συγχωρεμένος ο Φάσουρας, ο Μυλωνάς, ο Μπάτσιος, ο Γρυλλιωνάκης στην αρχή, ενώ στη συνέχεια ο Μπάτσιος, ο Γκαγκαουδάκης, ο Αποσκίτης. Όσο για την ερώτησή σου, χωρίς σκέψη θα πω Όντι Νόρις. Ήταν ένα θαύμα που είχε έρθει στην ομάδα. Ήταν η επιτομή της αναγνώρισης σε έναν μεγάλο αθλητή. Έδωσε ποιότητα, εμπειρία, ταλέντο, τα πάντα. Καλός παίκτης, αλλά πολύ καλό παιδί. Και καλός συμπαίκτης και καλός φίλος»

-Υπήρχε βέβαια και η ομάδα με τους Γιάριτς, Γκούροβιτς... Περίμενες ως έμπειρος την εξέλιξή τους;

«Φυσικά και την περίμενα. Ήταν καλοί παίκτες. Φαινόταν. Είχαν ταλέντο και πίστευα ότι θα μπορούσαν να κάνουν καριέρα σε οποιαδήποτε ομάδα. Δεν ήταν κάτι παράξενο για μένα...»

-Πάμε τώρα και στα δύσκολα.... Αν σου έλεγα να μου φτιάξεις την dream team πεντάδα του Περιστερίου στα χρόνια που ήσουν εσύ στο Περιστέρι, ποιους θα επέλεγες δίπλα σου; Άσος εσύ...

«Πεντάρι ο Λότερντεϊλ. Τεσσάρι ο Νόρις. Τριάρι ο Μυλωνάς και στο «δύο» ο Κασουρίδης».

«Το λάθος μου ήταν που δεν πίεσα να φύγω νωρίτερα από το Περιστέρι»

-Τότε θεωρούσουν ως ο καλύτερος Έλληνας σκόρερ μετά τον Νίκο Γκάλη. Άλλωστε σε έλεγαν «Γκάλη των δυτικών προαστίων». Πώς ηχούσε αυτό στα αυτιά σου;

«Το να σε συγκρίνουν και να σε βάζουν στην ίδια πρόταση με τον καλύτερο παίκτη της Ευρώπης, ήταν τιμή. Όλοι γνωρίζουμε τον Γκάλη, την ιστορία του και το πόσο μεγάλος μπασκετμπολίστας ήταν. Μου έδινε μεγαλύτερο κουράγιο και κίνητρο για να γίνω καλύτερος».

-Άλλωστε είναι κάτι που το έλεγαν και οι αριθμοί...

«Αυτά ήρθαν σιγά-σιγά. Με πολλή δουλειά, αφοσίωση και ατελείωτες προπονήσεις...»

-Εσύ μέσα σου θεωρούσες ότι βρισκόσουν σε ένα τόσο υψηλό επίπεδο ;

«Όλοι οι αθλητές που παίζουν και στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, δεν είναι 100% ευχαριστημένοι με τον εαυτό τους. Έτσι και εγώ. Δεν ήμουν ευχαριστημένος. Και ένας λόγος ήταν επειδή έμεινα εγκλωβισμένος στο Περιστέρι. Ήθελα να αλλάξω ομάδα και να δείξω ότι τα πράγματα που έκανα στο Περιστέρι τότε, μπορούσα να τα κάνω και σε μεγαλύτερο επίπεδο. Ήθελα να έχω τίτλους και διακρίσεις και μέσα από μια μεγαλύτερη ομάδα να εξέλισσα το ταλέντο μου».

-Συνεργάστηκες στο Περιστέρι αρχικά με τον Σπύρο Φώσκολο στην πρώτη ομάδα που επέστρεψε στην Α1 και στη συνέχεια με Κώστα Πετρόπουλο, Ντράγκαν Σάκοτα, Αργύρη Πεδουλάκη... Ποιον θα επέλεγες ως τον προπονητή της dream team που μου είπες πριν;

«Με τον Σάκοτα είχα πολύ καλές σχέσεις και τον θεωρούσα και πολύ καλό προπονητή...»

-Στην ΑΕΚ τα χαλάσατε όμως...

