Σαν σήμερα πριν εφτά χρόνια έφυγε ένας ωραίος άνθρωπος, ένας σπουδαίος τραγουδιστής που κανείς δεν είχε κακό λόγο να πει γι' αυτόν.

Ο Μπιθικώτσης ήταν εκεί και τον άκουσε. Τον φώναξε και του είπε να ακολουθήσει το επάγγελμα. Μετά ο Ζαμπέτας. Δεν τον άκουσε μόνο, του έδωσε κιόλας... Στήριξη, τραγούδια και την πιο σημαντική συμβουλή για το επάγγελμα του. “Σβήσαν τα φώτα; Να είσαι κανονικός άνθρωπος”. Η ασφάλεια του σε ένα επάγγελμα γεμάτο ανασφάλεια, γεμάτο γκλαμουριά, στρας, λαμέ υφάσματα, φώτα, γραβάτες, κυρίους και “κυρίους”, μαστούρα από αλκοόλ, τσιγάρα, χαρτούρα, ζημιές, κραυγές, παραγγελιές, χορούς, ζεϊμπέκικα, τσιφτετέλια, χειροκρότημα, φήμη, φράγκα και ψώνισμα. Ε, δεν την ψώνισε ο Μητσάρας. Κι ας τραγούδησε και στις μεγάλες πίστες, αυτές που πας για να δεις και μετά να ακούσεις. Ακόμη και κει, ξεχώριζε. Δέσποζε. Σταθερός, επιβλητικός, ήρεμη δύναμη. Η φωνή ήταν η υπογραφή του, η διαφήμιση του, η περιουσία του (μαζί με την οικογένεια του). Ε, αφού δεν χάθηκε στα δήθεν και στα αλλιώτικα -στο κυνήγι του μάταιου, σε “μαγικές” ουσίες- ντόμπρα, σταράτα και παντελονάτα ξηγήθηκε μέχρι τέλους. Φόρα παρτίδα και σε όποιον αρέσει. Τι να του πεις δηλαδή; Δεν είναι τρέντι; Δεν έχει ακολούθους στα social; Αυτά ήταν και είναι γι’ αυτούς που δεν μένει τίποτα πάνω τους, γυαλίζουν πολύ, είναι ατσαλάκωτοι και δεν καταδέχονται ματιές, χειραψίες και εγκάρδιες φωνές. Γι’ αυτό μάγκες ,μια στάση εδώ… στον Δημήτρη Μητροπάνο.

Γεννημένος στη “Μικρή Μόσχα”

Ο Δημήτρης Μητροπάνος γεννήθηκε στις 2 Απριλίου 1948, στην Αγία Μονή, συνοικία των Τρικάλων. Το μετεμφυλιακό αστικό κράτος κινούμενο από μίσος και ρεβανσισμό, δεν άφησε σε ησυχία τις οικογένειες των αγωνιστών του ΕΑΜ και του ΔΣΕ. Σε αυτές ανήκε ο Δημήτρης Μητροπάνος, καθώς ο πατέρας του ανήκει σ' αυτούς τους αγωνιστές. Ο ίδιος είχε πει πως “τον πατέρα μου τον γνώρισα όταν ήμουν 29 ετών. Μέχρι τα 16 γραφόμουν ορφανός. Νομίζαμε ότι ο πατέρας μου σκοτώθηκε στο αντάρτικο. Ώσπου τότε ήρθε γράμμα που έλεγε ότι ζει και είναι στη Ρουμανία. Πέρασαν άλλα 13 χρόνια ωσότου να γυρίσει...”. Την εξορία και τις πολύχρονες φυλακίσεις για “πολιτικούς λόγους” τη βίωσαν και άλλα μέλη της οικογένειας, όπως τα αδέρφια της μάνας του. Η συνοικία που γεννήθηκε, η Αγία Μονή, ήταν φτωχική, υποβαθμισμένη... Όλοι αριστεροί. Μάλιστα, όπως έχει δηλώσει τη λέγανε “Μικρή Μόσχα”.

