Το καλάθι των αξιοθρήνητων

Τι συμβαίνει στον κόσμο μας; Πώς φτάσαμε σ’ αυτό το σημείο; - Ένα άρθρο του Θοδωρή Γεωργακόπουλου για την έντυπη έκδοση της «Καθημερινής».

Το καλάθι των αξιοθρήνητων

Σε όλο τον κόσμο, παντού, ο λαϊκισμός προελαύνει. Όσο πιο αδιανόητα και φοβικά τα μηνύματα, όσο πιο φανταχτερές οι υποσχέσεις, όσο μεγαλύτερα τα ψέματα, όσο πιο κραυγαλέες οι θεωρίες συνομωσίας, τόσο μεγαλύτεροι οι εκλογικοί θρίαμβοι. Και καλά στις Φιλιππίνες. Καλά στην Ουγγαρία, στη χρεοκοπημένη προβληματική Ελλάδα.

Μα στις ΗΠΑ; Στην ισχυρότερη δημοκρατία της Γης;

Πώς είναι δυνατό το 2016 να υπάρχει στο σύμπαν μας ο Ντόναλντ Τραμπ, υποψήφιος Πρόεδρος της Αμερικής;

Τι συνέβη; Παλιά αυτά δεν γίνονταν. Πάντα υπήρχε λαϊκισμός. Πάντα οι πολιτικοί ήταν ψεύτες. Μα παλιά οι λαϊκιστές κι οι ψεύτες ήταν κοσμήτορες στο Μπέρκλεϊ. Ακολουθούσαν κάποιους κανόνες, υιοθετούσαν ένα κώδικα. Σήμερα κυμαίνονται από ακροδεξιοί ρατσιστές μέχρι φονιάδες ναρκομανών. Είναι σαν ξαφνικά το επίπεδο του πολιτικού προσωπικού παγκοσμίως να κατέρρευσε σχεδόν ταυτόχρονα, σε όλες τις χώρες. Σαν ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής να κατακρημνίστηκε και παράλληλα να ανήλθε στην εξουσία.

Τι μεσολάβησε;

Μια από τις αιτίες, κατά τη γνώμη μου, είναι η πρόσβαση στο ίντερνετ.

Τις τελευταίες εβδομάδες καταναλώνω αδηφάγα αναλύσεις για το προφίλ των ανθρώπων που δηλώνουν ότι στις 8 Νοεμβρίου θα ψηφίσουν για Πρόεδρο τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο Ντόναλντ Τραμπ, στην περίπτωση που δεν το έχετε πάρει χαμπάρι, είναι ένα εντελώς παράδοξο πλάσμα. Δεν μοιάζει πραγματικός άνθρωπος, είναι σαν παστίς, σαν κάποιος να τον έχει συναρμολογήσει επίτηδες, παίρνοντας τα απολύτως χειρότερα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου είδους και επικολλώντας τα άτσαλα σε μια χλιαρή μάζα από πορτοκαλί ζυμάρι. Όποιος έχει παρακολουθήσει τα πράγματα που λέει αυτό το πλάσμα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου έχει διαπιστώσει επανηλειμμένα ότι πρόκειται για έναν παθολογικά ψεύτη, μισογύνη, άξεστο ρατσιστή νάρκισσο, ο οποίος από ό,τι φαίνεται είναι επίσης και φοροφυγάς, απατεώνας και παντελώς άσχετος πάνω στα πολιτικά, γενικώς τα πολιτικά, οτιδήποτε έχει να κάνει με την πολιτική, δηλαδή οτιδήποτε έχει σχέση με τη δουλειά την οποία διεκδικεί στις 8 Νοεμβρίου. Πρόκειται για απίστευτο πράγμα, ένα χρυσοποίκιλτο γκόλεμ χυδαιότητας και μοναξιάς, μια κραυγαλέα καρικατούρα, σαν κακός σε περιπέτεια του Μπάτμαν.

Κι υπάρχουν εκατομμύρια άνθρωποι εξαιρετικά εντυπωσιασμένοι από αυτό τον υποψήφιο, ένθερμοι υποστηρικτές του. Τι είναι αυτοί; Ποιοι είναι; Η μαζική τους εμφάνιση είναι ένα φαινόμενο που θυμίζει την επικράτηση ακραίων λαϊκιστών πολιτικών σε πολλές χώρες του κόσμου, αλλά στην πιο κραυγαλέα της μορφή.

