Mετανάστες που κατάφεραν να ξαναχτίσουν την ζωή τους στην Ελλάδα

«Οταν έχουμε ηλιόλουστες μέρες, νιώθω ανακούφιση, σκέφτομαι ότι οι πρόσφυγες θα έχουν ένα λιγότερο εμπόδιο στην αγωνία και στην πορεία τους», τονίζει «εκ πείρας» στην «Κ» η 36χρονη Ελόνα, η οποία ζει στην Ελλάδα από το 1997 – τότε ήρθε από την Αλβανία στη χώρα μας.

Mετανάστες που κατάφεραν να ξαναχτίσουν την ζωή τους στην Ελλάδα

Η αλληλεγγύη, απόσταγμα ζωής, προσφέρει τους τόκους της. Μια ψηφίδα ανθρωπιάς: η Ομοσπονδία Αλβανικών Συλλόγων Ελλάδος οργάνωσε εκστρατεία συγκέντρωσης τροφίμων, ρούχων και παιχνιδιών, τα οποία παρέδωσε σε πρόσφυγες και μετανάστες στο λιμάνι του Πειραιά, αλλά και σε άλλα σημεία φιλοξενίας. «Νιώθουμε κατανόηση και συμπόνοια για αυτούς τους ανθρώπους», λέει η νεαρή γυναίκα, «μου θυμίζουν τα χρόνια που αναγκαστήκαμε να φύγουμε για ένα καλύτερο μέλλον, ξέρουμε βέβαια ότι η δική τους κατάσταση είναι πολύ χειρότερη, έφυγαν από έναν πόλεμο, έχασαν συγγενείς και φίλους, άφησαν ακούσια πίσω τους μια ζωή, ενδεχομένως πολύ καλή».

 

Η δική της ιστορία, όπως εξομολογείται στην «Κ», διαφέρει. «Εφυγα από την Αλβανία με το που τελείωσα το λύκειο», εξηγεί, «εμείς ήρθαμε από μια “κλειστή” χώρα και εδώ μάθαμε να χαιρόμαστε τον ήλιο και κατ’ επέκταση τη ζωή, έχω πολύ καλές αναμνήσεις από τα νεανικά μου χρόνια στην Ελλάδα». Τα άπταιστα αγγλικά που μιλούσε η τότε 18χρονη Αλβανίδα, η απόφασή της εν συνεχεία να σπουδάσει Αγγλική Φιλολογία στο ΕΚΠΑ και να μάθει ελληνικά στο διδασκαλείο Νέας Ελληνικής στη Φιλοσοφική Σχολή οδήγησαν αναμφισβήτητα στην ταχεία, ομαλότερη ενσωμάτωσή της στην ελληνική κοινωνία. Σήμερα, «πληγή» για την ίδια και τους οικείους της παραμένει το θέμα της νομιμοποίησης, «οι διαδικασίες για την ιθαγένεια προχωρούν βασανιστικά αργά».

Πολλοί συμπατριώτες της έχουν φύγει για Αμερική, Αγγλία και Γερμανία, «αλλά επίσης πολλοί το παλεύουμε εδώ». Ποια συμβουλή θα έδινε σε όσους πρόσφυγες και μετανάστες παραμείνουν σε βάθος χρόνου στην Ελλάδα; «Να μην ξεχάσουν τις ρίζες και την κουλτούρα τους, αλλά να προσαρμοστούν στα ήθη και έθιμα της Ελλάδας», απαντά η Ελόνα.

Από την τηλεόραση που έχει στο μπακάλικό του, στην Καλλιθέα, παρακολουθεί ο 53χρονος Αχμέτ την οδύσσεια των προσφύγων. «Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα», λέει, κουνώντας προβληματισμένος το κεφάλι του. «Ακόμα και αν βρεθούν σπίτια για να τους στεγάσουν, πού θα βρουν δουλειά αυτοί οι άνθρωποι;», προσθέτει η Ελληνίδα σύζυγός του, Ευαγγελία. Οταν ο Αχμέτ ήρθε στην Ελλάδα το 1986, «δυσκολεύτηκα στην αρχή και σε παγκάκι κοιμήθηκα, αλλά μέσα σε τρεις μήνες είχα τακτοποιηθεί». Ηταν, βέβαια, εποχές «που μόνον όποιος ήταν τεμπέλης δεν είχε δουλειά». Μαζί με τη σύζυγό του άνοιξαν το πρώτο καφέ με ναργιλέ –όπως λένε με μια δόση περηφάνιας– ενώ τα τελευταία χρόνια διατηρούν μπακάλικο με παραδοσιακά τρόφιμα της Αιγύπτου αλλά και εγχώρια.

«Σταθερή μας πελατεία είναι οι Αιγύπτιοι, οι Αιγυπτιώτες αλλά και πολλοί Ελληνες, αφού είμαστε συνεχώς ανοιχτά, δεν έχουμε Κυριακή και σχόλη», «διαφημίζει» ο Αχμέτ, πλέον ελληνικής υπηκοότητας. «Εγνοιά μου είναι οι δύο γιοι μου, 20 και 25 χρόνων, ο ένας μπαρκάρει τον Μάιο στα καράβια και ο άλλος ψάχνει δουλειά στην Αγγλία». Ο ίδιος λέει ότι το σπίτι του είναι στην Αθήνα, το οικοδομικό τετράγωνο της γειτονιάς του, όπου ζουν πολλοί Αιγύπτιοι. Δυστυχώς, όμως, η οικονομική κρίση και οι επιθέσεις της Χρυσής Αυγής σε Αιγυπτίους είχαν ως συνέπεια πολλοί να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.

Εφτασε στην Αθήνα ακολουθώντας την οδό της καρδιάς της πριν από 19 χρόνια η Γιάννα, η οποία ζούσε στο Κίεβο. «Ο πατέρας μου ήταν στρατιωτικός, έτσι είχα ζήσει ως παιδί σχεδόν παντού στην τότε Σοβιετική Ενωση· αυτό μου έδωσε μια ευελιξία προσαρμογής», λέει σήμερα στην «Κ» σε άπταιστα ελληνικά. «Ηρθα στην Αθήνα για να ζήσουμε μαζί με τον Ελληνα σύζυγό μου, έπειτα από χρόνια γνώρισα συμπατριώτισσές μου στο μάθημα Ελληνικών στη Φιλοσοφική», συμπληρώνει. Η ίδια δίδαξε για πολλά έτη στο ουκρανικό σχολείο της Αθήνας, σήμερα βοηθάει τον σύζυγό της στο κατάστημά του πέριξ της Αγίου Μελετίου.

Οι αυξημένες προσφυγικές ροές την προβληματίζουν. «Τα τελευταία χρόνια στη γειτονιά μου έχει αυξηθεί η εγκληματικότητα, δύο φορές έχουν διαρρήξει το μαγαζί μας, μία το σπίτι» και «νιώθω ότι η πολιτισμική απόσταση μεταξύ των άρτι αφιχθέντων και ημών είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι παλαιότερα μεταξύ Ελλήνων και μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη και την Αλβανία. Πώς θα τη γεφυρώσουμε;», διερωτάται.

Πηγή: kathimerini.gr

Best of internet