Η μητέρα του κάνει φλοκάτες για να ζήσει την οικογένεια και ο ίδιος αναγκάζεται να εργάζεται καλοκαίρια για να βοηθήσει. Στην αρχή δουλεύει γκαρσόνι στην ταβέρνα του θείου του. Μετά, 12-13 ετών, στις κορδέλες που κόβανε ξύλα. Πολλά ξύλα, βαρύς ο χειμώνας στα Τρίκαλα. Τότε, τον καλούν πρώτη φορά στην Ασφάλεια και του εξηγούν τι ήταν η οικογένεια του. Τον... συμβουλεύουν, μάλιστα, να μάθει κάποια τέχνη γιατί με τέτοιο ιστορικό δεν είχε λόγο να πάει σχολείο, να σπουδάσει. Δεν θα τον άφηναν. Ε, 16 χρόνων κατεβαίνει στην Αθήνα. Γράφεται στους “Λαμπράκηδες”. Ο φάκελος τον ακολουθεί. Δεν τα πάει άσχημα στα μαθήματα, όμως πριν τελειώσει το Γυμνάσιο ξεκινά να δουλεύει ως τραγουδιστής.

από μικρός έμαθε να αγαπάει τη μουσική

Ξαφνικά στην Columbia

Ο Μητροπάνος από μικρός έμαθε να αγαπάει τη μουσική μέσα από ένα ραδιόφωνο που είχε φέρει στο σπίτι ο θείος του. Τραγουδά σε μια συνεστίαση της δουλειάς του θείου του και τον ακούει ο Μπιθικώτσης. Τον φωνάζει και του λέει να ακολουθήσει το επάγγελμα. Ξαφνικά βρίσκεται στην Columbia και στα χέρια του Γιώργου Ζαμπέτα. Ξεκινά εμφανίσεις στα “Ξημερώματα” και το 1966 συμμετέχει σε συναυλίες του Μίκη Θεοδωράκη με ερμηνείες για το “Άξιον Εστί”. Ένα χρόνο μετά τραγουδά Χρήστο Λεοντή.

Το 1967 κυκλοφορεί η πρώτη του δισκογραφική δουλειά, όμως αποσύρεται σχεδόν αμέσως. Επρόκειτο για 45αρι δίσκο με τα τραγούδια “Χαμένη Πασχαλιά” στη μία όψη και “Στ' Αναφιώτικα” στη δεύτερη σε μουσική Βασίλη Κουμπή, που λογοκρίθηκε και απαγορεύτηκε από το δικτατορικό καθεστώς λόγω των στίχων του Δημήτρη Ιατρόπουλου. Τελικά, το πρώτο 45αρι κυκλοφορεί σε μουσική Γιώργου Ζαμπέτα το 1970. Δυο χρόνια μετά συμμετέχει στον δίσκο “Άγιος Φεβρουάριος”, σε μουσική Δήμου Μούτση και στίχους Μάνου Ελευθερίου. Ο δίσκος μένει στην ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας και σε αυτόν ερμηνεύει πέντε τραγούδια (“Άλλος για Χίο τράβηξε”, “Η σούστα πήγαινε μπροστά”, “Ο Χάρος βγήκε παγανιά”, “Σταμάτης Κομνηνός”, “Στη Σμύρνη και στο “Αϊβαλί”). Το 1973 συνεργάζεται με τον Γιώργο Κατσαρό στον δίσκο “Ο δρόμος για τα Κύθηρα”. Τη δεκαετία του' 70 θα συνεργαστεί με πολλά μεγάλα ονόματα του ελληνικού τραγουδιού, όπως οι Μίμης Πλέσσας και Απόστολος Καλδάρας. Μία από τις πολύ σημαντικές συνεργασίες του είναι αυτή με τον Τάκη Μουσαφίρη. Θα συνεργαστούν σε οκτώ δίσκους, ενώ προς το τέλος της καριέρας του θα τραγουδήσει άλλα δύο τραγούδια του. Από τα μέσα της δεκαετίας του ΄70 ως τα τέλη του 1980 σημαντικό ρόλο για την επιτυχία του έπαιξαν και οι συνεργασίες με τους Σπύρο Παπαβασιλείου (μουσική), Τάσο Οικονόμου (στίχους), αλλά και με τον στιχουργό Λάκη Τεάζη, ιδίως στον δίσκο “Τα νυχτέρια μας”, σε μουσική Σταύρου Κουγιουμτζή.