Τώρα πρέπει να σας εξηγήσω γιατί έφταιξε το ίντερνετ γι’ αυτό. Επειδή, κατά τη γνώμη μου, το ίντερνετ έδωσε σε φωνή σε μια ως τότε σιωπηρή βάση, σε μια γιγάντια μάζα -η οποία σε κάποιες γωνιές του πλανήτη είναι και πλειοψηφική-, η οποία περιέχει τους ανθρώπους που θαυμάζουν (και ταυτίζονται με) τους Τραμπ, τους Ντουτέρτε, τους Γκρίλο, τους Όρμπαν, τους Καμμένους του κόσμου μας. Η Χίλαρι Κλίντον τους αποκάλεσε “basket of deplorables”, το καλάθι των αξιοθρήνητων (ή ελεεινών, όπως το μεταφράσει κανείς). Σκληρές κουβέντες, αλλά χωρίς πολιτικό κόστος, γιατί αυτοί οι άνθρωποι δεν θα την ψηφίσουν ποτέ. Αυτοί οι πολίτες υπήρχαν και πριν. ΠΑΣΟΚ ψήφιζαν. Αλλά πριν δεν είχαν φωνή. Τους παρουσιάζονταν επιλογές έτοιμες, σερβιρισμένες από την κοινωνική, πνευματική, οικονομική και πολιτική “ελίτ”, καλογυαλισμένες για να πάρουν να διαλέξουν, και καμία δεν τους έμοιαζε πάρα πολύ. Μετά όμως ήρθε το ίντερνετ, και άρχισαν να διαπιστώνουν ότι δεν είναι μόνοι. Δεν είναι λίγοι. Το ίντερνετ έδωσε τη δυνατότητα σε κάθε έναν από εμάς, ό,τι παραξενιά κι αν κουβαλάμε, να διαπιστώσει ότι υπάρχουν κι άλλοι τέτοιοι, πολλοί άλλοι, που κουβαλάν την ίδια.

Κάποιοι αφελείς νομίσαμε πως η ελεύθερη και δωρεάν πρόσβαση σε όλη την ανθρώπινη γνώση -το ίντερνετ δηλαδή- θα τροφοδοτούσε τα μυαλά των ανθρώπων, θα τα άνοιγε, θα τα γέμιζε. Προς το παρόν δε φαίνεται να συνέβη αυτό. Οι άνθρωποι με τα πιο κλειστά μυαλά δεν πήγαν στη Wikipedia για να τ’ ανοίξουν, πήγαν κατευθείαν στα συνομωσιολογικά σάιτ για να διαλέξουν τις εξωφρενικές θεωρίες συνομωσίας που τους αρέσουν περισσότερο. Οι παλαβές ιδέες τους βρήκαν λίπασμα για να φυτρώσουν, χώρο για να βλαστήσουν. Αυτοί που πιστεύουν ότι οι μετανάστες μας βιάζουν και μας κλέβουν τις δουλειές, ότι τα αεροπλάνα μας ψεκάζουν ή ότι το πρόβλημα των ναρκωτικών λύνεται δολοφονώντας μαζικά βαποράκια και πρεζόνια, βρέθηκαν μεταξύ τους, χαλύβδωσαν τα πιστεύω τους, αναπαρήγαγαν τις συνομωσίες τους κι ύστερα άρχισαν να ψάχνουν γι’ αυτό που τους λείπει: Ηγέτες.

Ηγέτες που νομίζουν ότι τους μοιάζουν. Όχι γραβατωμένα λαμόγια της ελίτ, αλλά ανθρώπους που λένε στην κάμερα αυτά που σκέφτονται κι οι ίδιοι, τις ίδιες θεωρίες συνομωσίες, το μίσος για το ξένο ή το διαφορετικό, λάθη, ύβρεις, ψέματα, οτιδήποτε, αρκεί να απευθύνονται στο συναίσθημα, με πολύ απλά λόγια, με μικρές και σύντομες λέξεις. “Επιτέλους υπάρχει κάποιος που λέει αυτά που σκέφτομαι”, λέει μια φανατική οπαδός του Τραμπ σε πρόσφατο ρεπορτάζ της Washington Post, η οποία μεταξύ άλλων πιστεύει ότι ο Μπαράκ Ομπάμα είναι μουσουλμάνος, γκέι και ο ιδρυτής του ISIS, και ότι η Μισέλ Ομπάμα είναι άντρας. Αυτή δεν τη σοκάρει τίποτε από όσα λέει ή κάνει ο Τραμπ.