«Το τι έγινε στην ΑΕΚ είναι ένα άλλο θέμα. Και το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Ο Σάκοτα σίγουρα ήταν από τους καλύτερους προπονητές που πέρασαν από το Περιστέρι και είχα και μια ιδιαίτερη σχέση μαζί του...»

-Έχεις να θυμάσαι κάτι από αυτούς; Κάτι που σου έχει μείνει, έστω και κάποια ιδιοτροπία...

«Όλοι οι άνθρωποι και όλοι οι προπονητές έχουμε και κάποιες ιδιοτροπίες. Δεν μπορώ να πω κάτι συγκεκριμένο για τον καθένα γιατί μπορεί να αδικήσω κάποιον. Κάποιος μπορεί να κάνει λάθος, εγώ μπορεί να έκανα κάποιο λάθος. Κοίτα εγώ είμαι ένας άνθρωπος που δεν κράτησε κακία από κανέναν. Απλά στη ζωή μου έχω επιλέξει να κάνω τη ζωή που θέλω και να κάνω πράγματα που θέλω εγώ...»

-Μιας και είπες για λάθη. Έχεις μετανιώσει για κάτι;

«Το λάθος που έκανα ήταν ότι δεν πίεσα παραπάνω το Περιστέρι για να είχα φύγει νωρίτερα από την ομάδα. Άφησα πολύ χρόνο να πάει χαμένος, ενώ δεν θα έπρεπε...»

-Ποιο ήταν το ματς εκείνο που δεν πρόκειται να ξεχάσεις ποτέ ως παίκτης του Περιστερίου;

«Πολλά. Όχι μόνο ένα. Για παράδειγμα είχαν γίνει μεγάλα ματς εναντίον της ΑΕΚ. Όπως ένα που κρίθηκε σε τρεις παρατάσεις. Είχαν γίνει μεγάλες μάχες με όλες τις ομάδες. Και αυτό διότι το Περιστέρι είχε φτάσει σε ένα επίπεδο να κοντράρεται με τον Ολυμπιακό, τον Παναθηναϊκό, τον ΠΑΟΚ, τον Άρη...»

-Θα έβαζα στοίχημα ότι θα μου έλεγες το ματς με την Μπενετόν του Τόνι Κούκοτς που είχατε κερδίσει με 21 πόντους διαφορά...

«Με την Μπενετόν ήταν ένα παιχνίδι που αποδείχθηκε ότι όταν δεν έχεις άγχος και δεν έχεις να χάσεις τίποτα, μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα. Εκεί παίξαμε αυτό που ξέραμε και μας βγήκε το παιχνίδι...»

«Είχα κλείσει με ένα δισεκατομμύριο δραχμές στον Παναθηναϊκό, αλλά το Περιστέρι ζήτησε κλειστό γήπεδο για να με δώσει!»

-Το καλοκαίρι του '96 και ενώ είχες κάνει πράγματα και θαύματα στο Περιστέρι, όλοι έλεγαν, ότι θα πήγαινες στον Παναθηναϊκό... Τι είχε γίνει τότε;

«Δεν ήταν μόνο ότι λεγόταν, αλλά είχα κλείσει στον Παναθηναϊκό. Μάλιστα είχα πάει στο σπίτι του συγχωρεμένου, Παύλου Γιαννακόπουλου και θυμάμαι που έβλεπα το τρόπαιο της EuroLeague. Είχα συμφωνήσει στα πάντα. Όμως δεν είχε γίνει η μεταγραφή γιατί ο πρόεδρος του Περιστερίου, Φίλιππος Κότσης ο οποίος είναι και πάλι στην ομάδα, ζήτησε από τον κύριο Παύλο να φτιάξει ένα κλειστό γήπεδο για το Περιστέρι προκειμένου να τελειώσει η μεταγραφή! Και έτσι χάλασε η μετακίνησή μου στον Παναθηναϊκό... Αντιλαμβάνεσαι πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν είχε ολοκληρωθεί η μεταγραφή».