Δεν φοβάται το ρίσκο

Από την “Εθνική μας μοναξιά” “Στου αιώνα την παράγκα”

Τη δεκαετία του ’90 συνεχίζει με την ίδια συνέπεια, την ίδια τόλμη. Δεν φοβάται το ρίσκο και συνεργάζεται με τον Μάριο Τόκα στον δίσκο “Η εθνική μας μοναξιά”. Κυκλοφορεί το 1992 και κομμάτια όπως “Θάλασσες”, “Μια στάση εδώ”, “Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη” ξεχωρίζουν και μένουν στη μνήμη μας. Το 1993 μεσολαβεί ο δίσκος “Ο Μητροπάνος τραγουδάει Σπανό” και το 1994 η δεύτερη συνεργασία με τον Τόκα στον δίσκο “Παρέα μ’ έναν ήλιο” σε στίχους Φίλιππου Γράψα. Τραγούδια όπως “Τα λαδάδικα”, “Το ζεϊμπέκικο του αρχάγγελου” επιβάλλονται με τη δύναμη τους στο κοινό. Η επαγγελματική συνύπαρξη με τους Τόκα, Γράψα αποτελεί την πρώτη σελίδα στο νέο κεφάλαιο της δισκογραφικής του πορείας. Χωρίς να αφήνει το λαϊκό στοιχείο, αρχίζει να κλίνει προς τον χώρο του “έντεχνου ελληνικού τραγουδιού”. Χαρακτηριστικό είναι το πρόγραμμα των ζωντανών εμφανίσεων στο “Zoom” το 1996. Εκεί, ερμηνεύει κομμάτια όπως “Πριν το τέλος” (Β. Παπακωνσταντίνου), “Τσιγάρο ατέλειωτο” (Σ. Μάλαμας), “Τα βεγγαλικά σου μάτια” (Γ. Νταλάρας), “Μοίρες” (Τ. Τσανακλίδου). Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί ένας από τους πιο σημαντικούς δίσκους για την ελληνική μουσική σκηνή. Ο δίσκος “Στου αιώνα την παράγκα” σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου και στίχους Άλκη Αλκαίου, Κώστα Λαχά, Λίνας Νικολακοπούλου και Γιώργου Κακουλίδη. Ο Μητροπάνος, πλέον, περπατούσε σε δύο δρόμους: μπουζούκι, ταξίμι, λαϊκότητα και ποιότητα, υψηλή τέχνη, ποίηση. Η καριέρα του συνεχίστηκε με ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες συνεργασίες. Μεταξύ άλλων με τους Βαγγέλη Κορακάκη, Μίλτο Πασχαλίδη, Οδυσσέα Ιωάννου, Δημήτρη Παπαδημητρίου, Γιώργο Μουκίδη, Διονύση Τσακνή, Στέφανο Κορκολή, Χρήστο Παπαδόπουλο, Σταμάτη Κραουνάκη… Το 2011 κυκλοφόρησε ο τελευταίος του δίσκος “Εδώ είμαστε”.

Καθιερώνεται με τον Δήμο Μούτση

Ο Άγιος Φεβρουάριος και ο Απρίλης του '96

Η απάντηση στο πότε αναγνωρίστηκε, καθιερώθηκε ως ερμηνευτής ο Μητροπάνος δεν είναι εύκολη και δεν βρίσκεται μπροστά μας. Όχι, δεν καθιερώθηκε με τον Ζαμπέτα, ούτε με δυο κομμάτια του Άκη Πάνου. Ο Μητροπάνος καθιερώνεται με τον “Άγιο Φεβρουάριο” του Δήμου Μούτση. Σε αυτόν τον δίσκο θα ερμηνεύσει κομμάτια όπως “Στη Σμύρνη και το Αϊβαλί”, “Ο Χάρος βγήκε παγανιά”, “Άλλος για Χίο τράβηξε”, “Η σούστα πήγαινε μπροστά”... Είναι τυχερός γιατί συναντά τον Μούτση ίσως στην πιο δημιουργική φάση της καριέρας του. Ο συνθέτης έφτιαξε ένα απόλυτα προσωπικό ήχο, χρησιμοποιώντας ηλεκτρικά όργανα σε αμιγώς λαϊκά τραγούδια. Πειραματίστηκε με ήχους και κατάφερε να δημιουργήσει ένα σύνολο που μπορεί να λειτουργήσει πλήρως και ως κύκλος τραγουδιών αλλά και κάθε τραγούδι χωριστά. Η αξιοποίηση των στίχων του Μάνου Ελευθερίου ιδανική. Ο Μούτσης μιλώντας για τον Μητροπάνο και τον “Άγιο Φεβρουάριο” έχει πει:

Εκεί που παρουσιάστηκε το πρόβλημα ήταν με τον τραγουδιστή. Δοκίμασα πολλούς, κι αν θυμάμαι καλά, σε μερικούς έκανα και δοκιμαστικά. Τίποτα! Ο Μητροπάνος ήταν φαντάρος κάπου στα Βόρεια. Όταν μου τον ανέφεραν συμφώνησα να δοκιμάσω και μ' αυτόν και προσπαθήσαμε να του πάρουμε άδεια να κατέβει. Ήρθε, προβάραμε... Στεγνή φωνούλα-σκέτη, χωρίς πολλά τσαλίμια, ό,τι έπρεπε γι' αυτό που ήθελα σ' αυτά τα τραγούδια. Πήρα τους τόνους του, τα 'μαθε καλά κι έφυγε. Ύστερα έγραψα τις ορχήστρες, ξανακατέβηκε δυο μέρες, τα τραγούδησε και έφυγε ξανά. “Τα 'πα καλά;” με ρώτησε. Τέλεια του απάντησα.

Κι αν ο “Άγιος Φεβρουάριος” ήταν η καθιέρωση, τον Απρίλιο του 1996 σφραγίζει την καλλιτεχνική υστεροφημία του. “Στου αιώνα την παράγκα” με τον Θάνο Μικρούτσικο και ο Μήτσος κερδίζει μια για πάντα τον σεβασμό μας. Οι αποφασιστικές μελωδίες του Μικρούτσικου και οι στίχοι-θησαυρίσματα των Άλκη Αλκαίου, Λίνας Νικολακοπούλου, Γιώργου Κακουλίδη, Κώστα Λαχά, ριζώνουν για τα καλά το δέντρο “Δημήτρης Μητροπάνος”. Ο Θάνος Μικρούτσικος γράφοντας γι' αυτόν αναφέρει σχετικά με το εμβληματικό τραγούδι “Ρόζα”:

Δέκα χρόνια αργότερα, το 1996, ετοιμάζω τον δίσκο με τον Δημήτρη Μητροπάνο Στου αιώνα την παράγκα. [...] Είχα ήδη γράψει για τον Μήτσο καινούργια τραγούδια αλλά επίσης του έβαζα να ακούσει και παλιότερα. Ανέσυρα εκείνη τη μαγνητοταινία με τη “Ρόζα” γιατί υπήρχαν αρκετά ανέκδοτα εκεί, κι όταν άρχισε το τραγούδι σηκώθηκα από τη θέση μου με πρόθεση να πατήσω forward. Εκείνη τη στιγμή ο Μητροπάνος μου άρπαξε με δύναμη το χέρι μου και σχεδόν ουρλιάζοντας φώναξε “Ασ΄το!”.

Μέσα μου θα φυλάω στα πιο πολύτιμα δώρα εκείνες τις στιγμές στο Sudio 111 στο Μοσχάτο τις μέρες του '96, όταν τραγούδησε πρώτη φορά τη “Ρόζα”. Δεν μπορώ να περιγράψω την ηλεκτρική εκκένωση που ένιωσα σε όλο μου το σώμα.

Δεν ιδιώτευε

Λόγια πολιτικά

Ο Μητροπάνος όταν έσβηναν τα φώτα γινόταν κανονικός άνθρωπος, σύμφωνα με τη συμβουλή του Ζαμπέτα, όμως δεν ιδιώτευε. Δεν ήταν απολιτικός, χαμένος στον ατομισμό... Η πολιτική είχε θέση στη ζωή του και όποτε είχε βήμα εξέφραζε την άποψη του γι' αυτήν και τα πολιτικά πράγματα του τόπου. Κομμουνιστής, με πίστη στους προοδευτικούς ανθρώπους, στη νεολαία, που δικαιολογούσε την αποχή της από την πολιτική μια και τα παραδείγματα που λάμβανε ήταν ακατάλληλα. Τον Δεκέμβη του 2005 δήλωνε στον “Ριζοσπάστη”. “Οι προοδευτικοί άνθρωποι που αγωνίζονται και που σηκώνουν κεφάλι θα το σηκώσουν και θα το σηκώσουν και πιο πολύ. Γι' αυτό σας λέω, ότι κάπου θα ξυπνήσουν συνειδήσεις...” Κατακεραύνωνε την Ελλάδα για τη συμμετοχή της στον βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας από το ΝΑΤΟ. Εξηγούσε τη “συμμετοχή” μας τονίζοντας ορθώς τη χρήση των εδαφών μας από τα νατοϊκά στρατεύματα. Πίστευε και στήριζε το ΚΚΕ, όμως λίγο πριν τον θάνατο του είχε απογοητευθεί από την Αριστερά.