Αυτοί οι άνθρωποι μέχρι τώρα είχαν να επιλέξουν το Μιτ Ρόμνι και το Τζορτζ Μπους, το Σαρκοζί και το Μπλερ, παρόμοια μεταξύ τους κοστούμια, λαμόγια οι περισσότεροι, μέρος του "συστήματος", που όμως υπακούν σε κάποιους κανόνες πολιτικής συμπεριφοράς, δημόσιου λόγου, επιπέδου και αξιοπρέπειας. Που ακολουθούν κάποια στάνταρ, έστω υποτυπώδη. Τι να τους πουν αυτοί. Ο Τραμπ -ένα τεκμηριωμένο λαμόγιο-, είναι αυτός που τολμά να τσαλαπατήσει αυτούς τους κανόνες, να πει ό,τι του κατέβει στο κεφάλι αγνοώντας κάθε ευπρέπεια ή αλήθεια, και ως εκ τούτου αντανακλά τα χειρότερα ένστικτα της ανθρώπινης φύσης. Έτσι εκπροσωπεί τους πολιτικά ακάλυπτους φασίστες, τους ρατσιστές, τους μισογύνεις, τους μυθομανείς, τους “ψεκασμένους”, τους deplorables, τους κάνει όλους αυτούς να νιώθουν ότι έχουν κάποιον να τους εκπροσωπεί, όχι καλύτερό τους, αλλά παρόμοιο.

Φταίει και η παιδεία; Φυσικά φταίει η παιδεία. Στα ρεπορτάζ των χιουμοριστικών εκπομπών στις ΗΠΑ (όλες τους απευθύνονται στο εστέτ κοινό των μεγάλων πόλεων) τους κοροϊδεύουν, βγάζουν ανθρώπους που πιστεύουν ότι ο Μπιλ Κλίντον έχει AIDS επειδή κάνει παρέα με το Μάτζικ Τζόνσον και γελάνε, σα να λένε, κοιτάχτε τα φρικιά που ψηφίζουν Τραμπ, κοιτάχτε τους πόσο αστείοι και ηλίθιοι που είναι. Φυσικά η παιδεία φταίει. Η οικονομική ανισότητα που κρατά καθηλωμένη τη μεσαία τάξη στα επίπεδα της δεκαετίας του ’70, η άδικη φορολογία που ευνοεί πλούσια λαμόγια (σα το Ντόναλντ Τραμπ -αλλά οι θαυμαστές του δεν μπορούν να πιάσουν την ειρωνία επειδή δεν έχουν πρόσβαση σε αξιόλογη δημόσια παιδεία επειδή οι πλούσιοι σα το Ντόναλντ Τραμπ φοροδιαφεύγουν), όλα αυτά φταίνε. Αλλά ο τρόπος αντίδρασής τους παραμένει αποσβολωτικά μηδενιστικός, ανώφελος και, τελικά, ανόητος: Δεν μας αρέσουν οι πολιτικοί της παλιάς, παραδοσιακής πάστας, οπότε επιλέγουμε κάτι εξόφθαλμα, κραυγαλέα χειρότερο, μόνο και μόνο για να απορρίψουμε τους πρώτους. Είναι σα να σου φέρνουν να επιλέξεις για επιδόρπιο ανάμεσα σε συκωταριά και μπάμιες, και εσύ να λες όχι, δεν είναι δεν είναι καλά επιδόρπια αυτά, και πολύ δίκιο έχεις, είναι χάλια, και έτσι μετά να επιλέγεις να φας για επιδόρπιο μια φρεσκολερωμένη πάνα ακράτειας.

Πηγή: kathimerini.gr

Best of internet