-Αν επιτρέπετε, με πόσα χρήματα είχες κλείσει στον Παναθηναϊκό;

«Με ένα δισεκατομμύριο δραχμές για τέσσερα χρόνια (σ.σ. περίπου 3 εκατομμύρια ευρώ). Κάπου εκεί ήταν τα χρήματα που θα έπαιρνα. Σίγουρα το συμβόλαιό μου θα ήταν πάρα πολύ μεγάλο. Το μόνο μελανό κομμάτι από την καριέρα μου στο Περιστέρι είναι που δεν με άφησε να φύγω τότε...»

-Ίσχυε αυτό που έλεγαν «θα σου κρεμάσω το δελτίο»;

«Ναι, κάπως έτσι. Με το Περιστέρι είχαμε φτάσει στο ταβάνι, δεν μπορούσαμε να πετύχουμε κάτι άλλο και το ότι με κράτησε εκείνη την εποχή ήταν μεγάλο λάθος...»

-Εσύ τότε είχες πει στον Φίλιπο Κώτση ότι ήθελες να φύγεις; Ότι ήταν η ευκαιρία της ζωής σου και ότι σου έβαζαν φρένο στα όνειρά σου;

«Δεν μπορούσα να κάνω κάτι. Είχαν τα δικά τους πράγματα στο μυαλό τους. Άλλωστε εκείνη την περίοδο ο καθένας κοιτούσε τον δικό του εαυτό. Το πιο τίμιο θα ήταν να με είχε παραχωρήσει τότε. Νομίζω ότι το δικαιούμουν. Έπρεπε τιμής ένεκεν να με δώσουν για όλα όσα είχα προσφέρει. Και βλέποντας στην ομάδα ότι δεν μπορούσα να κατακτήσω πράγματα που ήθελα, το σωστό θα ήταν να είχα φύγει. Και εγώ θα ήμουν κερδισμένος που θα είχα πάει στον Παναθηναϊκό και θα είχα κατακτήσει τα πάντα, αλλά και η ομάδα. Εντάξει, μπορεί να μην έπαιρνε το Περιστέρι κλειστό γήπεδο που ζήτησε από τον Παύλο Γιαννακόπουλο αλλά θα έπαιρνε αρκετά χρήματα για την εποχή»

-Φαντάζομαι ήταν και η στιγμή που ο Παύλος Γιαννακόπουλος «τρελάθηκε» και σταμάτησε την μεταγραφή;

«Έτσι ακριβώς. Εννοείται. Ήταν υπερβολικό αυτό που ζητήθηκε με αποτέλεσμα να χαλάσει η μεταγραφή....»

-Είχες μιλήσει και με τον Μπόζινταρ Μάλκοβιτς που ήταν προπονητής στον Παναθηναϊκό;

«Ο Μάλκοβιτς με ήθελε πάρα πολύ και το ήξερα. Προφανώς η επιλογή δεν ήταν μόνο του Παύλου Γιαννακόπουλου, αλλά και του προπονητή».

-Είχες και άλλες προτάσεις το ίδιο καλοκαίρι;

«Είχα. Και από τον Ολυμπιακό και από την ΑΕΚ, αλλά η πιο ουσιαστική ήταν αυτή από τον Παναθηναϊκό»

-Είχες καθίσει τότε να σκεφτείς, μέσα στα νεύρα σου, στην τσαντίλα σου, στο παράπονό σου, το πόσο διαφορετική θα ήταν η μετέπειτα καριέρα σου εάν είχες πάει τελικά στον Παναθηναϊκό;

«Ήμουν στεναχωρημένος και απογοητευμένος γιατί ήθελα πάρα πολύ να φύγω. Το πάλευα πολλά χρόνια, έπεσα σε μια συγκυρία πραγμάτων, υπήρχαν τα δελτία που δεν μπορούσα να φύγω και έφυγα τελικά 29-30 χρονών και πήγα στην ΑΕΚ. Τότε με είχε βοηθήσει ο πρόεδρος, ο Ανδρέας Κορασίδης. Είχαμε κάνει μια κουβέντα, κατάλαβε και με βοήθησε για να φύγω...»

