Κι ας μου βγει και σε κακό...

Ο Νίκος Παπάζογλου, η Νίσυρος και ένα κόκκινο φουλάρι στα Νικειά

Κι ας μου βγει και σε κακό...

Ο Νίκος Παπαδογιάννης αποθέτει σε ακριτική αμμουδιά τις συγκινήσεις των Ολυμπιακών Αγώνων και βαδίζει στα χνάρια του αντιήρωα που απέδρασε νωρίς.

Κι ας μου βγει και σε κακό...

Ενα κόκκινο φουλάρι, ακουμπισμένο σε μία γαλάζια πόρτα ενός μικροσκοπικού χωριού, σε ένα ακριτικό νησί, στην άκρη του Αιγαίου. Γνώριμο, σαν αγαπημένο τραγούδι. Δυσοίωνο, σαν πένθος. Ποτισμένο με την αλμύρα της θάλασσας και με το θειάφι του ηφαιστείου. Το σπίτι του Νίκου Παπάζογλου. Στα Νικειά, στη Νίσυρο.

Με έφεραν τυχαία οι άνεμοι εκεί. Είχα ακούσει πολλά για το μαγευτικό νησί απ'όπου ανασαίνει η γη, αλλά δεν ήξερα ότι ήταν το καλοκαιρινό ορμητήριο του Παπάζογλου.

Ήμουν βέβαιος ότι ο αισθησιακός "Αύγουστος" της ηττημένης λίμπιντο γράφτηκε κάτω από μία πανσέληνο που φώτιζε το πέλαγος, σε κάποιαν έκσταση απάνω. Για να γραφτεί τέτοιο τραγούδι, πρέπει να είναι όλα τέλεια. Η Νίσυρος δίνει την εντύπωση ότι ευνοεί την απόλυτη συζυγία των πλανητών.

Για ό,τι πάει λάθος, φροντίζει το ηφαίστειο. Ένας βρηχυθμός και όλα ισιώνουν. Για να θυμόμαστε, ποιος κάνει κουμάντο στον πλανήτη.

Στη φωτογραφία που στόλιζε το μικρό Rent A Car, στην πλάτη της Αμερικανίδας Μέριλυν, ο Παπάζογλου ήταν νέος και ωραίος, όπως ακριβώς τον θυμόμουν. Το πρόσωπό του έλαμπε σαν το πελώριο φεγγάρι της Δωδεκανήσου.

Η Μέριλυν διάβασε την απορία στο πρόσωπό μας και έσπευσε να εξηγήσει. "Ήταν καλός φίλος, ο Νίκος. Έφτιαξε το σπίτι στα Νικειά και περνούσε εδώ τα καλοκαίρια του. Τραγουδούσε και έπαιζε μουσική στην παρέα, αλλά μόνο όταν αισθανόταν ο ίδιος την ανάγκη. Δεν του άρεσε να του δίνουν παραγγελίες. Του άρεσε η τοπική ρακή και συχνά έβγαζε το πουκάμισό του".

Μα, δεν ήταν Θεσσαλονικιός; Είχε ρίζες ο Παπάζογλου στη Νίσυρο; "Καμία, απολύτως. Ηλθε κάποτε για διακοπές, ερωτεύτηκε το νησί και αποφάσισε να ζήσει εδώ. Όπως και εγώ, δηλαδή...".

Τα Νικειά είναι ένα από τα ομορφότερα χωριά της Ελλάδας. Η κουκλίστικη πλατεία του έχει χαρακτηριστεί μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO και δεν σ'αφήνει να φύγεις. Τα σοκάκια οδηγούν στον μαντρότοιχο απ'όπου βλέπεις κάτω το ηφαίστειο σε όλο του το μεγαλείο, ενώ η άλλη πλευρά βλέπει από ψηλά το απέραντο γαλάζιο.

Το σπίτι που άφησε ο Νίκος Παπάζογλου κληρονομιά στην οικογένειά του και στην οικονόμο που το φρόντιζε βρίσκεται κοντά στην είσοδο του χωριού.

Βρήκαμε την πόρτα ανοιχτή, θα θέλαμε να πιούμε μια ρακή στη μνήμη του αλλά ντραπήκαμε να μπούμε. Δεν είναι μουσείο, αλλά σπίτι. Σπίτι χαροκαμένο.

Βγάλαμε διστακτικά μία φωτογραφία της εισόδου και απομακρυνθήκαμε. Το κόκκινο φουλάρι στην πόρτα μοιάζει με αναμμένο κερί, σε αιώνια ανάμνηση του κοσμαγάπητου ασημένιου άνδρα που έφυγε τόσο νωρίς.

Στο "Καφενείο του Νικόλα", έχουν στήσει και ένα μικρό εικονοστάσι, για να τον θυμούνται: ένα μπουκάλι κρασί από το κτήμα του στη Θεσσαλονίκη, ένα πακέτο τσιγάρα, ένα μουσικό όργανο...

Στο ωραίο μας ξενοδοχείο, το "Ρομάντζο" με τον μπασκετόφιλο ιδιοκτήτη, μάθαμε ότι το στέκι του Παπάζογλου ήταν το καφενείο "Βάρδα Στεναχώρια" του Αντρίκου στο Μανδράκι. Στην Πλατεία Ηλικιωμένης. Στη Νίσυρο ο χρόνος σταματά. Κανείς δεν είναι πραγματικά ηλικιωμένος.

Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό...

Τα τραπεζάκια έξω ήταν γεμάτα με νεαρόκοσμο και από τα ηχεία ακουγόταν αυτό που φαντάζεστε. Ο φοβερός Αντρίκος καθόταν στην είσοδο κάπως μελαγχολικός, σαν να αναπολούσε τον παλιό του φίλο και κουμπάρο. Δεν θελήσαμε να τον ενοχλήσουμε. Δεν του αρέσουν τα πολλά λόγια.

Τώρα που κοιτάζω το βιογραφικό του Παπάζογλου, συνειδητοποιώ ότι τα είχαμε πιει τυχαία στο μπαρ του στη Θεσσαλονίκη, το "Μπαχτσέ Τσιφλίκ", χωρίς να ξέρουμε ότι ήταν δικό του και στεγαζόταν μάλιστα στο πατρικό της μητέρας του. Τις μέρες του φάιναλ-φορ του 2000. Κανείς δεν φανταζόταν τότε, ότι το νήμα της ζωής του έμελλε να κοπεί πρόωρα.

Στις 17 Απριλίου του 2011, το πένθος απλώθηκε από τη μία άκρη της Ελλάδας μέχρι την άλλη  - κυριολεκτικά. Από τη γενέτειρα Θεσσαλονίκη, μέχρι τη Νίσυρο, όπου οι βαρκούλες ύψωσαν μαύρα πανιά.

Best of internet