Στον Μητροπάνο δεν χρειάζονται πολλά...

Κάτσε και άκουσε ρε μάγκα

Φτάνουμε στο φινάλε. Πριν το τελευταίο χειροκρότημα, πριν το όνομα στη μαρκίζα αφήσει για πάντα το αποτύπωμα του. Στον Μητροπάνο δεν χρειάζονται πολλά, εξάλλου κι αυτός όταν έβγαινε στην πίστα λίγα και καλά κράταγε και έδινε. Κοστούμι απλό, συνήθως χωρίς γραβάτα, μικρόφωνο και... αυτό ήταν. Α, κι όταν ερχόταν στο κέφι έριχνε και τις βόλτες του, χόρευε ζεϊμπέκικο. Και γινόταν χαλασμός. Ζημιά από τις λίγες. Ο Μητροπάνος ανήκε στους καλλιτέχνες που στα έδινε όλα η φωνή τους, όλα όμως... Τα παρελκόμενα ήταν άγνωστη λέξη και κατάσταση. Η φωνή καθαρή, κρυστάλλινη, πανίσχυρος πομπός που ο δέκτης δεν μπορούσε παρά να συντονιστεί μόνο σε αυτόν. Ο Μητροπάνος δεν φοβόταν τίποτα, δεν έκρυβε τίποτα και η ειλικρίνεια του γινόταν το φίλτρο και το μέσο για να περάσει η φωνή στο κοινό. Υποβλητική, δυνατή, μελαγχολική, ανθεκτική, μπορούσε να αντέξει το βάρος όλου του κόσμου. Λαϊκός τραγουδιστής, τίτλος τιμής, τότε και τώρα, αρκεί να τον ακολουθείς και να τον σέβεσαι. Ο Μητροπάνος εξέφραζε το γνήσιο λαϊκό αίσθημα σε όλες τους τις μορφές. Όταν τραγουδά “Μια στάση εδώ”, δεν το κάνει απλά για να σε διασκεδάσει. Στο λέει, στο ζητά μια στάση εδώ, δηλαδή κάτσε και άκουσε ρε μάγκα, κι αν θέλεις σήκω χόρεψε, χώνεψε το το κομμάτι για να πας παρακάτω. Όταν εξομολογείται στο “Αλίμονο” δεν κοροϊδεύει και είναι γενναιόδωρος γιατί εξομολογείται για χάρη όλων μας. Και όταν τον ακούμε στη “Ρόζα”, τότε καταλαβαίνουμε ότι αυτή η φωνή κι αν είναι δίπλα μας, κι είναι κοντά μας, πάει πολύ μακριά, φτάνει ως εκεί που “λυγίζει” και ο χρόνος και μεταφέρει μνήμες, παρελθόν, στιγμές του πριν και στιγμές του μετά, του μέλλοντος... δίχως πόζα και υποκρισία, με λεβεντιά και εντιμότητα. Στο τέλος, αυτό που ζητά είναι τη δική μας αλήθεια, το χειροκρότημα που αντηχεί και “γεμίζει” τον άδειο χώρο, βαραίνει τα γαρύφαλλα και πιάνεται στα χέρια του που ανεμίζουν όταν τα ανοίγει για να χορέψει το δικό του ζεϊμπέκικο. Θαύμαζε τον Καζαντζίδη και είναι αυτός, “ο μισός Καζαντζίδης” που βγήκε από τη χύτρα που έπεσαν όλοι οι τραγουδιστές.

Πηγές

- Περιοδικό “Μετρονόμος” τχ. 64, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2017. Αφιέρωμα στον Δημήτρη Μητροπάνο. Επιμέλεια: Κίκα Α. Ρόκα, Θανάσης Συλιβός. [Χρησιμοποιήθηκαν πληροφορίες από κείμενα των: Αφροδίτη Ξενίδου, Σταύρου Καρτσωνάκη, Ηρακλή Οικονόμου, Θάνου Μικρούτσικου]

- Ο Δημήτρης Μητροπάνος αφηγείται τη ζωή του στη Lifo, από τον Σταύρο Διοσκουρίδη

-Πορεύτηκε με αλήθεια και λεβεντιά [εφημερίδα Ριζοσπάστης, Ρουμπίνη Σούλη]