«Σημαντικό κομμάτι της καριέρας μου η ΑΕΚ»

-Ο Άγγελος Κορωνιός, αν έπαιζε σήμερα μπάσκετ, που θα είχε φτάσει όσον αφορά το συλλογικό επίπεδο; Θα επέλεγες πιο εύκολα το εξωτερικό από το να έπαιζες στo prime σου σε Παναθηναϊκό ή Ολυμπιακό που είναι στην EuroLeague?

«Δεν πιστεύω ότι θα έμενα στην Ελλάδα. Έχοντας τη δυνατότητα να μπορώ να επιλέξω θα έπαιζα μπάσκετ στο εξωτερικό....Λόγω καταστάσεων και όπως είναι το μπάσκετ θα επέλεγα να φύγω από την Ελλάδα».

-Κάθεσαι λοιπόν άλλα δύο χρόνια στο Περιστέρι και το καλοκαίρι του '98 σε ηλικία 29 ετών πήγες στην ΑΕΚ. Πώς έγινε τότε η μεταγραφή στην ΑΕΚ;

«Από τη στιγμή που είχε παρθεί η απόφαση μαζί με τον κύριο Κορασίδη να φύγω, ήταν εύκολα τα πράγματα. Ήρθε ο κύριος Φιλίππου, συζητήσαμε, τα βρήκαμε και συνεργαστήκαμε».

-Ένα κύπελλο Ελλάδας και ένα Σαπόρτα είναι και οι μοναδικοί σου τίτλοι... Μόνο και μόνο το γεγονός αυτό, καθιστά από μόνο του ως ειδικό κομμάτι της ζωής σου και της καριέρας σου η παρουσία σου στην ΑΕΚ;

«Εννοείται. Ήταν η ομάδα που πήρα αυτά τα τρόπαια στην καριέρα μου, έκανα καλές χρονιές και θεωρώ ότι ήταν σημαντικό κομμάτι στην καριέρα μου. Έμεινα τα δύο από τα τρία χρόνια που είχα κλείσει. Μια ομάδα οργανωμένη, είχε υψηλούς στόχους, ήταν αυτό που ήθελα σαν παίκτης και πέρασα πολύ όμορφα. ».

-Σαπόρτα ή κύπελλο Ελλάδας; Ποιο επιλέγεις;

«Και τα δύο σημαντικά και ξεχωριστά το ένα με το άλλο. Το ένα έχει σημασία γιατί το κατακτήσαμε εναντίον του πανίσχυρου Παναθηναϊκού στην Πυλαία και σίγουρα και αυτό με την Κίντερ Μπολόνια στη Λοζάνη. Τότε η Κίντερ είχε Ντανίλοβιτς, Σκονοκίνι και σίγουρα καθένα έχει τη χάρη του.»

-Η συνεργασία σου με τον Ντούσαν Ίβκοβιτς;

«Άψογη! Είχαμε πολύ καλή συνεργασία. Μεγάλος προπονητής και πάντα με μεγάλους και υψηλούς στόχους. Με βοήθησε πάρα πολύ, ακόμα και σε εκείνη την ηλικία, να καταλάβω κάποια πράγματα μέσα στο παιχνίδι μου. Σίγουρα ήταν ένα σημαντικό κομμάτι στο να γίνω καλύτερος και να εξελιχθώ περισσότερο».

-Στη συνέχεια ανηφόρισες στη Θεσσαλονίκη προκειμένου να παίξεις στον ΠΑΟΚ με Λιαδέλη και Σιγάλα. Πώς και επέλεξες τον ΠΑΟΚ και όχι να συνέχιζες στην ΑΕΚ για παράδειγμα;

«Ο ΠΑΟΚ ερχόταν από μια δυνατή σεζόν και πιστεύαμε ότι θα κάνουμε το κάτι παραπάνω. Ε, άρχισαν τα προβλήματα και δεν έγινε τίποτα απολύτως. Μέσα στη ζωή είναι αυτά. Κάθισα έναν χρόνο και έφυγα όπως πήγα... Πήγαμε με άλλες φιλοδοξίες, δημιουργήθηκαν προβλήματα και ουσιαστικά έκανα και κακό στον εαυτό μου. Το ξέχασα γρήγορα...»

-Ακολούθησαν δύο χρόνια στο Μαρούσι και ένα στον Πανιώνιο. Είχες αρχίσει να νιώθεις τότε, σωματικά και ψυχολογικά ότι έφτανε το πλήρωμα του χρόνου;

«Ήμουν 33-34 χρονών. Καταλαβαίνεις ότι αρχίζει να πέφτει η αυλαία. Προσπάθησα να κρατηθώ σε υψηλό επίπεδο και μέχρι και την τελευταία μου χρονιά στον Ολυμπιακό, ήμουν ενεργός. Δεν τα είχα παρατήσει. Απλά θεώρησα ότι ήταν και το timing σωστό για να κλείσω την καριέρα μου.»

-Το ότι έπαιξες στον Ολυμπιακό ήταν ένα απωθημένο κατά κάποιον τρόπο; Να παίξεις και σε έναν εκ των δύο «αιώνιων» αντιπάλων;

«Όχι απωθημένο. Θέμα επιλογής. Έδειξα στον εαυτό μου ότι ακόμα και στο τελείωμα της καριέρας μου, έκανα την επιλογή να πάω σε μια μεγάλη ομάδα. Μπορεί ο Ολυμπιακός να ήταν τότε στα καλύτερά του, αλλά δεν επέλεξα να πάω να κάνω μια αρπαχτή. Έπαιζε και στην EuroLeague και όπως να το κάνουμε ο Ολυμπιακός ήταν... Ολυμπιακός και ήθελα να κλείσω εκεί την καριέρα μου».

«Κάποιοι δεν εκτίμησαν την προσφορά μου»

-Πριν περάσουμε στο θέμα της προπονητικής, να πάμε λίγο στην Εθνική ομάδα. Ενώ σε καλούσαν σε φιλικά, σε τουρνουά, σε προολυμπιακά και γενικά σε ματς προετοιμασίας, μόλις το 1997 έφτασες στο σημείο να πάρεις μέρος σε μια μεγάλη διοργάνωση. Στο Ευρωμπάσκετ της Ισπανίας. Σε πείραζε που δεν επιλεγόσουν; Και αυτό από τη στιγμή που στο ελληνικό πρωτάθλημα θεωρούσουν ο καλύτερος πλέι μέικερ; Δεν είχες ένα «γιατί» μέσα σου;

«Κοίταξε, το γιατί το ήξερα. Γνώριζα ότι ήμουν σε μια φουρνιά με πολύ μεγάλους παίκτες και ήταν δύσκολη η απόφαση του εκάστοτε ομοσπονδιακού προπονητή. Κάπου-κάπου ήμουν και το εξιλαστήριο θύμα».

-Αδικία δεν ένιωθες;

«Η αδικία δεν συμβαίνει μόνο στον αθλητισμό. Συμβαίνει και στην ζωή και στην καθημερινότητα. Η αδικία είναι σε έξαρση. Δεν πιστεύω κανένας να εκτιμάει την προσφορά κανενός. Όπως και στην καριέρα μου, κάποιοι δεν εκτίμησαν την προσφορά μου. Δεν χρειάζεται να μπούμε σε λεπτομέρειες. Ζούσα με την αδικία. Και από ομάδες και από ανθρώπους, το είχα στο πετσί μου. Οπότε δεν μου φάνηκε παράξενο που βρέθηκα στην Εθνική ομάδα, αλλά κόπηκα πάρα πολλές φορές. Απλά αυτό που κοίταγα ήταν να γίνομαι καλύτερος και να τους αποδεικνύω ότι έκαναν λάθος αυτοί που έπαιρναν τις αποφάσεις. Από εκεί και πέρα ο κόσμος ήταν εκείνος που έβγαζε τα συμπεράσματά του».

-Είχες σκεφτεί ποτέ «άντε στο καλό, δεν ξαναπάω στην Εθνική» από τη στιγμή που «κοβόσουν» συνέχεια στο τέλος;

«Το σκέφτηκα, αλλά δεν το έκανα ποτέ πράξη. Για μένα η Εθνική ομάδα ήταν τιμή και δεν ήταν κάτι που το έκανα αγγαρεία. Έστω και με αυτόν τον τρόπο. Φορούσα τα γαλανόλευκα και ένιωθα ότι τιμούσα τη χώρα μου και ήταν υποχρέωσή μου να το κάνω!»

-Ο Παναγιώτης Γιαννάκης ήταν εκείνος που ουσιαστικά σε εμπιστεύτηκε για πρώτη φορά σε μια μεγάλη διοργάνωση. Είχατε κάνει κάποια κουβέντα;

«Όχι. Απλά είχαν σταματήσει πολλοί παίκτες και είχε ανοίξει ο δρόμος για να μπω και εγώ πιο ενεργά. Όμως ήμουν σε ένα επίπεδο όπου και ηλικιακά δεν είχα πολλά περιθώρια. Τα χρόνια μου ήταν συγκεκριμένα όσον αφορά τις διοργανώσεις στις οποίες θα έπαιζα. Όμως το '97 και το '98 έκανα και τις καλύτερες εμφανίσεις μου με την Εθνική ομάδα».

-Αυτό ήθελα να σ ερωτήσω. Το 1997 αρχικά και το Παγκόσμιο του 1998 στη συνέχεια, ήταν μια μεγάλη ευκαιρία για την Εθνικη που πήγε χαμένη στους δύο ημιτελικούς για ένα μετάλλιο; Για τα παιδιά της δικής σου φουρνιάς;

«Νομίζω ότι το '98 χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία να κατακτήσουμε το Παγκόσμιο. Ήταν από τις μεγαλύτερες αδικίες, αν και νομίζω ότι και εμείς φταίγαμε γι' αυτό. Το αφήσαμε να περάσει έτσι. Θα είχαμε γράψει ιστορία. Ειδικά το ματς με τη Σερβία που κερδίζαμε σε όλο το ματς...»

-Είναι από τα παιχνίδια που θα ήθελες να παίξεις ξανά;

«Ό,τι και αν θέλουμε, ό,τι και αν λέμε, η ουσία μετράει. Και το παιχνίδι χάθηκε. Η ιστορία έγραψε. Απλά μας προσπέρασε. Έπρεπε τότε να είχαμε κερδίσει γιατί ήμασταν καλύτεροι, αλλά δεν το κάναμε. Μπορεί η Σερβία λόγω δυναμικής και ονομάτων να είχε κάποια σφυρίγματα παραπάνω, αλλά από τη στιγμή που είχαμε βρεθεί σε καλή μέρα και παίζαμε στο γήπεδό μας, έπρεπε να είχαμε κερδίσει...»

-Και ακολούθησε Άγγελε το ναυάγιο της Ντιζόν όπου η Εθνική μας κατετάγη τελευταία. Τι είχε γίνει τότε; Γιατί αποτύχαμε τόσο πολύ σε εκείνη τη διοργάνωση; Υπάρχει εξήγηση, έστω και 20 χρόνια μετά;

«Όταν στραβώνει κάτι από την αρχή, στραβώνει για τα καλά. Είχαμε κάποιους τραυματίες όπως τον Αλβέρτη για παράδειγμα, δεν ήμασταν σε καλή κατάσταση, δεν μας έκατσαν καλά τα τρία πρώτα παιχνίδια, ε δεν θέλει και πολύ να σε πάρει από κάτω. Είναι κάτι το οποίο δεν θέλουμε να το θυμόμαστε».

-Εκείνη η διοργάνωση αποτέλεσε και το κύκνειο άσμα σου στην Εθνική. Κατόπιν επιλογής ήταν; Δεν πίστευες ότι μπορούσες να βοηθήσεις για ένα μετάλλιο;

«Ναι, κατόπιν επιλογής. Ήμουν 32 χρονών και δεν μπορούσα να προσφέρω και ηλικιακά. Συν τον γεγονός ότι η καριέρα μου στην Εθνική ήταν μικρή και όχι μεγάλη. Από την άλλη υπήρχαν και παιδιά που έρχονταν από πίσω τα οποία έπρεπε να παίξουν και να φτιάξουν μια καινούργια ομάδα. Να έστηναν κάτι καινούργιο».

-Αυτό δεν σε πικραίνει με την έννοια του ότι εσύ το έκανες, αλλά κάποιοι άλλοι δεν το έκαναν για σένα;

«Επειδή ακριβώς δεν θέλω να κάνω αυτό που μου κάνουν, αποφάσισα να φύγω από την Εθνική για να αφήσω χώρο για τα άλλα παιδιά»

«Καμία επαφή τώρα με το μπάσκετ, γελοία όσα συμβαίνουν. Ασχολούμαι με το εμπόριο ρούχων»

-Υπάρχει κάποιο ματς το οποίο βλεπεις στο youtube; Ή να το έχεις σε κάποια κασέτα; Γενικά βλέπεις highlights σου;

«Δεν έχω κρατήσει κάποια αρχεία να σου πω την αλήθεια. Ούτε βλέπω, ούτε ασχολούμαι γενικά με το μπάσκετ τώρα...»

-Μαύρη πέτρα;

«Στη ζωή κάποια στιγμή αποφασίζεις να κάνεις κάποια άλλα πράγματα και απλά πας παρακάτω...Κάποια άλλα τελειώνουν.»

-Τα παιδιά σου; Βλέπουν καθόλου παιχνίδια σου; Ξέρουν τι είχε καταφέρει ο μπαμπάς τους;

«Ο γιος μου πρόλαβε λίγο, η κόρη μου λιγότερο. Τώρα που έχουν μεγαλώσει, έχουν καταλάβει. Τους λένε, ακούνε, διαβάζουν. Δεν έζησαν στιγμές στο γήπεδο, αλλά έχουν καταλάβει. Μπορεί στο youtube να βλέπουν κάποια ματς. Καμαρώνουν, αλλά δεν κάνουν και πάρτι! Απλά καταλαβαίνουν τι έχει κάνει ο πατέρας τους».

-Ακόμα και σήμερα ακούγεται το όνομά σου στα διάφορα ρεκόρ που γίνονται και σπάνε...

«Ναι όντως. Πέρασε τον Κορωνιό, φτάνει τον Κορωνιό... Εγώ πιστεύω ότι η ιστορία της Α1 είναι μία. Τώρα που χωρίζεται η Α1 σε τρία κομμάτια και όλοι γίνονται σκόρερ, δεν ξέρω. Δεν ασχολούμαι. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι η Α1 είναι από τότε που ξεκίνησε μέχρι και τώρα. Η ιστορία έχει γράψει. Ο καθένας παίρνει την ιστορία και την γράφει όπως θέλει και έτσι μπορούν να βγουν 15 σκόρερ. Εγώ δεν συμφωνώ με αυτά, αλλά δεν με ενδιαφέρει και ούτε και με πειράζει κιόλας».

-Και φτάνουμε στην προπονητική... Αμέσως μετά το τέλος της καριέρας σου προέκυψε ο Άλιμος. Πώς;

«Ο Δημήτρης Δρόσος είχε πάρει αρχικά τον Άλιμο αλλά εκεί περισσότερο τυπική ήταν η παρουσία μου μέχρι να πάμε στον Σπόρτιγκ. Ανεβήκαμε κατηγορία, στη συνέχεια ανέλαβε την ΑΕΚ και εγώ πήγα προπονητής ωστόσο δεν πήγε καλά η χρονιά και αποχώρησα. Ασχολήθηκα κάποια χρόνια με την προπονητική και ύστερα από κάποια χρόνια αποφάσισα να αποχωρήσω».

-Στη συνέχεια έσκασε και η... βόμβα της ΑΕΚ στα χέρια σου το 2011 με τον υποβιβασμό στην Α2.

«Καταρχήν αυτό είναι κάτι στο οποίο δεν ευθύνομαι εγώ. Μου ζητήθηκε από τον τότε πρόεδρο, τον Μπάμπη Καραμανλή και μάλιστα αφιλοκερδώς να βοηθήσω την ομάδα της ΑΕΚ. Δεν πήρα ούτε ένα ευρώ και μπορεί να σας το επιβεβαιώσει και ο ίδιος. Το θεώρησα υποχρέωσή μου να βοηθήσω εκείνη την περίοδο την ομάδα. Κάναμε αυτό που έπρεπε να κάνουμε και είδατε πώς έπεσε η ομάδα. Ουσιαστικά με αλχημείες άλλων παιχνιδιών. Για μένα δεν θα έπεφτε η ΑΕΚ, αλλά έπεσε έτσι όπως έπεσε. Εγώ δεν ήμουν προπονητής της ομάδας, αλλά πήγα στο τέλος. Ακόμα και έτσι όπως εξελίχθηκε δεν ήταν κάτι το ωραίο για μένα».

-Και πριν από τρία χρόνια ως ασίσταντ τεχνικός του Σάκοτα.

«Είχε μεσολαβήσει και η Καβάλα όπου είχα πάει στη μέση της σεζόν και πριν από τρία χρόνια στην ΑΕΚ. Εντάξει, έγινε τότε ένα θέμα με τον Σάκοτα, αλλά δεν υπάρχει λόγος να το συζητάμε. Θεώρησα ότι έπρεπε να φύγω και έφυγα. Οι αναλύσεις δεν βγάζουν πουθενά...»

-Έχεις σκεφτεί να ασχοληθείς από άλλο πόστο μη προπονητικό; Σκάουτερ, ατομική εκγύμναση ή ακόμα και διοικητικός παράγοντας στην ομοσπονδία για παράδειγμα...

«Όχι. Τίποτα. Δεν θέλω να έχω καμία εμπλοκή με τον αθλητισμό και το μπάσκετ...»

-Βγάζεις πικρία...

«Δεν θέλω να εμπλακώ σε καταστάσεις που δεν είναι στον χαρακτήρα μου. Έτσι απλά. Ούτε έχω διάθεση να μπω σε φθορά, σε τσακωμούς και σε τέτοια πράγματα. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται... Ποτέ μην λες ποτέ, αλλά σε αυτή τη φάση, δεν το σκέφτομαι καν...»

-Εφυγες και βρήκες την υγειά σου που λένε;

«Ότι έφυγα και βρήκα την υγειά μου είναι το μόνο σίγουρο. Έχω χρόνο με τον εαυτό μου, ασχολούμαι με την δουλειά μου και κάνω και άλλα πράγματα στη ζωή μου που δεν έκανα».

-Παρακολουθείς τώρα μπάσκετ; EuroLeague για παράδειγμα;

«Όχι! Μόνο Champions League ποδόσφαιρο και τένις...»

-Άρα φαντάζομαι δεν μπορείς να σχολιάσεις τα όσα γίνονται στο ελληνικό μπάσκετ τώρα τελευταία...

«Μόνο με μια λέξη τα χαρακτηρίζω. Γελοία. Δεν μπορώ να πω κάτι άλλο. Αυτή η λέξη τα λέει όλα. Η κατάντια του ελληνικού μπάσκετ. Δεν θα πάρω θέση για το ποιος φταίει. Σε μια γελοιότητα φταίνε όλοι.»

-Πρόσφατα σε τίμησε το Περιστέρι; Πώς ήταν να μπαίνεις πάλι στο κλειστό Ανδρέας Παπανδρέου; Περνούν με κινηματογραφική ταχύτητα οι στιγμές που έζησες εκεί;

«Ήταν μια όμορφη κίνηση, ένιωσα ωραία συναισθήματα, είδα ανθρώπους από παλιά και χάρηκα πολύ».

-Ασχολείσαι με τελείως διαφορετικά πράγματα τώρα, ε;

«Ναι. Ασχολούμαι με το εμπόριο. Έχω μια εταιρεία με ρούχα και αθλητικά μαγαζιά εντός και εκτός Αθηνών και πιο συγκεκριμένα στην Κέρκυρα. Έχει ενδιαφέρον γιατί όπου υπάρχει τουρισμός, υπάρχει και κίνηση. Επίσης έβγαλα και μια σειρά με ρούχα με το όνομά μου, τα ΑΚ τα οποία βγήκαν πρόσφατα στην αγορά. Είναι νέο ξεκίνημα με σκοπό να τα μάθει ο κόσμος. Επίσης σκέφτομαι και κάποιες ακόμα επιχειρηματικές δραστηριότητες στο μέλλον...»